«Με τις μέλισσες ή με τους λύκους»: Η ιστορική αγόρευση του συνηγόρου Θανάση Καμπαγιάννη

Η αγόρευση του Θανάση Καμπαγιάννη, δικηγόρου πολιτικής αγωγής των Αιγύπτιων αλιεργατών, τον Ιανουάριο του 2020, αναδεικνύει τον ναζιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης και τη στρατιωτική δομή της, περιγράφει τη δράση των ομάδων κρούσης και τις επιθέσεις κατά μεταναστών και πολιτικών αντιπάλων.

Η επιχειρηματολογία και η ρητορική της ένταση την καθιστούν ένα σημαντικό τεκμήριο της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας.

Διαβάστε ακόμη: Η συγκλονιστική κατάθεση της Μάγδας Φύσσα στη δίκη της Χρυσής Αυγής πριν 5 χρόνια

Ο κ. Καμπαγιάννης παρουσίασε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν το κατηγορητήριο για τη ναζιστική οργάνωση, προχωρώντας, όπως και η δικηγόρος της οικογένειας Φύσσα, Χρύσα Παπαδοπούλου, σε μια νομική συντριβή της εισαγγελέως, Αδαμαντίας Οικονόμου, που από την πλευρά της «ξέπλυνε» τη Χρυσή Αυγή, υποστηρίζοντας πως δεν αποδεικνύεται η οργανωμένη εγκληματική δράση των μελών της οργάνωσης.

Η δομή, οι εκπαιδεύσεις, οι «ομάδες ασφαλείας», ο ρόλος της «ιεραρχίας», οι εντολές και οι δημόσιες τοποθετήσεις ηγετικών στελεχών και του ίδιου του αρχηγού Νίκου Μιχαλολιάκου, οι οργανωμένες επιθέσεις και οι δολοφονίες του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα. Όλη η δράση της νεοναζιστικής οργάνωσης ξεδιπλώθηκε στο δικαστήριο σε μια συγκλονιστική αγόρευση (διαβάστε την ολόκληρη στο Golden Dawn Watch), που στο κλείσιμό της μέσα από μια άγνωστη ιστορία δύο κοριτσιών, που εκείνο το βράδυ τυχαία κάθονταν σ’ ενα παγκάκι και έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, τέθηκε ένα ιστορικό ερώτημα προς το προεδρείο: «Εσείς κ. Πρόεδρε, με ποιόν είστε. Με τις μέλισσες ή με τους λύκους;»…

Ο Αμπουζίντ και η ελληνικότητα του Φύσσα

«Εμείς σ’ αυτη τη δίκη ήμασταν οι Αιγύπτιοι κι έτσι θα τελειώσουμε», ανέφερε και εξήγησε γιατί η δίκη ήταν πολύ σημαντική για τον Αιγύπτιο ψαρά Αμπουζίντ, τον εντολέα του που είχε δεχθεί δολοφονική επίθεση από τάγμα εφόδου χρυσαυγιτών στο Πέραμα το 2012

«Στο ξεκίνημα αυτής της διαδικασίας, είχαμε να αντιμετωπίσουμε τη δυσπιστία και τη δυσκολία του να καταλάβει το ότι χτυπήθηκε ως ξένος, ως Αιγύπτιος, στην Ελλάδα. Μάλιστα σε μια από τις πρώτες μας συναντήσεις, όταν μας εξέφρασε αυτή τη δυσαρέσκεια και του είπαμε ότι είμαστε μαζί του και ότι είμαστε στη δική του πλευρά, στράφηκε στη μεταφράστριά μας στη Ραμπαπ και είπε κάτι γελώντας. Τη ρωτήσαμε : τι λέει. Και μας απάντησε: «λέει ότι πριν σας γνωρίσει τα πράγματα ήταν εύκολα γι’ αυτόν. Έλεγε ότι μπήκαν οι Έλληνες στο σπίτι του και τον σκότωσαν. Τώρα όμως που σας γνώρισε, του κάνετε τη ζωή του πιο δύσκολη». Δεν σας κρύβω ότι αυτό ήταν το χρονικό σημείο στο οποίο έσπασε πραγματικά ο πάγος, ένας τείχος δυσπιστίας που υπήρχε με τον εντολέα μας, και πραγματικά κερδίσαμε μια πιο ανθρώπινη σχέση και μια στενή συνεργασία. Ο εντολέας μας κ. Πρόεδρε διέτρεξε έναν ολέθριο κίνδυνο. Κινδύνεψε να συμμεριστεί, έστω και αντεστραμμένα, τις ιδέες των θυτών του. Κινδύνεψε οι θύτες του να εποικίσουν το κεφάλι του».

