Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν προκαλεί τεράστια αναστάτωση στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου, φέρνοντας αλλαγές στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, σύμφωνα με τον οργανισμό “PhainomenonWorld”.
Ο παράνομος πόλεμος που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κατά του Ιράν έχει προκαλέσει το μεγαλύτερο σοκ στην παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων των τελευταίων δεκαετιών. Σε απάντηση στην απρόκλητη επίθεση, το Ιράν προχώρησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, της στενής θαλάσσιας οδού μεταξύ Ιράν και της χερσονήσου Μουσάνταμ του Ομάν, διακόπτοντας τις παραδόσεις τεράστιων ποσοτήτων κρίσιμων πρώτων υλών της παγκόσμιας οικονομίας.
Το Ιράν είναι η έβδομη χώρα που υφίσταται στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ μέσα στα πρώτα δεκαπέντε μήνες της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, εκ των οποίων οι πέντε διαθέτουν πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου. Οι πόλεμοι για το πετρέλαιο θα είχαν νόημα αν οι αμερικανικές εταιρείες επιθυμούσαν πραγματικά να αυξήσουν την παραγωγή τους, όμως διστάζουν όταν υπάρχει υπερπροσφορά και μειωμένη ζήτηση. Η επιδρομή στο Καράκας τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον των διεθνών κολοσσών ενέργειας, που δεν ενθουσιάστηκαν με την ιδέα να αναστήσουν τις φθαρμένες υποδομές και τα βαριά αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, παρά τις πιέσεις του Λευκού Οίκου.
Η διακοπή της εφοδιαστικής αλυσίδας έχει ξεπεράσει κατά πολύ την κρίση πετρελαίου του 1979, όταν η παραγωγή αργού μειώθηκε κατά 4%. Σήμερα, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν πέρασμα για το ένα πέμπτο του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου, ενώ από εκεί διακινείται επίσης το ένα τρίτο των εξαγόμενων ποσοτήτων ουρίας — βασικό συστατικό για λιπάσματα που στηρίζουν τη διατροφή σχεδόν του μισού παγκόσμιου πληθυσμού.
Σχεδόν το 50% του εξαγόμενου θείου — που χρησιμοποιείται τόσο στη βιομηχανία λιπασμάτων όσο και στην εξόρυξη μετάλλων — επηρεάζεται, όπως και το ήλιο που είναι απαραίτητο για την παραγωγή μικροτσίπ. Πετροχημικά προϊόντα όπως η μεθανόλη και το πολυαιθυλένιο επίσης μπλοκάρονται.
Οικολογική καταστροφή και παρατεταμένες συνέπειες
Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει εξελιχθεί σε οικολογική καταστροφή. Στην ξηρά και τη θάλασσα, δεξαμενές καυσίμων, πεδία πετρελαίου, διυλιστήρια και τάνκερ καίγονται, εκλύοντας τοξικό καπνό στην ατμόσφαιρα και ρύπους στα νερά.
Οι επιθέσεις στα Στενά δεν σταμάτησαν μόνο τις μεταφορές. Λόγω πλήγματος σε υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου και έλλειψης αποθηκευτικών χώρων, πολλές εταιρείες αναγκάστηκαν να διακόψουν πλήρως την παραγωγή τους. Αυτό σημαίνει πως οι επιπτώσεις θα συνεχιστούν πολύ μετά τη λήξη του πολέμου: η επανεκκίνηση μονάδων ουρίας μπορεί να πάρει εβδομάδες, ενώ τα κοιτάσματα πετρελαίου σε Κουβέιτ και Ιράκ ίσως χρειαστούν έως έξι μήνες για να λειτουργήσουν ξανά. Μέρος της δυναμικότητας LNG του Κατάρ θα παραμείνει εκτός λειτουργίας για χρόνια. Τίποτα δεν μπορεί να επανεκκινήσει αν δεν αρθεί ο αποκλεισμός από το Ιράν.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες παραμένουν άγνωστες, αλλά αναμένεται να είναι βαθιές και εκτεταμένες.
