Έντονη εσωτερική κινητικότητα καταγράφεται στην Εκκλησία της Ελλάδος μετά τη συζήτηση για τη μισθολογική ρύθμιση των αρχιερέων, με παρεμβάσεις που ξεπερνούν το θεσμικό πλαίσιο και αγγίζουν ευθέως την πολιτική αντιπαράθεση. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών , ο οποίος ζητά την απόσυρση της διάταξης, αμφισβητώντας ανοιχτά ότι η αύξηση των αποδοχών αποτέλεσε ποτέ αίτημα της Εκκλησίας.
Στη δήλωσή του στρέφεται ευθέως κατά της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, κάνοντας λόγο για επικοινωνιακή διαχείριση και για προσπάθεια μετατόπισης της δημόσιας ατζέντας από τα κοινωνικά ζητήματα. Η τοποθέτησή του ανοίγει νέο κύκλο συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, σε μια περίοδο ήδη φορτισμένη πολιτικά.
Την ίδια στιγμή, οι αναφορές του σε εσωτερικές ισορροπίες και πιθανές εντάσεις ανάμεσα σε μητροπολίτες και εφημερίους αναδεικνύουν μια πιο σύνθετη εικόνα: η συζήτηση για τις αποδοχές δεν περιορίζεται στην κορυφή της ιεραρχίας, αλλά αγγίζει ολόκληρη τη δομή του εκκλησιαστικού σώματος.
Η θέση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και η προσπάθεια εκτόνωσης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επιχειρεί να επαναφέρει τη συζήτηση σε θεσμικό πλαίσιο, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί υπερβολικών αποδοχών και «νέων προνομίων». Μέσω του εκπροσώπου Τύπου της, του μητροπολίτη Βαρθολομαίου Πολυανής και Κιλκισίου, η Εκκλησία επιμένει ότι οι αναφορές σε υπέρογκα ποσά προκύπτουν από εσφαλμένες αναγνώσεις ή αποσπασματική παρουσίαση των δεδομένων.
Παράλληλα, η ΔΙΣ επιχειρεί να επανατοποθετήσει ιστορικά το ζήτημα, συνδέοντας τη μισθοδοσία του κλήρου με την ευρύτερη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας και με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στο παρελθόν. Η θέση αυτή λειτουργεί ως αντίβαρο στις επικρίσεις, αλλά και ως προσπάθεια αποφόρτισης της έντασης που έχει ήδη μεταφερθεί στον δημόσιο χώρο.
Αναλυτικά η δήλωση του Μητροπολίτη:
«Προβληματίστηκα πολύ ἄν ἔπρεπε νά γράψω κάτι ἤ νά σιωπήσω γιά τό ζήτημα τῆς κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας γιά τήν αὔξηση τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν Μητροπολιτῶν, τό ὁποῖο αὐτές τίς μέρες τόσο θόρυβο προκαλεῖ.
Ἡ ἐπίμονη ὅμως σύσταση προσώπου πού μέ περιβάλλει μέ βαθύ σεβασμό καί πολλή ἀγάπη μέ ἀνάγκασε τελικά νά παραμερίσω τούς δισταγμούς μου καί νά χαράξω τίς γραμμές πού ἀκολουθοῦν.
1. Διανύω τό 24ο ἔτος τῆς ἀρχιερατείας μου. Οὐδέποτε σέ σύνοδο ἐτέθη ἤ διατυπώθηκε γραπτῶς ἀπό κάποιον Ἱεράρχη δημοσίως αἴτημα αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν μας. Ἑπομένως τό λεχθέν ἀπό ἐπίσημα χείλη ὅτι αὐτό ἀποτελοῦσε «πάγιο αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας», δέν εἶναι ἀληθές.
2. Ὅτι δέν ἀντιστοιχοῦν οἱ ἀποδοχές μας στή θέση καί στήν τιμή πού ἀνέκαθεν ἀποδίδει ἡ Πολιτεία, στό ὑφιστάμενο πλαίσιο σχέσεων, πρός τό λειτούργημά μας εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστό.