«Σήμερα ο εντολέας μας ξέρει ότι δεν προσπάθησαν να τον σκοτώσουν οι Έλληνες. Ήταν μια οργάνωση ρατσιστική, εθνικιστική, ναζιστική, που εξόπλισε μέλη της με φανατισμό και ρόπαλα. Βοήθησε σε αυτό, να το πούμε και αυτό, η κ. Φύσσα που έμεινε στη συνέχεια της διαδικασίας. Θα μπορούσε να φύγει όταν τελείωσε η εξέταση των μαρτύρων της οικογενειακής της υπόθεσης. Ήταν όμως εδώ όταν κατέθεσε ο Αμπουζίντ, τον στήριξε, τον ασπάστηκε. Η εικόνα μιας μαυροφορεμένης μάνας, Ελληνίδας, που έχει χάσει το παιδί της, ξεκαθάρισε στα μάτια του εντολέα μας ότι οι διαχωρισμοί δεν είναι εθνικοί. Η οικογένεια Αμπού Χάμεντ σας είπε, κ. Πρόεδρε, ότι σκέφτηκε το ενδεχόμενο να φύγει από τη χώρα μετά την επίθεση. Όχι μόνο από το σπίτι, αλλά από την Ελλάδα. Ωστόσο, το Πέραμα, το Πέραμα του 2012, το τσακισμένο από την ανεργία και την φτώχεια, αγκάλιασε τους εντολείς μας. Κόσμος πήγε στο κατάστημα για να αγοράσει ψάρια και να πει έναν καλό λόγο, αυτός ο κόσμος μετέπεισε τον Αχμεντ, τον Μωχάμεντ και τον Σάαντ να μείνουν».

Ο κ. Καμπαγιάννης, στο κλείσιμο του αναφέρθηκε στην δολοφονία του Παύλου Φύσσα και στην ελληνικότητά του απέναντι στον «βιολογικό εθνικισμό» της νεοναζιστικής οργάνωσης: «Ο Φύσσας είχε μια πολύ ιδιαίτερη αντίληψη και για το τι σήμαινε να είναι κανείς Πειραιώτης, να είναι άντρας, να είναι Έλληνας. Λέει σε ένα τραγούδι: “Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθαίνεις / όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα / με λένε Παύλο Φύσσα από τον Περαία / Έλληνας κι ότι συνάδει αυτό, όχι μια σημαία”. Σε μια αποδεικτική διαδικασία που είδαμε πολλές ελληνικές σημαίες και που ακούσαμε πολλά για το έθνος, την πατρίδα, κλπ, υπάρχει κάποιος που λέει «Έλληνας μ’ ό,τι συνάδει αυτό, όχι μια σημαία». Ότι δηλαδή η ελληνικότητα δεν είναι ανάλογη με το πόσο πολύ κουνάς μια σημαία, πόσο την επιδεικνύεις. Και συνεχίζει: «μελανοχίτωνας / γόνος του Αχιλλέα και του Καραϊσκάκη / κι αν όντως ξέρω κάτι είναι πως γεννήθηκα ήδη / με δυο καταδίκες βαριές φορτωμένος πάνω στην πλάτη δυο φτερά από γέννα / πάνω στο σώμα μου ραμμένα / που δυστυχώς φτερουγίζουν μόνο μέσα από την πένα…». Υπάρχει ένα μεγάλο ιστορικό βάθος στους στίχους αυτούς, η συζήτηση για την αρχαιότητα και τη νεότερη Ελλάδα – ο Αχιλλέας και ο Καραϊσκάκης, τη σχέση τους, το αν θα μείνουμε σε μια προγονοπληξία που θα κάνει το ένδοξο παρελθόν βραχνά.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την απάντηση του Κωστή Παλαμά στον Περικλή Γιαννόπουλο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, που είπε ο Παλαμάς, αν και βαθιά εθνικός ότι «αν ειναι να γίνει καταφύγιο αρχαιολατρίας και πνευματικής τεμπελιάς ο Παρθενώνας, καλύτερα να πέσει και να συντριβεί παρά να στέκει σαν λείψανο». Μια τέτοια αντίληψη για την ελληνικότητα είχε ο Φύσσας, διαμετρικά αντίθετη από τον βιολογικό εθνικισμό της ΧΑ. Κι αυτό ήταν κάτι που, πρέπει να το πούμε, ο Παύλος Φύσσας το είχε μάθει από την οικογένειά του, το έφερε σαν κληρονομιά. Όταν λέει «γόνος του Καραϊσκάκη», δεν αναφέρεται γενικά στους προγόνους μας. Αναφέρεται στη μητέρα του. Και θα μου επιτρέψει να το πω αυτό, γιατί το πατρικό της μητέρας του είναι «Καραϊσκάκη». Και θα μπορούσε για τον Φύσσα αυτό να είναι αφορμή καυχησιολογίας, να το προβάλλει, να το επιδεικνύει. Κι όμως ο ίδιος έλεγε «έλληνας μ’ ό,τι συνάδει αυτό, όχι μια σημαία». Και αν είδατε και η μητέρα του που έχει κάνει δημόσιες παρεμβάσεις, δεν το αναφέρει. Κι ούτε στραφηκε ποτέ σ’ αυτους τους εθνικόφρονες να τους πει: “τι να μου πείτε εσείς, εθνικιστές του τριωδίου, εμένα με λένε Καραϊσκάκη”. Ποτέ δεν την έκανε αυτή την απεύθυνση. Αυτή την εκδοχή ελληνικότητας έφερε ο Φύσσας και τη διέχεε μοριακά με τη μουσική του. Γι’ αυτό ηταν επικίνδυνος για τη Χρυσή Αυγή. Και ήταν οργανικά δεμένος με τη γειτονιά του, με την πόλη που τον γέννησε. Γι’ αυτό υπήρξαν οι αντιδράσεις που υπήρξαν. Είναι λάθος να αποδίδεται απλά στο ότι ήταν ο Έλληνας νεκρός. Είχε έναν τέτοιο ρόλο που σήμανε μια πολύ απότομη πόλωση, που προκάλεσε μια μαζική έκρηξη. Και αν θέλει η υπεράσπιση να αναζητήσει την εξήγηση της ποινικής δίωξης, ας την αναζητήσει σ αυτήν την έκρηξη και όχι σε οποιαδήποτε σκευωρία».

