24 Μάι 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Editor's Choice
  • π. Φιλόθεος Χρ. Δέδες / «Εξ αιτίας της αγάπης Σου σώσε μας»

π. Φιλόθεος Χρ. Δέδες / «Εξ αιτίας της αγάπης Σου σώσε μας»

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

(Jerome, Breviarium in Psalmos ΧΙ, 1090)

Αμέσως μετά από τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό, ο Ιησούς «ἤγετο ἐν τῶ πνεύματι εἰς τὴν ἔρημον ἡμέρας τεσσαράκοντα, πειραζόμενος ὑπό τοῦ διαβόλου…», διαβάζουμε στο ΚατὰΛουκᾶν Ευαγγέλιο (4, 1-13).

π. Φιλοθέου Χρ. Δέδε

Το άγιο Πνεύμα Τον οδήγησε στην έρημο της ανθρώπινης περιπέτειας για να πειρασθεί. Πορεύεται σε αυτήν για να αντιμετωπίσει τους πειρασμούς της ενθαδικότητάς της. Η ιστορία οδηγεί τον άνθρωπο στην παλινωδία της επαναληπτικότητας του κλειστού-πεπερασμένου χρόνου. Το ανθρώπινο ον, από την αρχή της ιστορίας, τανύζεται στον αγώνα, μέσω της συνεχούς ανάπτυξης, παραγωγής και διάδοσης της εξέλιξής του να προαγάγει πολιτισμό. Η κύρια και καίρια κατεύθυνση του πολιτιστικού ιδεώδους παραμένει έως και σήμερα η υπέρβαση του κλειστού χωροχρόνου, η εν αναφορά τροχιοδρόμηση για την ανάγνωση του κόσμου, η ψηλάφιση της μετακοσμικής ειμαρμένης.

Η κατεύθυνση του ποιητικού ανθρωπίνου πνεύματος για την απόκτηση επιστημονικής γνώσης σχοινοβατεί στην υπόθεση να προκαλέσει αποτελέσματα. Εισάγεται έτσι η μεταφυσική στην επιστημονική διερεύνηση προς αποτελεσματική τελεσφόρηση. Κάθε ανθρώπινη δημιουργικότητα συνυφαίνεται με την υπέρβαση των κλειστών ορίων της ιστορίας. Ο άνθρωπος είναι ένα κοσμικό όν –συμπαντικό θα το ονομάζαμε σήμερα– το οποίο ασφυκτιά στις επαναλαμβανόμενες σταθερές του φυσικού κόσμου· γι’ αυτό αναπτύσσεται όχι μόνο ενδοϊστορικά αλλά και μεταϊστορικά.

Το μέλλον προκαλεί, γιατί ο σκοπός της ενδοϊστορικής του προόδου ευρίσκεται στην υπέρβαση της ενθαδικότητάς του, τον εγκλεισμό εντός της οποίας διαλαμβάνει και ως απειλή. Το ανθρώπινο ον παλεύει με τους δαίμονές του, προσπαθεί να βρει την αλήθεια στο φως των επιστημών, να προσδώσει νοηματικό περιεχόμενο στη ζωή, να ελευθερωθεί από την υποταγή στα όρια της φύσης του.

Ο νόμος του Moore, ήδη από το 1965, όπως πλέον ισχύει σήμερα στην επιβραδυντική του λειτουργικότητα, οδηγεί την επιστήμη σε ασύλληπτες ερευνητικές εξελίξεις. Το εγκεφαλικό δίκτυο (brain net), το νευρωνικό δίκτυο του εγκεφάλου, πρόκειται να αντικαταστήσει το διαδίκτυο. Είναι δυνατή η ανάγνωση των αναμνήσεων της εγκεφαλικής λειτουργίας· δύναται επίσης να εξαχθούν ακόμη και εικόνες από τον εγκέφαλο. Τίθεται στο εγγύς μέλλον το θεμέλιο τηλεπαθητικού ελέγχου της κοσμικής πραγματικότητας. Η διεπαφή μηχανής-εγκεφάλου πρόκειται να επιφέρει τεράστιες επιπτώσεις για το μέλλον. Η ψηφιακή αθανασία ίσως είναι μία συνέπεια μεταϊστορικής πραγματικότητος· το ανθρώπινο ον θα ζει για πάντα…

