20 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Προϋπολογισμός 2027: Το πλεόνασμα, η ακρίβεια και το πολιτικό ρίσκο της κοινωνικής δυσαρέσκειας

Προϋπολογισμός 2027: Το πλεόνασμα, η ακρίβεια και το πολιτικό ρίσκο της κοινωνικής δυσαρέσκειας

Image

Γιατί η δημοσιονομική σταθερότητα δεν αρκεί για να πείσει τους πολίτες

Η συζήτηση στη Βουλή για το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027 ανέδειξε το βασικό πολιτικό δίλημμα της οικονομικής πολιτικής: πόσο μπορεί η κυβέρνηση να επικαλείται τη δημοσιονομική σταθερότητα και τις θετικές επιδόσεις της οικονομίας, όταν τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται από την ακρίβεια και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλό λειτουργικό κόστος; Η Νέα Δημοκρατία υπερασπίζεται το μοντέλο της συνετής διαχείρισης, ενώ η αντιπολίτευση, παρά τις ιδεολογικές και προγραμματικές διαφορές της, συγκλίνει στην απαίτηση για ουσιαστικότερη στήριξη της κοινωνίας.

Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τους αριθμούς του προϋπολογισμού. Αγγίζει τον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής, την αξιοπιστία των οικονομικών προβλέψεων και, κυρίως, την απόσταση ανάμεσα στις μακροοικονομικές επιδόσεις και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών.

Η κυβέρνηση επενδύει στη δημοσιονομική αξιοπιστία

Η ειδική εισηγήτρια της ΝΔ, Διονυσία Αυγερινοπούλου, παρουσίασε το προσχέδιο του προϋπολογισμού ως συνέχεια μιας πορείας οικονομικής ανάκαμψης, με βασικά στηρίγματα τη μείωση του δημόσιου χρέους, τις μεταρρυθμίσεις, την ενίσχυση των επενδύσεων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται σε μια σαφή παραδοχή: η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανάπτυξης και την αντιμετώπιση των εξωτερικών κινδύνων. Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών αναταράξεων, ενεργειακής αβεβαιότητας και πιέσεων στις ευρωπαϊκές οικονομίες, η Αθήνα θέλει να εμφανίζεται ως αξιόπιστος συνομιλητής των αγορών και των ευρωπαϊκών θεσμών.

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση προβάλλει τις παρεμβάσεις για τα εισοδήματα, τη στέγαση, το δημογραφικό και την ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική πολιτική μπορεί να συνδυάζει τη δημοσιονομική πειθαρχία με την κοινωνική στήριξη.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν οι παρεμβάσεις αυτές έχουν την απαιτούμενη έκταση και αποτελεσματικότητα για να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις που βιώνουν οι πολίτες. Η αύξηση των εισοδημάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, όταν οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και υπηρεσίες απορροφούν σημαντικό μέρος των διαθέσιμων χρημάτων.

Το ΠΑΣΟΚ προειδοποιεί για τα όρια της κοινωνικής αντοχής

Η παρέμβαση του Παύλου Γερουλάνου εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική διάσταση της οικονομικής πολιτικής. Η αναφορά του στον κίνδυνο μιας σοβαρής κοινωνικής αντίδρασης αποτυπώνει την προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μεταφέρει τη συζήτηση από τους δείκτες της οικονομίας στις αντοχές της κοινωνίας.

Το ΠΑΣΟΚ αμφισβητεί, παράλληλα, την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής διαχείρισης σε βάθος χρόνου. Κατά τον Γερουλάνο, παρά τους σημαντικούς πόρους που διαχειρίστηκε η κυβέρνηση, δεν επιτεύχθηκε η ουσιαστική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Η κριτική αυτή αφορά ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: την ικανότητά της να δημιουργεί σταθερές, παραγωγικές θέσεις εργασίας, να αυξάνει την εγχώρια προστιθέμενη αξία και να περιορίζει την εξάρτησή της από δραστηριότητες που είναι ευάλωτες στις διεθνείς διακυμάνσεις.

