Μια προσωπική εξομολόγηση που μετατράπηκε σε κραυγή αγωνίας έκανε η Βασιλική Κωστοπούλου από το Άργος, περιγράφοντας με ωμό τρόπο τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής ενός ανθρώπου στο φάσμα του αυτισμού. Μέσα από την ανάρτησή της μιλά για τις αισθητηριακές δυσκολίες, τις κρίσεις άγχους, την παρεξήγηση που συχνά βιώνουν τα άτομα με αόρατες αναπηρίες, αλλά και τον φόβο ότι μια διαφορετική συμπεριφορά μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε «ύποπτη» εικόνα στα μάτια της κοινωνίας.
«Δεν φαίνεται ότι είμαι αυτιστική, αλλά η μάχη υπάρχει κάθε μέρα»
Η Βασιλική Κωστοπούλου συστήνεται μέσα από την ανάρτησή της όχι ως μια διάγνωση, αλλά ως ένας άνθρωπος με ικανότητες, ενδιαφέροντα, ευαισθησίες και δυσκολίες που δεν είναι πάντα ορατές.
Όπως αναφέρει, βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, αντιμετωπίζει αγχώδη διαταραχή, ΔΕΠΥ και υποτροπιάζουσα κατάθλιψη. Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της, διαθέτει δίπλωμα οδήγησης, μαγειρεύει, φροντίζει ζώα και συμμετέχει ενεργά στην καθημερινότητα της πόλης της.
Η ίδια υπογραμμίζει πως ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων για τους οποίους συχνά ακούγεται η φράση «δεν φαίνεται ότι είναι αυτιστικοί». Μια φράση που, όπως εξηγεί, κρύβει μια μεγάλη παρεξήγηση: ότι η απουσία εμφανών χαρακτηριστικών σημαίνει απουσία δυσκολιών.
Οι αόρατες δυσκολίες που οι περισσότεροι δεν βλέπουν
Στην ανάρτησή της περιγράφει μια σειρά από καταστάσεις που για πολλούς ανθρώπους μοιάζουν ασήμαντες, αλλά για την ίδια αποτελούν καθημερινές προκλήσεις.
Μιλά για την έντονη δυσφορία που της προκαλούν οι δυνατοί ή απότομοι ήχοι, το έντονο φως, η ζέστη, οι απρόβλεπτες καταστάσεις και η ανάγκη να έχει χρόνο για να επεξεργαστεί πληροφορίες.
Αναφέρει ότι δυσκολεύεται στην τηλεφωνική επικοινωνία, ότι οι προφορικές οδηγίες συχνά δεν μπορούν να συγκρατηθούν εύκολα και ότι χρειάζεται γραπτές πληροφορίες για να κατανοήσει καλύτερα μια κατάσταση.
Παράλληλα περιγράφει το άγχος που μπορεί να προκαλέσει ακόμη και μια απλή φράση όπως «θέλω να σου πω κάτι», όταν δεν υπάρχει καμία προειδοποίηση για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
«Δεν ξέρω να μιλάω σε αγνώστους, χάνω τα λόγια μου», σημειώνει, εξηγώντας πως πολλές φορές η συμπεριφορά της μπορεί να παρερμηνευθεί από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αυτισμός.
Η ιστορία στο σούπερ μάρκετ και ο φόβος της παρεξήγησης
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει σε ένα περιστατικό που, όπως λέει, συνέβη σε σούπερ μάρκετ στο σημείο όπου είχε προηγηθεί η επίθεση εναντίον του Θοδωρή.
Περιγράφει μια γυναίκα με διαφορετική εμφάνιση, με ακουστικά, γυαλιά ηλίου, τατουάζ και μπλε μαλλιά, η οποία μπαίνει στο κατάστημα εμφανώς αγχωμένη. Ιδρώνει, ζαλίζεται, κάνει βιαστικές κινήσεις και δυσκολεύεται να λειτουργήσει.
Η Βασιλική εξηγεί πως πίσω από αυτή την εικόνα δεν υπήρχε απαραίτητα απειλή, αλλά μια κρίση πανικού.
Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, η αντιμετώπιση που ακολούθησε από τον υπεύθυνο ασφαλείας την έκανε να νιώσει σαν ύποπτη. Ένα παράδειγμα, σύμφωνα με την ίδια, του τρόπου με τον οποίο άνθρωποι με αυτισμό ή άλλες αόρατες δυσκολίες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με φόβο, καχυποψία και κοινωνικό αποκλεισμό.
«Θέλω να θυμάστε το όνομά μου»
Η ανάρτηση της Βασιλικής δεν περιορίζεται στην προσωπική της εμπειρία. Μετατρέπεται σε μια έκκληση για περισσότερη κατανόηση απέναντι σε ανθρώπους που δεν ταιριάζουν στα συνηθισμένα κοινωνικά πρότυπα.