Όλα αυτά δεν είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Συμβαίνουν ήδη και πρόκειται από τα μέσα του αιώνα που διανύουμε έως πριν το τέλος του να είναι πραγματοποιημένα. Η αδαμική ροπή για φυσική αθανασία κινείται ήδη με τεχνητό τρόπο από τη Φυσική επιστήμη. Η κτιστότητα, από φιλοσοφικό πρόβλημα σαρκώνει την προσπάθεια υπέρβασής της από τη Φυσική και τις συναφείς της επιστήμες. Ο άνθρωπος αναζητεί τρόπους εισόδου στο «επέκεινα», αρνείται τα κλειστά σύνορα της ιστορίας. Μιλούμε επομένως για έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος ήδη διαφαίνεται και ως έναν βαθμό είναι παρών.

Η απαξίωση της ιστορίας δεν είναι κατεύθυνση η οποία ερείδεται στην εκκλησιαστική εμπειρική μαρτυρία. Ο κόσμος είναι δημιουργία, κόσμημα της ποιητικής και προνοιακής πράξεως του Θεού. Η ιστορία είναι προϋποθετικός και απαραίτητος χώρος για την Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Πατρός, χώρος κατοίκησης και ενέργειας του αγίου Πνεύματος. Εντός της ο Πατήρ αποστέλλει τον Υιό, εισάγοντας την εσχατολογία στην ιστορία, διά της προσλήψεως της ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο της θεότητος του Υιού. Το σχέδιο της θείας οικονομίας πρόκειται να τελειωθεί, ήτοι να ολοκληρωθεί αγιαστικά η Δημιουργία, κατά χάριν Πνεύματος αγίου. Ο Χριστός εισέρχεται στην ιστορία για να διανοίξει την οδό της υπέρβασης και όχι της κατάργησής της. Υπέρβαση σημαίνει διάνοιξη της ιστορίας στον εσχατολογικό της προορισμό δυναμικά, διά Πνεύματος αγίου. Ο Χριστός είναι η ευλογία της φανέρωσης της Βασιλείας του Πατρός, με την οποίαν ο Θεός έχει προικίσει έκαστο ανθρώπινο ον. Η αντιμετώπιση και η απόρριψη των πειρασμών απαντάται από τον Ιησού με άρυση ρημάτων από το παλαιοδιαθηκικό βιβλίο του Δευτερονομίου. Η πρόκληση των πειρασμών μηχανεύεται προκειμένου να παγιδευθεί ο Χριστός, εφόσον ο πειραστής στερείται της γνώσεως εκ πνεύματος Θεού περί του θεανδρικού προσώπου του Υιού.

Το περιεχόμενο της προσευχής του Κυρίου στην έρημο δεν μας είναι γνωστό από τους συνοπτικούς ευαγγελιστές, ούτε και θα μπορούσε να ήταν. Και όμως, η αρχιερατική προσευχή του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανή μας αποκαλύπτει αυτό που δεν γνωρίζαμε. Την έβδομη ημέρα της δημιουργίας, διαβάζουμε στο βιβλίο της Γενέσεως, ο Θεός σταμάτησε το έργο Του και αναπαύθηκε. Η λέξη «shabat» σημαίνει σταματώ, ευλογώ, αγιάζω. Ο Θεός αγίασε την έβδομη ημέρα. Τοιουτοτρόπως ερμηνεύεται η σημασία της λέξεως: «αγίασε ο Θεός την ημέρα την εβδόμη». Η ημέρα του Κυρίου αρχίζει με την αγιαστική είσοδό Του στην έβδομη μέρα. Οι «πρώτες ώρες» είναι ο Ευαγγελισμός, η Γέννηση και η Βάπτιση, κι αμέσως έπεται η αρχή της δημόσιας πορείας Του στον ιστορικό μας  χρόνο. Ευθύς λοιπόν ήχθη στην ερημία του κτιστού. Στην προσευχή της αγωνίας στη Γεθσημανή, ο Κύριός μας αρχίζει με τη φράση: «Πάτερ ἐλήλυθεν ἡ ὥρα…». Απευθύνεται στον Πατέρα, από τον Οποίο πηγάζει «πᾶν δώρημα τέλειον».

