Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο και πιο σύνθετο πυρηνικό αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή. Έναν χρόνο μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, οι ανησυχίες για ενδεχόμενη μυστική ανάπτυξη πυρηνικού όπλου εμφανίζονται εντονότερες από ποτέ, σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους και νέα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ).
Η τελευταία εμπιστευτική έκθεση του οργανισμού, η οποία κυκλοφόρησε μεταξύ των κρατών-μελών στη Βιέννη, καταγράφει ένα ανησυχητικό κενό εποπτείας γύρω από τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ανατρέπει την εικόνα που είχε διαμορφωθεί μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ιουνίου 2025 και επαναφέρει στο προσκήνιο τον φόβο της πυρηνικής διάδοσης.
Το παράδοξο των στρατιωτικών επιθέσεων
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις επιθέσεις τους εναντίον των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, ο βασικός στόχος ήταν η αποδυνάμωση ή ακόμη και η εξάλειψη των δυνατοτήτων της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Ωστόσο, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που έχουν γνώση της έκθεσης της ΔΟΑΕ, το αποτέλεσμα φαίνεται να είναι πιο περίπλοκο. Οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στις εγκαταστάσεις, αλλά παράλληλα περιόρισαν δραστικά την πρόσβαση των διεθνών επιθεωρητών και δημιούργησαν συνθήκες αβεβαιότητας για την τύχη σημαντικών ποσοτήτων πυρηνικού υλικού.
Πριν από τον πόλεμο, το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν τελούσε υπό τακτική παρακολούθηση της ΔΟΑΕ. Οι επιθεωρητές πραγματοποιούσαν εβδομαδιαίους ελέγχους προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το υλικό χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς. Σήμερα, αυτή η δυνατότητα έχει ουσιαστικά χαθεί.
«Δεν μπορούμε να εξαγάγουμε κανένα συμπέρασμα»
Το πλέον ανησυχητικό σημείο της έκθεσης αφορά την αδυναμία του οργανισμού να πιστοποιήσει πού ακριβώς βρίσκεται και σε ποια κατάσταση βρίσκεται μέρος του πυρηνικού αποθέματος.
Στο 119σέλιδο έγγραφο επισημαίνεται ότι η ΔΟΑΕ «δεν μπορεί να εξαγάγει κανένα συμπέρασμα σχετικά με αυτό το πυρηνικό υλικό», καθώς δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να επαληθεύσει την παρουσία και τη χρήση του.
Η διατύπωση αυτή θεωρείται εξαιρετικά σοβαρή στη γλώσσα της πυρηνικής διπλωματίας. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο διεθνής οργανισμός παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να παρακολουθεί αποτελεσματικά σημαντικές ποσότητες ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, οι οποίες δυνητικά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε ένα στρατιωτικό πρόγραμμα.
Διπλωματικές πηγές υπογραμμίζουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το υλικό παραμένει εκτός επιθεώρησης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος απόκρυψης ή εκτροπής του για μη ειρηνικές χρήσεις.
Οι επιθεωρήσεις μειώθηκαν δραματικά
Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τις νέες ιρανικές αποφάσεις περιορισμού της πρόσβασης των επιθεωρητών που ακολούθησαν τον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου έτους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΟΑΕ, οι επιθεωρήσεις μειώθηκαν κατά περισσότερο από 50% σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα. Παράλληλα, οι διεθνείς παρατηρητές δεν έχουν επιστρέψει ακόμη σε κρίσιμες εγκαταστάσεις όπως το Φορντόου, το Ισφαχάν και το Νατάνζ, περιοχές που αποτέλεσαν στόχο των αεροπορικών επιθέσεων.
Εκεί είχαν εντοπιστεί για τελευταία φορά περίπου 440,9 κιλά ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού και περισσότερα από 8.500 κιλά ουρανίου χαμηλότερου εμπλουτισμού, ποσότητες που εξακολουθούν να προκαλούν έντονο προβληματισμό στις δυτικές πρωτεύουσες.
Η Ουάσιγκτον αναζητεί νέα συμφωνία
Η έκθεση δημοσιοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.
Παρότι ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατέστρεψαν ουσιαστικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι αμερικανικές πρωτοβουλίες αποκαλύπτουν ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να θεωρεί κρίσιμο ζήτημα τον έλεγχο του εμπλουτισμένου ουρανίου.
Στο τραπέζι των συζητήσεων έχουν τεθεί διάφορα σενάρια, από τη μεταφορά του υλικού εκτός Ιράν μέχρι τη διατήρησή του εντός της χώρας υπό αυστηρή διεθνή εποπτεία.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι συνομιλίες προχωρούν χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της ΔΟΑΕ, γεγονός που προκαλεί ανησυχία σε πολλούς διπλωμάτες και ειδικούς.
Η προειδοποίηση Γκρόσι
Ιδιαίτερο βάρος αποκτούν οι δηλώσεις του γενικού διευθυντή της ΔΟΑΕ, Ραφαέλ Μαριάνο Γκρόσι, ο οποίος εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι σε οποιαδήποτε συμφωνία δεν συνοδεύεται από αξιόπιστους μηχανισμούς επαλήθευσης.
Όπως τόνισε σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο οργανισμός δεν συμμετέχει πλέον στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, ενώ προειδοποίησε ότι μια συμφωνία χωρίς δυνατότητα ελέγχου της εφαρμογής της κινδυνεύει να αποδειχθεί ανεπαρκής.
Η παρέμβασή του αντανακλά μια ευρύτερη ανησυχία στους κόλπους της διεθνούς κοινότητας: ότι οι πολιτικές συμφωνίες δεν αρκούν όταν απουσιάζει η τεχνική δυνατότητα επιβεβαίωσης των δεσμεύσεων.
Η αγορά ενέργειας παρακολουθεί με ανησυχία
Οι εξελίξεις δεν αφορούν μόνο τη διεθνή ασφάλεια αλλά και την παγκόσμια οικονομία. Η αβεβαιότητα γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα διατηρεί στο επίκεντρο τον κίνδυνο νέας αποσταθεροποίησης στον Περσικό Κόλπο και ειδικότερα στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου παρακολουθούν στενά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΔΟΑΕ στις 8 Ιουνίου στη Βιέννη, καθώς ενδεχόμενες νέες διαπιστώσεις ή αποφάσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν τόσο τις διπλωματικές ισορροπίες όσο και τις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Ένα νέο κεφάλαιο αβεβαιότητας
Έναν χρόνο μετά τον πόλεμο που παρουσιάστηκε ως καθοριστικό πλήγμα στις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη. Η καταστροφή υποδομών δεν συνοδεύτηκε από μεγαλύτερη διαφάνεια, ενώ η απώλεια πρόσβασης των επιθεωρητών έχει δημιουργήσει ένα επικίνδυνο κενό πληροφόρησης.
Για τους διεθνείς οργανισμούς και τις δυτικές κυβερνήσεις, το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι απέμεινε από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα μετά τις επιθέσεις, αλλά και τι μπορεί να συμβαίνει μακριά από τα μάτια των επιθεωρητών. Και όσο η απάντηση παραμένει ασαφής, τόσο η πυρηνική κρίση στη Μέση Ανατολή θα συνεχίσει να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εστίες γεωπολιτικής αβεβαιότητας παγκοσμίως.





