Η κινηματογραφική αγορά κατεβάζει ταχύτητα. Μετά από εβδομάδες υπερπληθώρας τίτλων, οι αίθουσες υποδέχονται μόλις δύο νέες ταινίες, σε μια προγραμματισμένη «νηστεία» που ακολουθεί το εορταστικό κλίμα των ημερών. Το αποτέλεσμα είναι αντιφατικό: από τη μία, δύο φιλμ εκ διαμέτρου αντίθετα· από την άλλη, μια σιωπηρή υπενθύμιση ότι αξιόλογες ταινίες των προηγούμενων εβδομάδων χάθηκαν μέσα στον θόρυβο της διανομής.
Στο επίκεντρο αυτής της υποτονικής εβδομάδας βρίσκονται το «Magellan» του Λαβ Ντίαζ, με τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, και το «Solo Mio», μια αμερικανική ρομαντική κομεντί με πρωταγωνιστή τον Κέβιν Τζέιμς. Δύο ταινίες που μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικά σύμπαντα.
«Magellan»: ένα αντι-έπος για την αποικιοκρατία
Ο Λαβ Ντίαζ δεν είναι σκηνοθέτης που κάνει παραχωρήσεις. Με φιλμογραφία που εκτείνεται σε έργα πέντε, έξι ή και οκτώ ωρών, έχει οικοδομήσει ένα ιδιότυπο κινηματογραφικό σύμπαν, βασισμένο στη διάρκεια, τη σιωπή και τη στοχαστική παρατήρηση. Το «Magellan» αποτελεί, σχεδόν παραδόξως, την πιο «σύντομη» και προσβάσιμη ταινία του.
Με διάρκεια 160 λεπτών και έγχρωμη φωτογραφία, ο Ντίαζ εγκαταλείπει εν μέρει τις αυστηρές του φόρμες και υιοθετεί έναν πιο ευθύ αφηγηματικό ρυθμό. Η επιλογή του Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ στον ομώνυμο ρόλο λειτουργεί ως γέφυρα με το ευρύτερο κοινό, χωρίς όμως να αλλοιώνει τον πυρήνα της σκηνοθετικής του πρόθεσης.
Ποιος ήταν τελικά ο Μαγγελάνος;
Η ταινία ακολουθεί τον Πορτογάλο θαλασσοπόρο Φερδινάνδο Μαγγελάνο, από τη ρήξη του με την πατρίδα του έως την ιστορική αποστολή υπό ισπανική σημαία. Ωστόσο, το ενδιαφέρον του Ντίαζ δεν βρίσκεται στη βιογραφική αναπαράσταση, αλλά στη διαδικασία της ηθικής του μετάλλαξης.
Ο Μαγγελάνος ξεκινά ως οραματιστής εξερευνητής και καταλήγει σε έναν εμμονικό κατακτητή. Η διαδρομή αυτή αποτυπώνεται χωρίς εντυπωσιοθηρία. Οι σφαγές και η βία της αποικιοκρατίας δεν προβάλλονται άμεσα· υπονοούνται μέσα από εικόνες ερειπίων, σιωπής και αποσύνθεσης. Η απουσία δράσης γίνεται τελικά πιο εύγλωττη από την ίδια τη δράση.
Η σιωπή ως πολιτική θέση
Η ματιά του Ντίαζ είναι σαφώς κριτική απέναντι στον ευρωπαϊκό επεκτατισμό. Το σύνθημα «Ζήτω η Πορτογαλία» ηχεί κενό, ενώ οι θρησκευτικές διακηρύξεις αποκτούν μια σχεδόν ειρωνική διάσταση. Η παρουσία του μυθικού ηγέτη Λαπουλάπου λειτουργεί ως αντίβαρο, όχι μόνο ιστορικό αλλά και συμβολικό: η φωνή των ιθαγενών που αντιστέκονται.
Η σκηνοθεσία αποφεύγει τη ρητορική. Αντί για καταγγελία, επιλέγει τη διάβρωση. Αντί για αφήγηση, προτείνει εμπειρία. Και σε αυτή τη διαδικασία, η ερμηνεία του Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ καταγράφει με ακρίβεια τη σωματική και ψυχική φθορά ενός ανθρώπου που χάνει τον έλεγχο της ίδιας του της αποστολής.