Η κύρια σχέση Του, από την οποία πηγάζει η ταυτότητά Του είναι ο Πατήρ, ο Οποίος Τον απέστειλε για να φανερώσει το όνομά Του στους ανθρώπους. Είναι ο απεσταλμένος ελευθερωτής ο Χριστός, ο Υιός του Πατρός, τον Οποίον Εκείνος μόνος γνωρίζει και του Οποίου το θέλημα φανερώνει. Για να φθάσει κάποιος στον Θεό πρέπει να ξεκινήσει από τον Ίδιο τον Θεό. Το όνομα του Θεού είναι Πατέρας. Έτσι ονομάζεται αποκαλυπτόμενος, και αυτή Του η πράξη είναι δωρεά, δεν είναι δική μας γνωστική κατάκτηση. Γνωρίζουμε τον Πατέρα επειδή Εκείνος απέστειλε τον Υιό Του σε εμάς και η αγάπη του Πατέρα είναι ο Υιός. Γι’ αυτό και ενώνεται μαζί μας, γίνεται όμοιος με εμάς, ενώνει στο θεϊκό Του πρόσωπο την Υιική θεότητα με την όμοια με εμάς ανθρωπότητά Του. Η Εκκλησία δεν είναι ένα σύνολο ατόμων που πιστεύουν σε κοινές θεωρίες περί Θεού. Η Εκκλησία είναι μία ενότητα, το σώμα του Κυρίου μας, Υιού του Πατρός, στο οποίο μας έχει οργανικά ζωοποιήσει διά του βαπτίσματος και του χρίσματος. Το μυστήριο της Οικονομίας έχει αρχίσει και τώρα επίκειται να τελειωθεί, να ολοκληρωθεί. Έφθασε επομένως η ώρα της ολοκλήρωσης. Ενωμένοι οργανικά στο Σώμα του ζώντος Θεού, οι άνθρωποι πρόκειται να τελειωθούμε ως κατά χάριν υιοί του Πατρός διά του μονογενούς Υιού.

Η ενότητα κτιστού ανθρώπου και ακτίστου Θεού είναι το θέλημα της Αγίας Τριάδος. Το Άγιο Πνεύμα είναι η ζωοποιός δύναμη και ενέργεια που επιτελεί το έργο αυτό. Χορηγεί στη θέλησή μας χάρισμα ελκτικότητος, φωτισμό δωρεοληψίας, καθαρμό νου, θησαυρό πληρότητος, επίγνωση ενότητος στο πρόσωπο του Υιού. Ο Χριστός ζητεί από τον Πατέρα να δεχθεί δι’ Αυτού τον κόσμο που έχει αναλάβει στη θεανδρική Του υπόσταση «για να είμαστε όλοι ενωμένοι στο σώμα Του, όπως Εκείνος είναι μία ενότητα προσώπων με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα».

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς στον 13ο στίχο του τετάρτου κεφαλαίου αναγράφει: «κα συντελέσας πάντα πειρασμν ὁ διάβολος ἀπέστη ἀπ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ» (δηλ. αφού τελείωσε με όλους τους πειρασμούς, ο πονηρός έφυγε προσωρινά απ’ αυτόν). Η τελειωτική απάντηση του Χριστού στους πειρασμούς δίδεται πριν δύσει η έβδομη ημέρα του Κυρίου.