Εκφράζει τον φόβο ότι κάποιος μπορεί να κριθεί από την εμφάνισή του, τις κινήσεις του ή μια στιγμή έντασης, χωρίς κανείς να προσπαθήσει να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Ιδιαίτερα συγκλονιστικό είναι το σημείο όπου αναφέρεται στο ενδεχόμενο να χαρακτηριστεί άδικα ως «επικίνδυνη» ή «ύποπτη» εξαιτίας μιας συμπεριφοράς που συνδέεται με τον αυτισμό ή μια κρίση πανικού.
«Θέλω να θυμάστε το όνομά μου», γράφει, ζητώντας να μη γίνει ποτέ ένας ακόμη άνθρωπος που θα κριθεί από μια στιγμή και όχι από ολόκληρη τη ζωή του.
Η ανάγκη για μια κοινωνία που να καταλαβαίνει τις αόρατες αναπηρίες
Η περίπτωση της Βασιλικής Κωστοπούλου αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: ότι πολλές αναπηρίες δεν είναι εμφανείς και ότι η διαφορετική συμπεριφορά δεν σημαίνει απαραίτητα κίνδυνο.
Για τους ανθρώπους στο φάσμα του αυτισμού, η καθημερινότητα μπορεί να περιλαμβάνει συνεχείς προσπάθειες προσαρμογής σε έναν κόσμο γεμάτο ερεθίσματα, κανόνες και κοινωνικές απαιτήσεις που δεν είναι πάντα εύκολο να διαχειριστούν.
Η ίδια ζητά κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: πριν υπάρξει κρίση, φόβος ή καταδίκη, να υπάρχει προσπάθεια κατανόησης.
Η φράση με την οποία κλείνει την ανάρτησή της είναι ταυτόχρονα προσωπική δήλωση και μήνυμα προς την κοινωνία:
«Είμαι η Βασιλική Κωστοπούλου, Ελληνίδα αυτιστική, και μένω στο Άργος».
Μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει ένας άνθρωπος, μια ιστορία και μια πραγματικότητα που δεν φαίνεται πάντα με την πρώτη ματιά.
Ολόκληρη η ανάρτησή της
Με λένε Βασιλική Κωστοπούλου.
Είμαι στο φάσμα του αυτισμού, έχω αγχώδη διαταραχή, ΔΕΠΥ και υποτροπιάζουσα κατάθλιψη.
Έχω δίπλωμα οδήγησης. Μαγειρεύω. Περπατάω. Μιλάω. Τελείωσα το σχολείο, σπούδασα, πήρα τα πτυχία μου. Έχω 143 IQ, αλλά δεν θεωρώ ότι είμαι «υψηλής λειτουργικότητας» – γιατί δεν λειτουργώ με τα δικά σας στάνταρ. Πέρα από τα δικά μου 10 ζώα, βγαίνω πολλές φορές και το βράδυ και ταΐζω αδέσποτα, κρατώντας σακούλες – για να μη με κυνηγούν οι μη φιλόζωοι αυτής της πόλης, γιατί σίγουρα κινούμαι ύποπτα. Ή μπορεί να με δείτε να κοιτάζω κάτω από τα αμάξια σας, γιατί άκουσα ένα γάτο εγκλωβισμένο.
Είμαι από αυτούς που «δεν φαίνεται ότι είναι αυτιστικοί».
Υπάρχουν μέρες που δεν έχω τόσο μεγάλη υπερφόρτωση και μπορώ εύκολα να κρύψω την αναστάτωσή μου — να σας φαίνομαι «φυσιολογική». Αλλά υπάρχουν δυσκολίες που οι περισσότεροι δεν θα καταλάβουν ποτέ:
Δεν αντέχω το τηλέφωνο.
Η ζέστη με εκνευρίζει πολύ .
Δεν αντέχω τους απότομους θορύβους.
Έχω μισοφωνία.
Δεν αντέχω το δυνατό φως.
Οταν περνάει το απορριμματοφόρο, τρέχω μέσα στο σπίτι κλείνοντας τα αυτιά μου .
Δεν μπορώ να με αγγίζουν, να με αγκαλιάζουν ή να με φιλάνε — αλλά αγκαλιάζω, αγγίζω και φιλάω εγώ, αν νιώθω άνετα με το άτομο .
Στο φως του ήλιου πονάνε τα μάτια μου.
Αν έχεις υψίτονη φωνή, είναι σχεδόν αδύνατο να επικοινωνήσουμε .