Διαβάστε ακόμα: Η δολοφονία Φύσσα ξεσκεπάζει τη Χρυσή Αυγή από την “προβιά” της “νομιμότητας

Η ιστορία των δύο κοριτσιών και το ερώτημα «Με τις μέλισσες ή με τους λύκους»

Κλείνοντας ο Θανάσης Καμπαγιάννης ανέφερε:  «Θέλω να επισημάνω ότι ήταν πολύ σημαντική η προσέλευση των μαρτύρων. Σε όλες τις υποθέσεις. Ειδικά στη δική μας περίπτωση, η προσέλευση των Αιγύπτιων αλιεργατων, ανθρώπων που ειναι ξενοι, σε μια ξενη χωρα, που δεν ηρθαν εδω για φασαρίες ούτε γι να κανουν πολιτικό αγωνα. Ηρθαν για το μεροκάματο. Ηταν σημαντικο οτι βρήκαν το θαρρος, αφυλαχτοι, επωνυμοι, να σταθούν και να δειξουν. Απο αυτη την άποψη αν κάτι μας κρατησε σε αυτη την πολύχρονη διαδικασία, ήταν οτι γνωρίσαμε συμπολίτες μας που στάθηκαν όρθιοι, τη δύσκολη στιγμή. Σας είπε ο κ. Γκούτης, «όταν δεν τους ειχαν πιασει ακομα, όλη η γειτονιά μου ήταν μαγκωμένη. Με το που τους πιάσανε, ήρθαν όλοι και μου είπαν τους πιάσανε επιτέλους, καλά τους κάνανε». Το δύσκολο κ. Πρόεδρε είναι όταν είσαι μόνος. Όταν δεν νιώθεις να έχεις τις πλάτες της κοινωνίας δεδομένες. Η κυρία Ανδρομάχη Παπαζήση, που στάθηκε μπροστά στους φουσκωτούς με τον βουλευτή τους, τον Μπαρμπαρούση, ήταν τόσο μόνη. Κι όμως είπε την επόμενη μέρα, που έγινε θέμα, «μ’ αγκάλιασε όλο το Μεσολόγγι».