Ο πειραστής ζήτησε από τον Χριστό να κάνει τις πέτρες ψωμί, να χορτάσει ο ίδιος από την νηστεία των σαράντα ημερών. Με αυτόν τον τρόπο υποβάλλει τον λογισμό να λύσει το πρόβλημα της σιτοδείας στην ανθρωπότητα. Του ζήτησε να δημιουργήσει πέτρινο ψωμί, να προξενήσει στους ανθρώπους εξάρτηση απ’ αυτόν, μία πέτρινη ελευθερία, αναγκαιότητα αποδοχής της παρουσίας του. Ήθελε να τον μετατρέψει σε επιβεβλημένο καλό, πέτρινο είδωλο λατρείας, σκληρά δίκαιο, ίδιο με την ακαμψία των λίθων. Να αναιρέσει ο Χριστός το κατ’ εκόνα και καθ μοίωσιν του Αδάμ, να τον «διορθώσει» σ’ ένα Γκόλεμ [αναφέρεται στο Ταλμούδ, ένα γιγάντιο ανθρωπόμορφο δημιούργημα από πηλό, χωρίς ψυχή, συνείδηση και λόγο. Ο Ραβίνος δημιουργός του αναγράφει στο μέτωπό του τη λέξη emet (δηλ. αλήθεια) και για να το ελέγξει σβήνει το πρώτο γράμμα από τη λέξη emet, έτσι μεταπίπτει σε met (δηλ. νεκρός) γιατί πέφτει στη λήθη]. Η πρόνοια του Θεού θέλει τον άνθρωπο ελεύθερο από επιλογές ρυθμιστικών αναγκαιοτήτων.

Η Θεία Οικονομία θέλει τον άνθρωπο μέτοχο και κοινωνό της Τριαδικής ζωής και δόξης. Το σχέδιο της Οικονομίας του Πατρός είναι άλλο. Δίδει ο Κύριος τον εαυτό Του τροφή στην πείνα του ανθρώπου, τον καθιστά άξιο θεοκοινωνούμενο ον, χορηγώντας «φάρμακο αθανασίας»· παρέχει τη λύτρωση από τον θανατικό μηδενισμό, την επιστροφή του ανθρώπου στο μη όν.

Ο δεύτερος πειρασμός επιθυμεί να καταβάλει στον Χριστό την Βασιλεία του κόσμου τούτου, να τον καταστήσει άρχοντα σε δούλους, κύριο σε υπηρέτες, ισχυρό σε αδύναμους, εξουσία σε εξουθενωμένους. Του προσφέρει τον θρόνο της εξουσίας για να τον αποτρέψει από την «ατιμία» της ανόδου επί του Σταυρού. Ο Χριστός, στο πάθος για εξουσία που του παρέχεται, πορεύεται στην εξουσία του εκουσίου πάθους Του. Αποδέχεται την ελευθερία που δημιούργησε μια άλλη ελευθερία – τον άνθρωπο, στην οποία άφησε τη δυνατότητα ακόμη και να Τον καταδικάσει στον διά σταυρού θάνατο. Ο αντιθεϊσμός, έως της σήμερον, διακηρύσσει πως «αν ο Θεός υπάρχει, ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος», ενώ ο Χριστός της Εκκλησίας επί του Σταυρού κηρύσσει «επειδή ο άνθρωπος υπάρχει, ο Θεός δεν είναι ελεύθερος», γιατί εκουσίως αγαπά έως τον θάνατο κραταιώς. Δεν ανταλλάσσει το πάθος του Σταυρού· αποδέχεται την ύβριν της ανθρωπίνης ελευθερίας. Ο στέφανος της δόξης Του γίνεται  η επιγραφή  « Βασιλες τν ουδαίων» και για τον λυτρούμενο κόσμο είναι « Βασιλες τς δόξης». Προκειμένου να μην περιορισθεί ή ελεγχθεί η ελευθερία του ανθρώπου, ο μονογενής Υιός του Θεού καταβάλλει τη ζωή Του «λύτρον ἀντὶ πολλῶν».