«Solo Mio»: ρομαντισμός καρτ ποστάλ
Στον αντίποδα, το «Solo Mio» κινείται σε απολύτως προβλέψιμες τροχιές. Οι αδελφοί Κίναν επιχειρούν να στήσουν μια ρομαντική κομεντί με φόντο τη Ρώμη, αξιοποιώντας τη γοητεία της πόλης ως βασικό αφηγηματικό εργαλείο.
Η ιστορία ενός εγκαταλελειμμένου γαμπρού που βρίσκει τον έρωτα στο ταξίδι του μέλιτος θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια ευαίσθητη, δεύτερης ευκαιρίας αφήγηση. Αντί γι’ αυτό, καταλήγει σε ένα συνονθύλευμα από τουριστικές εικόνες και εύκολα κωμικά σκετς.
Μια κομεντί χωρίς χημεία
Ο Κέβιν Τζέιμς παραμένει εγκλωβισμένος στην περσόνα του. Η υποκριτική του προσέγγιση δεν επιτρέπει την ανάπτυξη ουσιαστικής σχέσης με τη συμπρωταγωνίστριά του, ενώ το σενάριο επιμένει σε φαρσικές υπερβολές που υπονομεύουν κάθε συναισθηματική αληθοφάνεια.
Οι ιταλικοί χαρακτήρες διατηρούν ένα στοιχειώδες επίπεδο αυθεντικότητας, αλλά δεν αρκούν για να σώσουν ένα φιλμ που μοιάζει περισσότερο με διαφημιστικό τουρισμού παρά με κινηματογραφική πρόταση.
Η εμφάνιση του Αντρέα Μποτσέλι λειτουργεί ως στιγμιαίο αξιοπερίεργο, χωρίς ουσιαστική δραματουργική ένταξη.
Η Ρώμη ως ντεκόρ
Η Ρώμη παρουσιάζεται μέσα από γνώριμες, καρτ ποστάλ εικόνες, που ανακυκλώνουν στερεότυπα περί ιταλικής κουλτούρας. Η σύγκρουση ανάμεσα στον «αμερικανικό ψυχισμό» και τη ρωμαϊκή ιδιοσυγκρασία παραμένει επιφανειακή, χωρίς πραγματική δραματουργική αξιοποίηση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που κυλάει ευχάριστα, αλλά ξεχνιέται σχεδόν αμέσως μετά τους τίτλους τέλους.
Η χαμένη ευκαιρία των αιθουσών
Η συγκεκριμένη κινηματογραφική εβδομάδα αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα: τον τρόπο με τον οποίο η διανομή καθορίζει την τύχη των ταινιών. Μέσα στον καταιγισμό των προηγούμενων εβδομάδων, αξιόλογες δουλειές πέρασαν απαρατήρητες.
Η σημερινή «νηστεία» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευκαιρία επανανακάλυψης. Για τους θεατές που αναζητούν κάτι πέρα από την επικαιρότητα των πρεμιέρων, οι αίθουσες εξακολουθούν να κρύβουν μικρούς θησαυρούς.
Δύο ταινίες, δύο αντιλήψεις για το σινεμά
Το «Magellan» και το «Solo Mio» συνθέτουν ένα ιδιότυπο δίπολο. Από τη μία, ένα στοχαστικό έργο που επαναδιαπραγματεύεται την Ιστορία και τη βία της. Από την άλλη, μια ανάλαφρη κομεντί που αναζητά το κοινό της μέσα από την ευκολία.
Η συνύπαρξή τους στην ίδια εβδομάδα δεν είναι τυχαία. Αντιπροσωπεύει τη διαρκή ένταση ανάμεσα στο σινεμά ως τέχνη και στο σινεμά ως προϊόν. Και ίσως, τελικά, αυτή η ήσυχη εβδομάδα να προσφέρει κάτι πιο πολύτιμο από τον θόρυβο των πρεμιέρων: τον χρόνο να επιλέξει κανείς τι πραγματικά θέλει να δει.