Πιο σημαντικές θεωρώ ότι ήταν οι δύο φοιτήτριες, η Δήμητρα Ζώρζου και η Παρασκευή Καραγιαννίδου. Δυο νέες κοπέλες που βρεθηκαν τυχαία σ’ ένα παγκάκι να λένε τα δικά τους και κατέληξαν να γίνουν αυτόπτες μαρτυρες της σημαντικότερης πολιτικής δολοφονίας της γενιάς μας, τουλάχιστον των τελευταίων δεκαετιών. Και δεν φοβήθηκαν να δώσουν το όνομά τους και θυμόσαστε ότι οι αστυνομικοί ότι έκαναν έκκληση, αλλά πολύ λίγοι το έκαναν, απο πολύ κόσμο που το είχε δει, γιατί το έγκλημα έγινε «σε δημόσια θέα». Και κάνανε αυτό το βήμα και τους είμαστε ευγνώμονες γι΄αυτό.

Στις πολλές ώρες αναμονής αυτής τη δίκης, μαθαίναμε πράγματα. Ένα από αυτά ήταν μια συνομιλία που ειχε τυχαία, μεταγενεστερα, η μητέρα της Παρασκευής Καραγιαννίδου με την κυρία Φύσσα. Το βράδυ εκείνο, η Καραγιαννίδου επικοινώνησε με τη μητέρα της για να της πει οτι είναι σε ένα αστυνομικό όχημα, ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας μιας δολοφονίας και ότι πάει να καταθέσει. Και η μητέρα της είπε τότε: «κατέβα τωρα από το αυτοκίνητο όπου κι αν είσαι, πάρε ενα ταξί και γύρνα σπίτι σου»,. Και η Καραγιαννίδου της απάντησε: «αν ήταν κάτω πεσμένος ο αδελφός μου, θα έλεγες το ίδιο;». Και την αψήφησε. Και πήγε και κατέθεσε. Τι φοβερό επεισόδιο στη ζωή ενός ανθρώπου. Να έχεις κάνει ενα παιδί, ενα κορίτσι, να μεγαλώνει, να γίνεται μια νέα κοπέλα, να ενηλικιώνεται, να έρχεται η ωρα να απογαλακτιστεί, να σε αψηφήσει. Και να χτυπαει το τηλεφωνο μετα τα μεσανυχτα, να ακούς το παιδί σου να σου λεει οτι χύθηκε αίμα, ότι εχει εμπλακεί σ αυτή την ιστορία και ότι πάει να καταθέσει. Και να σε αψηφάει έτσι. Σε μια τέτοια περίπτωση. Τι φόβο θα πρέπει να ένιωσε αυτή η μάνα εκείνο το βράδυ. Αλλά και τι καμάρι.

Δεν ξέρουμε για σας κ. Πρόεδρε, αλλά για εμάς αυτές οι δυο νεαρές κοπέλες είναι ο λόγος που μπορούμε να κοιμόμαστε τα βράδια. Μέσα σε ένα ζοφερό τοπίο, για την κοινωνία, για τον κόσμο, αυτές οι δύο νεαρές κοπέλες εκτέλεσαν τα πολιτικά τους καθήκοντα, με την πραγματική έννοια του όρου «πολιτικά». Γιατί εκείνη την άγρια νύχτα, δεν έδρασε μονο ο κοσμος των λύκων, γιατί αγέλη λύκων ηταν αυτοι που χύμηξαν πάνω στον Παύλο Φύσσα. Αλλά έδρασε, αναδύθηκε και ο κόσμος των μελισσών, ο κόσμος της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, ο κόσμος που βλέπει κάτω πεσμένο εναν άνθρωπο και δεν λέει «να ένας ξένος», αλλά λέει «να ο αδελφός μου». Γι’ αυτό τον λόγο περισσότερο από κάθε άλλο μάρτυρα, στην περίπτωση αυτών των δύο νεαρών γυναικών, καλείστε όχι μόνο να κρίνετε την αξιοπιστία τους, αλλά καλείστε κυρίες και κύριοι δικαστές να τοποθετηθείτε: Κι εσείς κ. Πρόεδρε, με ποιόν είστε. Με τις μέλισσες ή με τους λύκους;».

Ο Θανάσης Καμπαγιάννης γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1978. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Τμήμα Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου. Η διπλωματική του εργασία Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα 1918-1926 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο. Είναι δικηγόρος στην Αθήνα και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Εκπροσώπησε τους Αιγύπτιους αλιεργάτες ως δικηγόρος πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Διαβάστε ακόμη:

About Author