Η Ελλάδα γυρίζει σελίδα στη μακρά περίοδο της οικονομικής κρίσης, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, αφαιρώντας την από τη σχετική λίστα εποπτείας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Η εξέλιξη σηματοδοτεί το τέλος ενός κύκλου που ξεκίνησε με την κρίση χρέους πριν από 16 χρόνια, ενώ η κυβέρνηση τη χαρακτηρίζει ως διεθνή επιβεβαίωση της πορείας δημοσιονομικής σταθερότητας και μεταρρυθμίσεων που ακολούθησε η χώρα τα τελευταία χρόνια.
Σε ανάρτησή του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι «κλείνει ένα αρνητικό κεφάλαιο που άνοιξε πριν από 16 χρόνια», επισημαίνοντας πως η Ελλάδα αποκαθιστά πλήρως την κανονικότητα στην οικονομία της σε μια περίοδο κατά την οποία δέκα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται υπό δημοσιονομική επιτήρηση λόγω υπερβολικών ελλειμμάτων.
Ο πρωθυπουργός συνέδεσε την απόφαση της Κομισιόν με τις θυσίες των πολιτών και τη μακρόχρονη προσπάθεια προσαρμογής της οικονομίας, τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη αξιολόγηση δεν αποτελεί απλώς μια τεχνοκρατική διαπίστωση, αλλά τη βάση για καλύτερους μισθούς, υψηλότερες συντάξεις, νέες θέσεις εργασίας και περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους.
Η αξιολόγηση της Κομισιόν για την ελληνική οικονομία
Στην έκθεσή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι οι ευπάθειες που σχετίζονται με το δημόσιο και το εξωτερικό χρέος έχουν περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, χάρη στη σταθερή οικονομική ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Η Κομισιόν σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, στη λειτουργία της αγοράς εργασίας και στον εκσυγχρονισμό της φορολογικής διοίκησης. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν συνέβαλαν στη μείωση χρόνιων αδυναμιών της οικονομίας.
Η αξιολόγηση συνδέεται άμεσα με το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό και διαρθρωτικό σχέδιο 2025-2028, το οποίο έχει ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο της ΕΕ και προβλέπει συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με ελεγχόμενη αύξηση των δημόσιων δαπανών τα επόμενα χρόνια.
Ανάπτυξη, πληθωρισμός και πλεονάσματα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025, επίδοση υψηλότερη από τον μέσο όρο αρκετών ευρωπαϊκών οικονομιών. Για το 2026 προβλέπεται ανάπτυξη 1,8%, ενώ το 2027 ο ρυθμός μεγέθυνσης εκτιμάται στο 1,6%.
Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9% το 2025 και αναμένεται να αυξηθεί προσωρινά στο 3,7% το 2026, πριν αποκλιμακωθεί στο 2,4% το 2027.
Τα δημόσια οικονομικά συνεχίζουν να παρουσιάζουν θετική εικόνα. Το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 1,7% του ΑΕΠ το 2025 από 1,3% το προηγούμενο έτος, με την Επιτροπή να προβλέπει διατήρηση θετικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και κατά την επόμενη διετία, παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τις αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, καθώς και την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών.
Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Κεντρικό στοιχείο της έκθεσης αποτελεί η πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% στο τέλος του 2025 από 154,2% το 2024, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, με το χρέος να υποχωρεί στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027. Η εξέλιξη αποδίδεται τόσο στη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων όσο και στη συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
Παράλληλα, βελτιώνεται η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας, ενώ οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το εξωτερικό χρέος εμφανίζονται περιορισμένοι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Τα προβλήματα που εξακολουθούν να παραμένουν
Παρά τη θετική συνολική εικόνα, η έκθεση της Κομισιόν καταγράφει σειρά προκλήσεων που εξακολουθούν να επηρεάζουν την ελληνική οικονομία.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό και δεν αναμένεται να μειωθεί σημαντικά βραχυπρόθεσμα. Η Επιτροπή εκτιμά ωστόσο ότι σημαντικό μέρος των αναγκών χρηματοδότησης καλύπτεται από ευρωπαϊκούς πόρους και ιδιωτικές επενδύσεις που δεν επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος.
Στην αγορά εργασίας συνεχίζεται η μείωση της ανεργίας, ωστόσο η συμμετοχή των γυναικών παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ταυτόχρονα, υψηλό παραμένει το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ενώ σημαντικό τμήμα του πληθυσμού εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας.
Η Επιτροπή εντοπίζει επίσης καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, παρά τα βήματα ψηφιοποίησης που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, καθώς και αργούς ρυθμούς διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων που βρίσκονται εκτός τραπεζικών ισολογισμών.
Οι πέντε βασικές συστάσεις για την περίοδο 2026-2027
Η Κομισιόν καλεί την Ελλάδα να συνεχίσει τη δημοσιονομική πειθαρχία και την αποκλιμάκωση του χρέους, αξιοποιώντας παράλληλα τη δημοσιονομική ευελιξία που παρέχει η ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες.
Παράλληλα, ζητεί:
- Βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και περαιτέρω περιορισμό της φοροδιαφυγής.
- Επιτάχυνση της ψηφιοποίησης και του εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης.
- Ταχύτερη εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
- Συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά ταμεία.
- Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω απλούστευσης αδειοδοτήσεων, στήριξης της καινοτομίας και βελτίωσης της πρόσβασης των νεοφυών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στην ενεργειακή μετάβαση, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις δημόσιες μεταφορές χαμηλών εκπομπών και στην προστασία κρίσιμων υποδομών από τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
Το τέλος μιας εποχής, η αρχή νέων απαιτήσεων
Η έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο για την οικονομία και μια ισχυρή συμβολική επιβεβαίωση της πορείας εξόδου από την πολυετή κρίση. Ωστόσο, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταδεικνύει ότι η επόμενη φάση δεν θα κριθεί μόνο από τη διατήρηση των δημοσιονομικών επιδόσεων, αλλά και από την ικανότητα της χώρας να αυξήσει την παραγωγικότητα, να περιορίσει τις κοινωνικές ανισότητες, να βελτιώσει τη λειτουργία των θεσμών και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων.