Αμφισβήτηση της αμερικανικής κυριαρχίας στο ενεργειακό σύστημα
Ο πόλεμος κατά του Ιράν αποτελεί δοκιμασία για την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Παράλληλα, μπορεί να υπονομεύσει την κυριαρχία του δολαρίου, εάν η προσφορά του Ιράν για ασφαλή διέλευση φορτίων με τιμολόγηση σε γιουάν πραγματοποιηθεί. Η σύγκρουση αυτή πλήττει καίρια την παγκόσμια κυριαρχία των ορυκτών καυσίμων που ελέγχουν οι ΗΠΑ.
Εκεί που κάποτε το πετρέλαιο συμβόλιζε σταθερότητα και ευημερία, τώρα οι υδρογονάνθρακες αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως πηγή ανασφάλειας, διακοπών και σπανιότητας — όπως έχει επισημάνει ο φιλόσοφος Pierre Charbonnier.
Παρότι οι διεθνείς αγορές εμπορευμάτων δεν έχουν φτάσει ακόμη τα υψηλότερα ιστορικά επίπεδα τιμών, ειδικοί στους κλάδους ενέργειας, λιπασμάτων, ναυτιλίας και άμυνας προειδοποιούν ότι η πραγματική έκταση της κρίσης δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στις τιμές. Ο γενικός διευθυντής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA) χαρακτήρισε την κρίση ως «τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια στην ιστορία».
Η συγκρατημένη αντίδραση των αγορών οφείλεται στις προσδοκίες για σύντομη διάρκεια του πολέμου. Ανακοινώσεις περί συνοδείας πλοίων από τον αμερικανικό στόλο με κρατική ασφάλιση, απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων και αλλοπρόσαλλες δηλώσεις του Τραμπ για επικείμενο τέλος στον πόλεμο καθησύχασαν προσωρινά τους επενδυτές.
“Καταστροφή ζήτησης” και ιστορικά παραδείγματα
Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται σε λεπτή ισορροπία με περιορισμένη “ελαστικότητα” στη ζήτηση. Κρατικοί μοχλοί υπάρχουν για τη διαχείριση τέτοιων σοκ προσφοράς, όμως με το 20% της παγκόσμιας προσφοράς να λείπει επ’ αόριστον και ελάχιστες εναλλακτικές λύσεις διαθέσιμες, ο κίνδυνος “καταστροφής ζήτησης” είναι υπαρκτός τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.
Όταν η ζήτηση καταστρέφεται — δηλαδή η κατανάλωση μειώνεται δραματικά — συχνά δεν επιστρέφει ποτέ στα προηγούμενα επίπεδα. Αυτό φοβούνται οι παραγωγοί πετρελαίου· ήταν χαρακτηριστικό φαινόμενο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η κατανάλωση μειώθηκε πάνω από 10% λόγω ύφεσης μετά την κρίση του 1979. Τότε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Γαλλία επένδυσαν μαζικά στην πυρηνική ενέργεια για να μειώσουν την εξάρτησή τους από το πετρέλαιο, επιβλήθηκαν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας διεθνώς και τα αυτοκίνητα έγιναν διπλά πιο αποδοτικά μέσα σε μια δεκαετία.
Άμεσες αντιδράσεις στην Ασία – Πολιτικές περιορισμού ζήτησης
Στις ασιατικές χώρες — τους μεγαλύτερους εισαγωγείς υδρογονανθράκων από τον Περσικό Κόλπο — οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν ήδη μέτρα τύπου Covid-19 για τον περιορισμό της ζήτησης. Η κυβέρνηση του Βιετνάμ καλεί τους πολίτες να εργάζονται από το σπίτι· το Μπανγκλαντές ξεκίνησε δελτίο καυσίμων ενώ η Ινδία απαγόρευσε στα εστιατόρια να αγοράζουν υγραέριο ώστε να δοθεί προτεραιότητα στα νοικοκυριά.
