08 Φεβ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Opinions
  • Χρήστος Ροζάκης/ Τι μπορούμε να περιμένουμε από τη συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν

Χρήστος Ροζάκης/ Τι μπορούμε να περιμένουμε από τη συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η συνάντηση της Άγκυρας που τελικά αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Φεβρουαρίου ανάμεσα στον κ. Μητσοτάκη και στον κ. Ερντογάν, στα πλαίσια του Διυπουργικού Συμβουλίου Συνεργασίας, αποτελεί μια ακόμα φάση προσέγγισης των δυο κρατών. Μετά από δυο χρόνια σιωπής, αλλά και σχετικά ήρεμων νερών, η συνάντηση αυτή μπορεί να γίνει επιταχυντής εξελίξεων ή να καταλήξει άδοξα στο περιθώριο της ιστορίας.

Είναι αναμφίβολο ότι η συζήτηση των δυο ηγετών θα ξεκινήσει από θέματα της λεγόμενης χαμηλής πολιτικής, που πάντως δεν είναι καθόλου χαμηλή, αφού αναφέρονται σε κρίσιμα θέματα συνεργασίας όπως π.χ. είναι το μεταναστευτικό ζήτημα ή ζητήματα οικονομικά ή εμπορικά, ή θέματα διακίνησης στην περιοχή μας. Για να συνεχιστεί σε θέματα των οποίων η επίλυση είναι επιτακτική, καθώς επιβαρύνουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πεδίο, όπως η αυθεντική ερμηνεία της Διακήρυξης των Αθηνών, για την οποία η Τουρκία έχει μερικές παράδοξες ερμηνείες, όπως η προηγούμενη κοινοποίηση προς αυτήν κάθε ενέργειας της Ελλάδας, που μπορεί να γίνεται εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης της ή σε περιοχές που έχει το δικαίωμα να ασκεί δικαιοδοσία στην ανοιχτή θάλασσα.

Ως παράδειγμα για την περίπτωση της αιγιαλίτιδας ζώνης, θα φέρουμε τις τουρκικές διαμαρτυρίες για τα πάρκα που υιοθέτησε η Ελλάδα σε περιοχές εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης του Αιγαίου. Ενώ για την περίπτωση της ανοιχτής θάλασσας, η παρουσία τουρκικού πολεμικού και η παρεμπόδιση, μέσω αυτού, της συνέχισης των ερευνών για την εγκατάσταση καλωδίου, με το αιτιολογικό ότι αυτή η έρευνα γινόταν μέσα στην τουρκική υφαλοκρηπίδα δεν ευσταθεί. Καθώς είναι παγκοίνως γνωστό ότι η πόντιση θαλάσσιου καλωδίου στη θάλασσα, ακόμα και στην περίπτωση που επιτελείται σε περιοχή υφαλοκρηπίδας τρίτου κράτους, αποτελεί μέρος της αρχής της ελευθερίας των θαλασσών. Κατά μείζονα λόγο, και οι προκαταρκτικές ενέργειες για την πόντιση απολαμβάνουν την ίδια ελευθερία.

Είναι πολύ πιθανό, εξάλλου, η Ελλάδα να θέσει και το ζήτημα της επανειλημμένης αναφοράς της σύνδεσης της αποστρατιωτικοποίησης των ακραίων ελληνικών νησιών με την κυριαρχία πάνω σε αυτά, για να λήξει αυτή η βλαβερή και επιβαρυντική για τις σχέσεις μας με τη γείτονα θέση. Ελπίζουμε ο Έλληνας πρωθυπουργός να θέσει το ζήτημα και να βρει ανταπόκριση από τον Τούρκο πρόεδρο.

Από το σημείο αυτό και πέραν αρχίζουν τα πολύ δύσκολα. Αφορούν τις κύριες διαφορές απόψεων σε σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη, και την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας /ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι βέβαιο ότι οι δυο ηγέτες θα επιχειρήσουν να προσεγγίσουν αυτά τα μεγάλα ζητήματα.

Η Ελλάδα έχει αποκλείσει συζήτηση για θέματα κυριαρχίας, που σημαίνει αποκλεισμό διαβουλεύσεων για την αιγιαλίτιδα (που για πολλά χρόνια αποτέλεσε το κύριο αντικείμενο των διερευνητικών επαφών). Και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση, σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, δεν είναι έτοιμη να συζητήσει την έναρξη διαπραγματεύσεων για το καυτό θέμα υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Εκτός του ενδεχόμενου, που θα ήταν ανέλπιστη επιτυχία, έναρξης διαπραγματεύσεων για συμφωνία παραπομπής της μοναδικής διαφοράς, για την Ελλάδα, στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης.

Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει η Τουρκία να αναγνωρίσει και αυτή με τη σειρά της ότι μοναδική διαφορά που χωρίζει τις δυο χώρες είναι η διαφορά για την υφαλοκρηπίδα ή να θεωρήσει, κατά το πρότυπο της απόφασης Καραμανλή-Ντεμιρέλ του 1975, ότι διαχωρίζουμε την εν λόγω διαφορά από τις υπόλοιπες, και παραπέμπουμε τη διαφορά για την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης, αφήνοντας τις υπόλοιπες στο πεδίο της διμερούς διαπραγμάτευσης.

Αναφορικά, τώρα, με την αιγιαλίτιδα, η ελληνική θέση είναι αμετακίνητη, παρά το γεγονός ότι μια πλειάδα κρατών ακολουθούν το σκεπτικό της Τουρκίας για το ασφυχτικό κλείσιμο του Κεντρικού Αιγαίου, εάν επιχειρηθεί διεύρυνση της αιγιαλίτιδας στα 12 ν.μ. Γιατί η διεύρυνση στα 12ν.μ. σημαίνει ουσιαστικά 24 ν.μ., αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα δυτικά παράλια των ανατολικών νησιών μας θα παράγουν μαζί με τα ανατολικά παράλια των νησιών των Κυκλάδων μια έκταση 24 ν.μ., που είναι μεγαλύτερη της απόστασης των νησιών αυτών μεταξύ τους. Πράγμα που αποκλείει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στις περιοχές αυτές.

Έχουμε ενδείξεις ότι σε μια τέτοια περίπτωση όχι μόνον η Τουρκία, αλλά και όλες οι Παρευξείνιες χώρες και οι ΗΠΑ θα έχουν αντιρρήσεις, αφού η αβλαβής διέλευση -που θα είναι το μοναδικό αντίδοτο- δεν φαίνεται να επαρκεί για να αντικαταστήσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Και τούτο γιατί σε περίπτωση αιγιαλίτιδας ζώνης η Ελλάδα αποκτά κυριαρχία στη θάλασσα, με δικαίωμα διακοπής της αβλαβούς διέλευσης, οποτεδήποτε αυτή θεωρήσει ότι τα εθνικά συμφέροντα της το επιτάσσουν.

Υπάρχουν, βέβαια, εναλλακτικές λύσεις απέναντι σε μια πλήρη διεύρυνση στα 12 ν.μ.: Το ενδεχόμενο μιας διεύρυνσης σε εκτός του Αιγαίου περιοχές, όπου μπορεί -λόγω της γενναιοδωρίας της φύσης- να διευρυνθεί η αιγιαλίτιδα, χωρίς το πρόβλημα της φυσικής στενότητας που προκαλεί η ημίκλειστη θάλασσα του Αιγαίου. Οι περιοχές αυτές είναι οι νότιες και ανατολικές ακτές της Κρήτης. που βρίσκονται η πρώτη στο Κρητικό Πέλαγος και η δεύτερη στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ανατολικές ακτές των Δωδεκανήσων, που βρίσκονται στην Ανατολική Μεσόγειο, και οι νότιες ακτές των νησιών του συμπλέγματος του Καστελόριζου , που επίσης βρίσκονται στην Ανατολικά Μεσόγειο. Σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της αιγιαλίτιδας που πρόσκεινται στις ηπειρωτικές ακτές της Ελλάδας, και οι οποίες δεν επηρεάζουν τη διεθνή ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Όπως και η συμπερίληψη των νησιών που κείνται δυτικά του 25ου Μεσημβρινού.

Μια άλλη λύση θα ήταν να περιοριστούμε στην τρέχουσα κατάσταση και να αφήσουμε την οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας μετά από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ για τις περιοχές που θα ανήκουν με βεβαιότητα, πια, στην ελληνική δικαιοδοσία. Φυσικά τίποτα δεν μας εμποδίζει στη διεύρυνση της αιγιαλίτιδας στις περιοχές που προαναφέραμε, όπου η γενναιοδωρία της φύσης το επιτρέπει.

Αλλά φοβάμαι ότι οι δυο πλευρές δεν είναι έτοιμες για συμβιβασμούς τέτοιου βεληνεκούς. Τα μόνα που μπορούμε να προβλέψουμε από τη συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου, είναι η ύπαρξη ορισμένων θετικών αποτελεσμάτων σε δευτερεύοντα θέματα, και η συνέχιση των ήρεμων νερών, που είναι μια κατάκτηση της εξωτερικής μας πολιτικής, αλλά χωρίς εγγυήσεις μακροβιότητας και πραγματικής συνεχούς ηρεμίας.

Το άρθρο του πρώην υφυπουργού Εξωτερικών και καθηγητή Χρ. Ροζάκη δημοσιεύτηκε στο KREPORT

Δείτε επίσης