Ο τρίτος πειρασμός προτρέπει τον Χριστό να βεβηλώσει τον Ναό, να επιβάλλει την προσκύνησή Του με την πτώση από το ύψος του αετώματος, να γίνει Θεός βίαιης και καταναγκαστικής προσκύνησης, να χωρισθεί από το θέλημα του Πατρός, να αρνηθεί την παρουσία του αγίου Πνεύματος, το Οποίο απελευθερώνει τον Χριστό και από την αναγκαιότητα μιας επιβεβλημένης θεότητος, να μην λατρευθεί διά της θαυματουργίας. Δεν θα πέσει από τον ναό, αφού ο Ίδιος είναι ο ναός της αγιότητος της αγίας Τριάδος· γι’ αυτό εκουσίως θα κατέλθει στο μέγα βάθος της περιπέτειας του ιστορικού πεπρωμένου, στον Άδη της απόγνωσης, για να ανορθώσει τους αδικημένους της ιστορικής νομοτέλειας. Σε όποιο βάθος απελπισίας κι απόγνωσης αν πέσει ο άνθρωπος, βαθύτερα ακόμη έχει κατέλθει ο Θεός. Κάθε απεγνωσμένος θα βρεθεί στην αγκαλιά του Υιού, να μην απωλεσθεί ουδείς. Στα novissima της ιστορίας, ο Θεός έχει κατέλθει και αναμένει καθένα πεσόντα.

Η θαυματοποιία μένει πειρασμός κλειστής εγκοσμιότητος, εκκοσμικευμένο θρησκευτικό ζητούμενο. Ο Λάζαρος αναστήθηκε κι όμως αργότερα πάλι απέθανε. Η εκκλησιολογική ακρίβεια ομιλεί για «σημεο», ίχνος φανέρωσης και σημάδι συνάντησης. Ο Χριστός όταν συναντά τον θρυμματισμένο από την ατέλεια άνθρωπο τον αναπαύει στην οδό, στην αλήθεια και στη ζωή· του δίνεται, ενώνει τον καθένα κατά χάριν στην τέλεια ανθρωπότητά Του. Η φιλανθρωπία της θεραπείας του προσκαίρου είναι η καθόδευση στην πορεία της ολοκλήρωσης στο αιώνιο. Είναι συνδρομή σε όσους δεν μπορούν να άρουν τον σταυρό τους. Στους υπολοίπους έχουν δοθεί «δυνάμεις και κυριότητες» επί των κόπων και των βασάνων τους. Αποκαλύπτει τη θεότητά Του τόσο όσο μπορεί να αμφισβητηθεί· ποτέ παραπάνω, να μην επιβληθεί.

Ο πρώτος από τους τελευταίους λόγους του Χριστού επί του Σταυρού απευθύνεται σε όλους όσοι έχουμε στρεβλή, θρησκευτική ή αλτρουιστική αγάπη και σ’ εκείνους ιδίως που για να αποδείξουν την αγάπη τους στον Χριστό μισούν τον συνάνθρωπο. Συγχωρεί εκείνους που δεν Τον θέλησαν γιατί υπερασπίζονταν την αναμονή ενός ισχυρού Μεσσία. Δεν μπορούσε να γνωσθεί η αήτητη αδυναμία του Σταυρού του Χριστού. Ο Χριστός δεν συγχωρεί απλώς. Η συγχώρεση είναι η κατάθεση του θανάτου Του για να δικαιωθούν εκείνοι ενώπιον του πατρός Του. Αυτό ερμηνεύει ο Απόστολος Παύλος όταν γράφει: «τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Β΄ Κορ. 5, 21).

Η συγχώρεση είναι πράξη εκούσιας και επώδυνης προσφοράς. Για να δώσεις συγχώρεση, προσφέρεις τη ζωή σου υπέρ των εχθρών σου. Συγχώρεση είναι η σταυρωμένη αγάπη γιατί μόνον αυτή μπορεί να κατέλθει στον Άδη. Δεν είναι ηθική ανωτερότητα αλλά οντολογικό μαρτύριο. Αγαπώ τον Θεό σημαίνει «πίστη δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλ. 5, 23).

Η Εκκλησία μας καλεί με αυτόν τον τρόπο να προσκυνήσουμε τα Πάθη του Κυρίου μας. Έτσι θα λάμψει το φως της Αναστάσεως. Όταν, αφήνοντας τα σημεία του ασπασμού των χειλέων μας στο άχραντο Σώμα Του με καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη, ψιθυρίσουμε: «Είμαι ο αγαπημένος μου» (Ραββίνος Yehel Mikhael).

Δείτε επίσης