Στις Φιλιππίνες, όπου στις 20 Μαρτίου ανακοινώθηκε πως απέμεναν μόλις σαρανταπέντε ημέρες αποθέματος καυσίμων, κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: αυτό επιτρέπει κρατικές αποφάσεις για τη διανομή καυσίμων, ενίσχυση μέτρων κατά της αισχροκέρδειας αλλά και αποζημίωση αγροτών που πλήττονται.
Παρότι τα μέτρα αυτά είναι προσωρινά, ήδη διαφαίνεται στροφή στη μακροχρόνια πολιτική: στις Φιλιππίνες προβλέπονται κινήσεις προς ΑΠΕ, ηλεκτρικά οχήματα και βιώσιμες μεταφορές· στη Νότια Κορέα, χαλάρωσαν οι περιορισμοί στις ΑΠΕ.
Aνταγωνισμός Ασίας–Ευρώπης για LNG – Διεθνείς μεταβολές προμηθειών
Aσιατικές και ευρωπαϊκές χώρες ανταγωνίζονται πλέον για τις σπάνιες ποσότητες LNG. Το 2022 οι Ευρωπαίοι υπερκέρασαν Μπανγκλαντές και Πακιστάν στις τιμές ενέργειας αφήνοντάς τους χωρίς προμήθειες· φέτος όμως έντεκα φορτία LNG με προορισμό την Ευρώπη εκτράπηκαν προς Ασία σύμφωνα με τα στοιχεία της Kpler.
Στο Μπανγκλαντές έκλεισαν τέσσερα εργοστάσια λιπασμάτων ενώ η Petrobangla αγοράζει φορτία LNG στην τιμή των 23–28 δολαρίων ανά εκατομμύριο BTUs — σχεδόν τριπλάσια τιμή σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Η Κίνα που συνήθως καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών σε τζετ καύσιμα για Αυστραλία, Φιλιππίνες και Μπανγκλαντές έχει πλέον απαγορεύσει τις εξαγωγές καυσίμων για να καλύψει τη δική της αγορά.
Aυστραλία, παρά τις ειδικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ για εισαγωγή προϊόντων διύλισης (με υψηλό κόστος), πιθανότατα θα πρέπει να περιορίσει τις πωλήσεις ντίζελ λόγω ελάχιστων αποθεμάτων· ήδη κάποιοι αγρότες καθυστερούν τη σπορά περιμένοντας παραδόσεις καυσίμου.
Eνεργειακή ασφάλεια – Επιτάχυνση καθαρής ενέργειας & τεχνολογικής μετάβασης
Mέσα σε αυτή τη δραματική διαταραχή προσφοράς φαίνεται αναπόφευκτη μια μεγάλη αλλαγή στο ενεργειακό μίγμα: μειωμένη ζήτηση εισαγόμενων καυσίμων αλλά και ταχύτερη στροφή προς εναλλακτικές λύσεις. Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να προβάλλουν τη δική τους ατζέντα κυριαρχίας στα ορυκτά καύσιμα εγχωρίως κι εκτός συνόρων· ωστόσο για χώρες με μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενο πετρέλαιο/αέριο — δηλαδή τις περισσότερες — τίθεται υπαρξιακό δίλημμα: θα συνεχίσουν με τις διακοπές υδρογονανθράκων ή θα χτίσουν ηλεκτρικές “ασφαλιστικές δικλείδες”;
Aμερικανική κυριαρχία: βασίζεται στη στρατιωτική ισχύ, τον έλεγχο του αποθεματικού νομίσματος αλλά (και πιο έμμεσα) στο ενεργειακό καθεστώς των ορυκτών καυσίμων που επιβάλλει στον κόσμο υποστηρίζοντας τη ροή πετρελαίου ή αποκλείοντας συγκεκριμένες χώρες από αγορές ως μέσο πίεσης.
