Ραγδαία αύξηση καταγράφουν οι βακτηριακές σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις στην Ευρώπη, με τη γονόρροια και τη σύφιλη να φτάνουν το 2024 στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Η τάση αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη επιδείνωση στη σεξουαλική υγεία, με τις αρχές δημόσιας υγείας να προειδοποιούν για σοβαρές επιπλοκές όταν οι λοιμώξεις δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα.
Γονόρροια και σύφιλη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC, το 2024 καταγράφηκαν 106.331 κρούσματα γονόρροιας στην Ευρώπη, αριθμός αυξημένος κατά 303% σε σχέση με το 2015. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία για τη συγκεκριμένη λοίμωξη.
Την ίδια στιγμή, τα κρούσματα σύφιλης υπερδιπλασιάστηκαν την ίδια περίοδο, φτάνοντας τα 45.577 περιστατικά. Το ECDC επισημαίνει ότι οι δύο λοιμώξεις παρουσιάζουν σταθερά ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια, χωρίς σημάδια επιβράδυνσης.
Τα χλαμύδια παραμένουν η πιο συχνή λοίμωξη
Παρά τη ραγδαία αύξηση γονόρροιας και σύφιλης, τα χλαμύδια εξακολουθούν να αποτελούν τη συχνότερη βακτηριακή σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη στην Ευρώπη, με 213.443 καταγεγραμμένα κρούσματα το 2024.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι, πέρα από τις πιο σοβαρές ή συμπτωματικές λοιμώξεις, η συνολική επιδημιολογική επιβάρυνση παραμένει υψηλή, με διαφορετικά προφίλ κινδύνου ανά χώρα και πληθυσμιακή ομάδα.
Προειδοποίηση για επιπλοκές και καθυστερημένη διάγνωση
Ο Μπρούνο Τσάντσο του ECDC προειδοποίησε ότι οι βακτηριακές λοιμώξεις που δεν διαγιγνώσκονται και δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές επιπλοκές, όπως χρόνιο πόνο και υπογονιμότητα.
Στην περίπτωση της σύφιλης, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι ακόμη πιο βαριές, καθώς ενδέχεται να επηρεάσουν την καρδιά, τα αγγεία και το νευρικό σύστημα, ιδιαίτερα όταν η νόσος παραμένει αδιάγνωστη για μεγάλο διάστημα.
Ανησυχία για τη μετάδοση από μητέρα σε παιδί
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση των κρουσμάτων σύφιλης που μεταδίδεται από τη μητέρα στο παιδί. Σύμφωνα με το ECDC, οι σχετικές αναφορές στις 14 χώρες που παρείχαν δεδομένα αυξήθηκαν από 78 το 2023 σε 140 το 2024.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία του προγεννητικού ελέγχου και της έγκαιρης διάγνωσης, καθώς η συγγενής σύφιλη συνδέεται με σοβαρές επιπλοκές για το νεογνό.
Ποιοι πληθυσμοί επηρεάζονται περισσότερο
Τα στοιχεία του ECDC δείχνουν ότι οι άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες αποτελούν την ομάδα με τα υψηλότερα ποσοστά γονόρροιας και σύφιλης.
Ωστόσο, η σύφιλη καταγράφει αυξητική τάση και στον ετεροφυλόφιλο πληθυσμό, με σημαντική παρουσία σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, στοιχείο που ανησυχεί ιδιαίτερα τις υγειονομικές αρχές λόγω του κινδύνου μετάδοσης στην εγκυμοσύνη.
Πρόληψη και έγκαιρος έλεγχος ως βασικά εργαλεία
Το ECDC υπογραμμίζει ότι η προστασία της σεξουαλικής υγείας παραμένει κρίσιμη. Η χρήση προφυλακτικού, ο τακτικός έλεγχος σε περίπτωση συμπτωμάτων και η έγκαιρη ιατρική παρέμβαση αποτελούν τα βασικά εργαλεία περιορισμού της διασποράς.
Η εικόνα που καταγράφεται στην Ευρώπη δείχνει ότι η αύξηση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων συνδέεται όχι μόνο με τη μετάδοση, αλλά και με καθυστερημένη διάγνωση και μειωμένη πρόληψη.