Κανείς ὅμως ἀπό μᾶς τούς ἀρχιερεῖς δέν διανοήθηκε αὐτό νά τό ἀπαιτήσει. Τώρα ἄν στίς ἐπικοινωνίες τοῦ Ἀρχιεπισκόπου μέ τόν πρωθυπουργό, ὁ πρῶτος χαριτολογώντας «ἀπείλησε» νά μεταπηδήσει στό Ἰσλάμ καί νά …γίνει «μουφτῆς» (ἐπειδή οἱ ἕλληνες μουφτῆδες ἀμείβονται κατά πολύ ὑψηλότερα ἀπό τούς Μητροπολίτες) καί ὁ πρωθυπουργός «φοβήθηκε» μήπως κοντά στά ἄλλα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει θά τοῦ τύχαινε καί αὐτό, δέν μπορῶ νά γνωρίζω…
3. Δυστυχῶς τό πολιτικό κατεστημένο τοῦ τόπου μας ὅλων τῶν χρωμάτων χαίρεται ὅταν μέ ὁποιοδήποτε τρόπο καί ἀφορμή πλήττεται τό κύρος τῶν ἐπισκόπων. Ἔτσι καί τώρα ἡ πρόταση γιά αὔξηση τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ἱεραρχῶν σήκωσε ὁλόκληρο κουρνιαχτό. Βουΐζει τό διαδίκτυο. Οἱ πάντες μέ πολλή χολή σπεύδουν νά ἐκφέρουν γνώμη. Ἀπρόσμενη ἐπιτυχία τῶν κομματικῶν ἐπικοινωνιολόγων! Ἔστρεψαν τήν προσοχή τῆς κοινῆς γνώμης ἀπό τά φλέγοντα ζητήματα τῆς κοινωνίας στήν αὔξηση τῶν ἀρχιερατικῶν ἀποδοχῶν! Τῶν ἐπικοινωνιολόγων λοιπόν οἱ ἀμοιβές θά πρέπει νά πολλαπλασιαστοῦν!
4. Ἀπό τό μυαλό κάποιων ἴσως πέρασε καί ἡ πονηρή σκέψη ὅτι μέ τή συγκεκριμένη πρόταση «θά φέρουμε σέ ἀντιπαράθεση τό σῶμα τῶν πρεσβυτέρων-ἐφημερίων πρός τούς Μητροπολίτες τους. Ἑπομένως κι ἀπ᾽ αὐτό κερδίζουμε»!
5. Ὁ κυριότερος λόγος ὅμως φαίνεται πώς εἶναι —ἐν ὄψει ἐκλογῶν— νά λησμονηθεῖ ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας (καί φυσικά τῶν Ἱεραρχῶν) στό νόμο γιά τόν γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων. Ἀντιλαμβάνονται οἱ κυβερνῶντες ὅτι αὐτό τό ζήτημα γιά τήν Ἐκκλησία δέν ἔχει κλείσει. Προσβάλλει τό ἦθος της. Τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Τό μυστήριο τοῦ Γάμου. Τόν θεσμό τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας. Γι᾽ αὐτό καί εἶναι δύσκολο νά λησμονηθεῖ.
Τί θά μποροῦσε, λοιπόν, νά βοηθήσει νά ξεχαστοῦν ἡ στάση, ἡ ψῆφος καί τά καμώματα πολλῶν; Νά κλείσουν τά στόματα τῶν ἀρχιερέων μέ τήν αὔξηση τῶν ἀποδοχῶν τους γιά νά σταματήσουν νά τό θυμίζουν καί νά ἐπηρεάζουν τούς χριστιανούς, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
6. Κοντά σέ ὅλα αὐτά καί κάποιοι ἐξ ἡμῶν βγῆκαν στούς ἐξῶστες νά «ἀπολογηθοῦν» γιά τό τί κάνουν ἤ τί θά κάνουν μέ τίς αὐξημένες 90% (!) ἀποδοχές τους, λησμονώντας τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ «μή γνώτω…» (Ματθ. 6,3). Ἀχρείαστες ἐξηγήσεις!
«Τῶν φρονίμων ὀλίγα!» Πάραυτα ἡ συγκεκριμένη διάταξη νά ἀποσυρθεῖ! Νά μή φτάσει στή Βουλή! Ὄχι κι ἄλλος διασυρμός!».
Το ιστορικό βάρος και η σύγκρουση αφηγήσεων
Στη δημόσια αντιπαράθεση συνυπάρχουν δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Από τη μία πλευρά, η Εκκλησία επιμένει ότι η ρύθμιση εντάσσεται στο θεσμικό πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης και δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση. Από την άλλη, μέρος της Ιεραρχίας και πολιτικοί της επικριτές βλέπουν μια επιλογή με έντονο επικοινωνιακό αποτύπωμα, που ανοίγει εσωτερικά ρήγματα και προκαλεί πολιτικό κόστος.
Η αντιπαράθεση εντείνεται από το γεγονός ότι η συζήτηση αγγίζει ζητήματα ταυτότητας και θεσμικού ρόλου της Εκκλησίας, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις της με την Πολιτεία παραμένουν ευαίσθητες και συχνά φορτισμένες.
Ένα ζήτημα που ξεπερνά τις αποδοχές
Πίσω από τη διαφωνία για τα μισθολογικά μεγέθη διαμορφώνεται ένα ευρύτερο πεδίο σύγκρουσης: ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία αντιλαμβάνεται τον θεσμικό της ρόλο και ο τρόπος με τον οποίο η Πολιτεία επιλέγει να τον εντάξει στο διοικητικό της πλαίσιο.
Η δημόσια συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί από τα τεχνικά στοιχεία της ρύθμισης σε ζητήματα πολιτικής στρατηγικής, εσωτερικής συνοχής και θεσμικής ισορροπίας, με την Εκκλησία να καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα εξωτερικές πιέσεις και εσωτερικές διαφοροποιήσεις.


