Διαζύγια πλουσίων στις ΗΠΑ – Η ιστορία της Belle Burden και η σκοτεινή πλευρά της upper class
Σχεδόν όλοι έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για τις ζωές των πλούσιων Αμερικανών: σπίτια δίπλα στον ωκεανό, καλοκαίρια στο Martha’s Vineyard, δείπνα με λινά τραπεζομάντιλα και γάμοι που μοιάζουν με διαφημίσεις πολυτελούς ζωής. Η εικόνα καταρρέει με εντυπωσιακό τρόπο στο βιβλίο της Μπελ Μπέρντεν, μιας γυναίκας που μεγάλωσε μέσα στην αμερικανική αριστοκρατία, σπούδασε στο Χάρβαρντ, παντρεύτηκε έναν ισχυρό διαχειριστή hedge fund και βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με το απόλυτο κοινωνικό και συναισθηματικό κενό: την εγκατάλειψη.
Το βιβλίο της, που συζητείται έντονα στις ΗΠΑ μετά και το εκτενές αφιέρωμα των New York Times, λειτουργεί σαν μια ακτινογραφία της upper class Αμερικής. Πίσω από τα μεγάλα σπίτια, τα οικογενειακά trust funds και τις υποδειγματικές φωτογραφίες με φόντο χριστουγεννιάτικα δέντρα, ποτήρια σαμπάνιας και καλοψημένες γαλοπούλες, αποκαλύπτεται ένας κόσμος ψυχικά εύθραυστος, γεμάτος μοναξιά, σιωπηλή εξάρτηση και σχέσεις χτισμένες πάνω σε αυστηρούς κοινωνικούς ρόλους.
Πώς μοιάζει ένας «τέλειος» γάμος στην αμερικανική ελίτ;
Η Μπέρντεν μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον προνομίων. Η μητέρα και η γιαγιά της ανήκαν στον κόσμο των socialites της Ανατολικής Ακτής, εκεί όπου η κοινωνική θέση λειτουργεί σχεδόν κληρονομικά. Το Martha’s Vineyard, όπου ζει, αποτελεί διαχρονικά καλοκαιρινό καταφύγιο προέδρων, επιχειρηματιών και οικογενειών παλαιού χρήματος. Ένα είδος αμερικανικού «Μονακό».
Η ίδια ακολούθησε την προβλέψιμη διαδρομή της τάξης της: εξαιρετικές σπουδές, καριέρα σε μεγάλο νομικό γραφείο, γάμος με έναν άνδρα ανάλογου status, οικογένεια, παιδιά. Κάπου εκεί όμως ενεργοποιήθηκε ένας πολύ παλιός μηχανισμός της upper class: η γυναίκα εγκαταλείπει σταδιακά τη δική της επαγγελματική ταυτότητα για να στηρίξει τη δημόσια εικόνα της οικογένειας.
Στην Αμερική των υπερ-πλούσιων, η μητρότητα παραμένει συχνά μια μορφή πλήρους απασχόλησης, ακόμη κι όταν υπάρχουν νταντάδες, οδηγοί και προσωπικό. Οι γυναίκες οργανώνουν σχολικά δίκτυα, κοινωνικές σχέσεις, φιλανθρωπίες, εξοχικά weekends και την αόρατη συναισθηματική εργασία που κρατά ζωντανό το οικογενειακό αφήγημα.
Μέχρι τη στιγμή που αυτό καταρρέει.
Τι συμβαίνει όταν ο ένας αποφασίζει ότι «βαρέθηκε»;
Η πιο συζητημένη σκηνή του βιβλίου έχει σχεδόν κινηματογραφική σκληρότητα. Ο σύζυγός της, επιτυχημένος διαχειριστής hedge fund, της ανακοινώνει ψυχρά ότι εγκαταλείπει τον γάμο, επειδή κουράστηκε από τη ζωή τους και θέλει να μείνει μόνος. Νοικιάζει ένα μικρό διαμέρισμα, απομακρύνεται ακόμη και από τα παιδιά τους και αφήνει πίσω μια οικογένεια που μέχρι τότε έμοιαζε υπόδειγμα κοινωνικής τελειότητας.