Δεν συγκρατώ σχεδόν τίποτα από προφορικές οδηγίες , πρέπει να μου δώσεις χρόνο να τις γράψω — χρειάζομαι χρόνο να κατανοήσω τον προφορικό λόγο.
Δεν μπορώ να μου διαβάσεις κάτι ,δεν θα το συγκρατήσω με τίποτα .Χρειάζεται να μου δώσεις κάτι γραπτό, να το διαβάσω μόνη μου.
Αγχώνομαι παρά πολύ ακόμα κι όταν κάποιος μου λέει απλώς «θέλω να σου πω κάτι» — χωρίς να μου δίνει καμία εικόνα για το τι έρχεται.
Δεν ξέρω να μιλάω σε αγνώστους — χάνω τα λόγια μου.
Μπορεί να περιμένω τον κούριερ όλη μέρα στην καρέκλα μέχρι να έρθει, γιατί μόνο έτσι μπορώ να βγω από την παύση της αναμονής — μια παύση στην οποία δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, ακόμα και κάτι τόσο απλό όσο να πλύνω πιάτα.
Πολλές φορές δεν καταλαβαίνω κάτι αν δεν το δω σε εικόνα.
Και για το τέλος άφησα μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες μου.
Θα την περιγράψω με ένα πραγματικό γεγονός.
Και η ειρωνία είναι ,ότι αυτό το γεγονός,συνεβει στο σούπερ μάρκετ που βρίσκεται εκεί που πυροβολήθηκε ο Θοδωρής.
Μια κοπέλα με γυαλιά ηλίου, μαύρα ρούχα , ακουστικά , μπλε μαλλιά, σκουλαρίκι στη μύτη, τατουάζ, μπαίνει στο σούπερ μάρκετ. Κινείται περίεργα. Έχει πανιάσει, έχει ιδρώσει, ζαλίζεται , κάνει βιαστικές κινήσεις βάζοντας πράγματα στο καλάθι της.
Πίσω της, ο security την ακολουθεί — αδιάκριτα, χωρίς να της μιλήσει.
Σχεδόν τρέχει παράλληλα στον δίπλα διάδρομο Κ τη κοιτάζει επίμονα .
Ο κόσμος γυρίζει και κοιτάζει, άλλοτε εκείνον, άλλοτε εκείνη.
Στο τέλος αφήνει το καλάθι της και βγαίνει έξω, έτοιμη να λιποθυμήσει.
Ο security, με βλέμμα νικητή, νομίζει ότι έκανε τη δουλειά του. Ότι προστάτεψε την επιχείρηση και τους πελάτες — από μια κοπέλα που απλώς την είχε πιάσει κρίση πανικού.
Και σε λίγο θα περάσω κι από το ΚΕΠΑ, για να «αποδείξω» σε χαρτί το ποσοστό αθροιστικής αναπηρίας μου, με όλες τις συνοδές ασθένειες — σαν να μην έφτανε η καθημερινή μάχη, θέλει και επίσημη κρίση αν αξίζω αναγνώριση. Μια αναγνώριση που για τους άλλους σημαίνει : μη λειτουργική. Ανίκανη .
Αυτή η πόλη τους αυτιστικούς- επίσημα πλέον- δεν τους προστατεύει και δεν τους καταλαβαίνει.
Τους πυροβολεί από πίσω, στο κεφάλι και δίνει και τα εύσημα στον θύτη .
Γι’ αυτό τα γράφω όλα αυτά.
Για να ξέρετε ποια είμαι και τι κάνω, από πρώτο χέρι, εγώ.
Αν με στοχοποιήσουν λέγοντάς μου Τουρκάλα, γύφτισσα, Αλβανίδα, Ρωσοποντία – σαν να είναι αυτό από μόνο του έγκλημα — ή αν με πουν εγκληματία, κλέφτρα, αν βρεθώ κι εγώ με μια σφαίρα στο κεφάλι, αν τύχει και αρχίσω να τρέχω στον ήχο του απορριμματοφόρου, ή αν με δείτε να κρατάω τον σουγιά που κουβαλάω πάντα μαζί μου, για ασφάλεια – θέλω να θυμάστε το όνομά μου. Και όχι -πιθανως- «μια 50χρονη εγκληματίας που κινούνταν ύποπτα κρατώντας σουγιά … Όπως ίσως και εκείνος ο «ναρκομανής» ο «κλέφτης» που κρατούσε μαχαίρι και τον σκότωσαν στο ξύλο … Ο Ζακ…
Είμαι η Βασιλική Κωστοπούλου, Ελληνίδα αυτιστική, και μένω στο Άργος – την πόλη που πυροβολεί ανθρώπους σε πανικό.






