Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Η φήμη και τα επιτεύγματα προηγούνται του επωνύμου, πολλώ δε μάλλον της εθνικότητας κάθε προσώπου που αναλαμβάνει δημόσιο αξίωμα, εν προκειμένω ευρωπαϊκού. Δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση, αυτή θα έπρεπε να είναι, πάντως, η βάση εκκίνησης για την αξιολόγηση των αξιωματούχων.
Η Κάγια Κάλας, για παράδειγμα, είναι Εσθονή. Επικαλέστηκε κανείς την καταγωγή της από τη συγκεκριμένη χώρα του σοβιετικού μπλοκ για να αμφισβητήσει τον διορισμό της στη θέση του Ύπατου Αρμοστή Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε; Όχι. Ούτε καν ότι η πρώην πρωθυπουργός της χώρας της Βαλτικής είχε δεχτεί σφοδρή κριτική κατά την θητεία της λόγω των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του συζύγου της στη Ρωσία.
Ο Βίλε Ιτάλα, για επτά χρόνια επικεφαλής της ευρωπαϊκής υπηρεσίας καταπολέμησης της απάτης, είναι Φινλανδός και διετέλεσε πρόεδρος του κόμματος Εθνικού Συνασπισμού, γνωστό μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις πρωτοποριακές ιδέες του γι’ αυτά των ομοφυλοφίλων. Στην OLAF κατόρθωσε να φέρει σε πέρας πάνω από 1.500 υποθέσεις κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων.
Ο επικεφαλής του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ Μαρκ βαν ντερ Ρούτε είναι Ολλανδός, η Ευρωπαία Συνήγορος του Πολίτη Έμιλι Ο’Ράϊλι, Ιρλανδή, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Κουν Λέντερτς, Βέλγος, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου Τόνι Μέρφι, Ιρλανδός και ούτω καθ’ εξής.
Η Λάουρα Κοβέσι, από την άλλη, άφησε εποχή στη Ρουμανία ως εισαγγελέας, κυρίως λόγω της δράσης της ως επικεφαλής της Εθνικής Διεύθυνσης Καταπολέμησης της Διαφθοράς (DNA) από το 2013 έως το 2018, διώκοντας ανώτατους αξιωματούχους και κερδίζοντας τη φήμη μιας «αδιάφθορης» διώκτριας της διαφθοράς. Υπό την ηγεσία της, η DNA πέτυχε να παραπέμψει σε δίκη εκατοντάδες δημόσιους λειτουργούς, συμπεριλαμβανομένων ενός πρώην πρωθυπουργού (Βίκτορ Πόντα), πέντε βουλευτών, υπουργών και δεκάδων δημάρχων.
Γι’ αυτό και επελέγη ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Εάν ο Αντόνιο Ντι Πιέτρο ήταν νεότερος και δεν είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση θα μπορούσε να είναι εκείνος στη θέση της Κοβέσι. Το γεγονός ότι προέρχεται από τη χώρα της Μαφία και της P2 δεν θα εμπόδιζε κανέναν που θα λάμβανε υπόψη του τι ακριβώς ήταν η επιχείρηση “Καθαρά Χέρια”.
Ως εκ τούτων, εάν είναι η Κοβέσι Ρουμάνα, ήτοι από τη χώρα του Τσαουσέσκου και την διαβόητης “Σεκιουριτάτε” με τους 11.000 (!) πράκτορες και το μισό εκατομμύριο “χαφιέδες”, πολύ μικρή αξία έχει. Προηγήθηκαν η φήμη και η δράση της.
Εν κατακλείδι, η Κοβέσι και κάθε Κοβέσι κρίνεται από την σκευή που φέρνει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και όσα πράττει κατά τη διάρκεια που κατέχει το σχετικό αξίωμα. Η επίκληση (με διασπορά υποψιών) της εθνικότητάς της γίνεται εκ του πονηρού, ιδιαίτερα όταν -επιτέλους- αρκετοί Έλληνες καταλαμβάνουν ευρωπαϊκά αξιώματα. Την εποχή (2003-2013) που ο Νικηφόρος Διαμαντούρος διετέλεσε Ευρωπαίος Συνήγορος του Πολίτη, στην Ελλάδα η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν ακόμα άγνωστη έννοια, ουδείς, όμως, στις Βρυξέλλες ή αλλού τόλμησε να μεμφθεί την εθνική καταγωγή του. Ούτε και του Βασίλη Σκουρή, ο οποίος την ίδια εποχή διετέλεσε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όταν καθ΄ ημάς αποκαλύπτονταν το ένα μετά το άλλο τα σκάνδαλα πολιτικής και άλλης διαφθοράς.
Διότι, εν τέλει, όλοι αυτοί, λιγότερο ή περισσότερο σπουδαίοι, κομίζουν στο ευρωπαϊκό αξίωμα που καταλαμβάνουν την προσωπική επιστημονική αξιοσύνη τους. Και, τούμπαλιν, όταν σέβεται κανείς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς (έστω αυτούς τους ατελείς που ενίοτε μας απογοητεύουν), σέβεται και τους επικεφαλής τους. Και εάν καταφύγουμε στην “ευκολία” του χαρακτηρισμού βάσει της εθνικότητας, μάλλον δεν πρέπει να συναινέσουμε ποτέ με την τοποθέτηση Γερμανού σε κάποιο ευρωπαϊκό αξίωμα, ύστερα από την εθνική “δολοφονία χαρακτήρα” που υποστήκαμε από την πολιτική ελίτ του Βερολίνου την εποχή των μνημονίων.