Και αμέσως μετά την ανακοίνωση, της ζητά να του φτιάξει… ένα σάντουιτς γιατί πεινάει.
Η Μπέρντεν γράφει ότι υπάκουσε μηχανικά. Εκεί βρίσκεται ίσως όλη η ουσία της ιστορίας. Όχι στην πολυτέλεια, ούτε στο σοκ του διαζυγίου, αλλά στην ακαριαία αποκάλυψη μιας βαθιάς, σχεδόν εκπαιδευμένης υποταγής. Μια γυναίκα του Χάρβαρντ, οικονομικά μορφωμένη, κοινωνικά προνομιούχα, βρέθηκε να λειτουργεί σαν να μην είχε κανένα εσωτερικό δικαίωμα αντίδρασης.
Το επεισόδιο προκάλεσε τεράστια συζήτηση στις ΗΠΑ ακριβώς επειδή διέλυσε το στερεότυπο ότι η μόρφωση και τα χρήματα θωρακίζουν συναισθηματικά τους ανθρώπους.
Είναι διαφορετικό το διαζύγιο όταν έχεις εκατομμύρια;
Η ίδια επιμένει πως ο ψυχικός πόνος δεν γνωρίζει ταξικά όρια. Σε ένα επίπεδο έχει δίκιο. Η εγκατάλειψη, η προδοσία και η κατάρρευση μιας κοινής ζωής λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο είτε συμβαίνουν σε ένα ρετιρέ του Μανχάταν είτε σε ένα μικρό διαμέρισμα εργατικής συνοικίας.
Υπάρχουν όμως και οι διαφορές — και είναι τεράστιες.
Στα διαζύγια της αμερικανικής upper class, το ζήτημα δεν είναι μόνο συναισθηματικό αλλά και θεσμικό. Περιουσίες εκατοντάδων εκατομμυρίων, επενδυτικά κεφάλαια, φορολογικά σχήματα, οικογενειακά trusts, εξοχικά και συμμετοχές σε εταιρείες μετατρέπουν έναν χωρισμό σε πολυετή επιχειρηματικό πόλεμο. Η βιομηχανία των «elite divorces» στις ΗΠΑ έχει εξελιχθεί σε ξεχωριστό νομικό σύμπαν, με ιδιωτικούς ερευνητές, ειδικούς διαχείρισης φήμης και δικηγορικά γραφεία που χρεώνουν δεκάδες χιλιάδες δολάρια την ώρα.
Παράλληλα, στις πλούσιες κοινότητες υπάρχει έντονη κοινωνική πίεση να διατηρείται η εικόνα της επιτυχίας. Πολλές γυναίκες περιγράφουν ότι το πιο οδυνηρό στοιχείο δεν είναι ο χωρισμός, αλλά η δημόσια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας μέσα σε κύκλους όπου ο «τέλειος γάμος» αντιμετωπίζεται σχεδόν ως κοινωνικό κεφάλαιο.
Γιατί η ιστορία της Belle Burden έγινε τόσο δημοφιλής;
Επειδή πίσω από το glamour υπάρχει κάτι βαθιά αναγνωρίσιμο. Η ιστορία της δεν αφορά τελικά το Martha’s Vineyard ούτε τους διαχειριστές hedge funds. Αφορά τη στιγμή που μια ολόκληρη ταυτότητα καταρρέει απότομα.
Η Μπέρντεν περιγράφει πως μετά το διαζύγιο συνειδητοποίησε ότι είχε εξαφανιστεί μέσα στον ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Το βιβλίο έγινε τελικά η προσωπική της έξοδος από αυτό το μοντέλο ζωής. Η εμπορική επιτυχία της αποκάλυψε κάτι που δεν είχε ποτέ χώρο να αναπτυχθεί μέσα στον «τέλειο» γάμο της: τη δική της φωνή.
Κι ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά αυτής της ιστορίας. Ότι σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν εξασφαλισμένα, πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν πολύ αργά πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί ο εαυτός τους πίσω από την κοινωνική εικόνα της ευτυχίας.