Η υπόσχεση αξιοπιστίας των αγορών στηρίζεται στην ίδια την αμερικανική παραγωγή — χάρη στην άνθηση σχιστολιθικού πετρελαίου/αερίου (shale oil/LNG) από το 2010 αλλά και στη δέσμευση αποστολής “μορίων ελευθερίας” (“freedom molecules”) σε Ευρώπη–Ασία που διψούν για ενέργεια.
Kαθαρή ενέργεια: Κίνα vs ΗΠΑ – Το νέο ενεργειακό τοπίο
Eιδικοί συμφωνούν πως η ενεργειακή ασφάλεια — δηλαδή η απεξάρτηση από το σύστημα ορυκτών καυσίμων υπό αμερικανική κυριαρχία — θα γίνει προτεραιότητα πολλών χωρών. Η IEA βλέπει αυξημένο ενδιαφέρον τόσο σε ΑΠΕ όσο και σε επανεκκινήσεις πυρηνικών μονάδων ή (βραχυπρόθεσμα) χρήση άνθρακα ως λύση ανάγκης στην Ασία.
Kρίσιμη θα είναι η ηλεκτροδότηση μέσω ηλεκτρικών αυτοκινήτων (EVs), αντλιών θερμότητας κι επαγωγικών κουζινών ώστε να μην απαιτούνται συνεχείς εισαγωγές ή αγορές σε διεθνείς τιμές. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε υποχρεωτική εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάνελ κι αντλιών θερμότητας σε νέα κτίρια καθώς κι επίσπευση εγκρίσεων plug-in φωτοβολταϊκών συστημάτων.
Η “πετροκρατία” των ΗΠΑ βρίσκει πλέον απέναντί της μια πανίσχυρη “ηλεκτροκρατία”: την Κίνα.
Η Κίνα εργάζεται συστηματικά για τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα· οι τεράστιες επενδύσεις στα “νέα τρία” (EVs-μπαταρίες-φωτοβολταϊκά) αναμένεται να μειώσουν κατά πέντε εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τη ζήτηση πετρελαίου έως το 2030.
Διαθέτει σχεδόν μονοπωλιακά τέσσερα πέμπτα της παγκόσμιας παραγωγής φωτοβολταϊκών πάνελ (και βασικών πρώτων υλών όπως πολυσιλικόνη) που εγκαθίστανται μαζικά διεθνώς.
Τα μεγαλύτερα brands ηλεκτρικών αυτοκινήτων (BYD κ.ά.) γίνονται πλέον γνωστά παγκοσμίως· μάλιστα οι παραγγελίες EVs έχουν διπλασιαστεί μετά την έναρξη αυτού του πολέμου.
Την τελευταία δεκαετία η Κίνα προσφέρει φθηνά καθαρή τεχνολογία στην εγχώρια κι εξωτερική αγορά.
Όλο και περισσότερο οι ΗΠΑ δεν είναι ο αποκλειστικός “θυρωρός” στο διεθνές ενεργειακό σύστημα αλλά ο φοβικός φρουρός μιας καταρρέουσας τάξης βασισμένης στο πετρέλαιο.
Οι καθαρές εναλλακτικές γίνονται πιο αξιόπιστες κι ελκυστικές·
η μαζική παραγωγή φωτοβολταϊκών πάνελ/μπαταριών/EVs από Κινέζους κατασκευαστές αποτελεί ολοένα πιο βιώσιμη λύση έναντι των συνεχών διακοπών στις παραδοσιακές αγορές.
Η περίπτωση του Πακιστάν είναι χαρακτηριστική: χάρη στη ραγδαία ανάπτυξη φωτοβολταϊκών εξοικονόμησε ήδη 12 δισ. δολάρια.
Το μεγάλο ερώτημα: πόσα ακόμα κράτη θα ακολουθήσουν;
Ο βομβαρδισμός κατά του Ιράν κι όσα επέφερε στο σύστημα ορυκτών καυσίμων υπονομεύουν σοβαρά την αμερικανική στρατηγική – όμως ίσως ανοίξει τον δρόμο προς ένα πιο πράσινο κι ασφαλές ενεργειακό μέλλον.




