Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε φάση ηπιότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού, σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της European Commission, οι οποίες αποδίδουν την επιβράδυνση κυρίως στις δευτερογενείς επιπτώσεις από το νέο ενεργειακό σοκ που πυροδοτεί η κρίση στη Μέση Ανατολή. Παρά τη μεταβολή του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της European Union και της Eurozone, διατηρώντας μια σχετική δυναμική σε επενδύσεις και απασχόληση.
Η Επιτροπή προειδοποιεί ότι το ενεργειακό σοκ επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και ανακόπτει την κατανάλωση, την ώρα που οι επενδύσεις συνεχίζουν να λειτουργούν ως βασικός πυλώνας στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας, κυρίως μέσω της απορρόφησης ευρωπαϊκών πόρων.
Επιβράδυνση ανάπτυξης με στήριξη από επενδύσεις και ευρωπαϊκά κονδύλια
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1% το 2025, για να υποχωρήσει στο 1,8% το 2026 και περαιτέρω στο 1,6% το 2027. Η σταδιακή αυτή αποκλιμάκωση αποδίδεται κυρίως στην επίδραση των αυξημένων τιμών ενέργειας, οι οποίες περιορίζουν την ιδιωτική κατανάλωση.
Παρά τη γενική επιβράδυνση, οι επενδύσεις παραμένουν ανθεκτικές, με την Κομισιόν να επισημαίνει ότι η συνεχής ροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας λειτουργεί ως βασικός μοχλός σταθερότητας για το επενδυτικό περιβάλλον. Η επίδραση αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί, αν και σταδιακά θα εξασθενήσει μετά το 2027, καθώς ολοκληρώνεται η εφαρμογή του RRF.
Η εικόνα αυτή συνθέτει ένα μικτό οικονομικό περιβάλλον: χαμηλότερη δυναμική στην κατανάλωση, αλλά σταθερότητα στις επενδύσεις και στις δημόσιες ροές χρηματοδότησης.
Πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια και μετακύλιση στο κόστος
Η πλέον αισθητή μεταβολή αφορά τον πληθωρισμό, ο οποίος αναμένεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026, υπό την πίεση της ανόδου των τιμών ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει ευθέως αυτή την εξέλιξη με τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, υπογραμμίζοντας ότι η Ευρώπη, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε εξωτερικά ενεργειακά σοκ.
Η Επιτροπή σημειώνει χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για το δεύτερο ενεργειακό σοκ σε λιγότερο από πέντε χρόνια, στοιχείο που επιβαρύνει τη συνολική σταθερότητα των τιμών.
Το 2027, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα προβλέπεται να υποχωρήσει στο 2,4%, ωστόσο η αποκλιμάκωση δεν αναμένεται να είναι ομοιόμορφη. Οι μη ενεργειακές συνιστώσες του πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος μετακυλίονται σταδιακά σε αγαθά και υπηρεσίες.
Αγορά εργασίας και δημοσιονομική εικόνα
Η ανεργία στην Ελλάδα συνεχίζει την πτωτική της πορεία, αν και με πιο ήπιο ρυθμό, με την Κομισιόν να εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 7,9% έως το 2027. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σταθεροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας και τη διατήρηση επενδυτικών ροών, παρά τις εξωτερικές πιέσεις.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Ελλάδα εμφανίζει εικόνα ανθεκτικότητας. Η Επιτροπή προβλέπει τη διατήρηση πλεονασματικών ισοζυγίων στην περίοδο 2025–2027, ακόμη και υπό την επίδραση επεκτατικών μέτρων πολιτικής. Η ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τα πρωτογενή πλεονάσματα, οδηγεί σε σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κοντά στο 134% έως το τέλος του 2027, σηματοδοτώντας μια σταδιακή αλλά συνεπή βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης.
Ευρωζώνη και ΕΕ σε περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερων τιμών
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι προβλέψεις της Eurozone αποτυπώνουν επίσης επιβράδυνση. Η ανάπτυξη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027, χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Στην European Union, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,1% το 2026 και 1,4% το 2027.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος: στην Ευρωζώνη εκτιμάται στο 3% το 2026 και στο 2,3% το 2027, ενώ στην ΕΕ στο 3,1% και 2,4% αντίστοιχα. Η διπλή πίεση από χαμηλότερη ανάπτυξη και επίμονες πληθωριστικές τάσεις συνθέτει ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία, με την ενέργεια να παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας κινδύνου.