Η έλλειψη επαρκών επενδύσεων σε κατοικία και βασικές υποδομές, όπως η ύδρευση, η ενέργεια και η διαχείριση απορριμμάτων σε τουριστικές περιοχές, αποτελεί επίσης σημείο αιχμής. Για το ΠΑΣΟΚ, η ανάπτυξη χρειάζεται μεγαλύτερη σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας.

Η πολιτική σημασία της παρέμβασης βρίσκεται και στον τόνο της. Η προειδοποίηση ότι η κοινωνική αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη απευθύνεται σε μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να παρουσιάζει τη δημοσιονομική πρόοδο ως βασικό επιχείρημα υπέρ της οικονομικής της πολιτικής.

Το δημοσιονομικό περιθώριο γίνεται πεδίο σύγκρουσης

Ο ΣΥΡΙΖΑ, διά του Γιάννη Καριπίδη, έθεσε ευθέως το ζήτημα του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου. Επικαλέστηκε τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα του 2024 και του 2025, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει μεγαλύτερο μέρος των δημοσιονομικών δυνατοτήτων για να ανακουφίσει τους πολίτες.

Η αντιπολιτευτική κριτική εστιάζει ιδιαίτερα στη φορολογία των καυσίμων και στη στάση της κυβέρνησης απέναντι στα υπερκέρδη. Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η δημοσιονομική ευελιξία εμφανίζεται περιορισμένη όταν εξετάζονται μέτρα με άμεσο όφελος για τους καταναλωτές, αλλά η κυβέρνηση εμφανίζεται περισσότερο διατεθειμένη να αναζητήσει περιθώρια σε άλλες περιπτώσεις.

Η συζήτηση αυτή δεν είναι μόνο λογιστική. Αφορά την πολιτική επιλογή για το πώς κατανέμεται το κόστος των οικονομικών αναταράξεων και ποιοι επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος.

Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το σύνολό του μπορεί να διατεθεί για νέες παροχές. Η αξιολόγηση του διαθέσιμου χώρου απαιτεί να συνυπολογιστούν οι δεσμεύσεις του προϋπολογισμού, οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους και οι κίνδυνοι από ενδεχόμενη επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος.

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το πολιτικό ερώτημα που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ: ποια κριτήρια καθορίζουν τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής και ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο η δημοσιονομική πειθαρχία περιορίζει υπερβολικά τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας.

ΚΚΕ και ΝΙΚΗ αμφισβητούν την κατανομή των πόρων

Το ΚΚΕ επιχειρεί να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο πεδίο της ταξικής κατανομής των δημόσιων πόρων. Ο Βασίλης Μεταξάς κατήγγειλε ότι η φορολογική επιβάρυνση των πολιτών παρουσιάζεται ως κοινωνική πολιτική, ενώ σημαντικά κονδύλια κατευθύνονται σε εξοπλιστικά προγράμματα, επενδυτικά σχέδια και μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Η κριτική του ΚΚΕ αμφισβητεί συνολικά το αναπτυξιακό μοντέλο που υπηρετεί ο προϋπολογισμός. Δεν περιορίζεται στην απαίτηση για περισσότερες παροχές, αλλά συνδέει τη δημοσιονομική πολιτική με τις προτεραιότητες της οικονομίας, τις αμυντικές δαπάνες και τον ρόλο του μεγάλου κεφαλαίου.

Από διαφορετική αφετηρία, η ΝΙΚΗ επιχειρεί να παρουσιάσει ένα σύνολο συγκεκριμένων προτάσεων. Ο Στέλιος Φωτόπουλος έθεσε στο τραπέζι την επανασύσταση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, την αλλαγή του φορολογικού πλαισίου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, την τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμάκων και την ταχύτερη εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου.

Ο Σπύρος Τσιρώνης, από την πλευρά του, αμφισβήτησε την αξιοπιστία των κυβερνητικών προβλέψεων και προειδοποίησε για την άνιση κατανομή των ωφελειών της ανάπτυξης, εστιάζοντας στις πρακτικές των καρτέλ.

Οι δύο παρεμβάσεις αναδεικνύουν διαφορετικές όψεις του ίδιου πολιτικού προβλήματος: τη φορολογική επιβάρυνση, τη δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία, τις καθυστερήσεις του Δημοσίου και την αίσθηση ότι οι ισχυρότεροι οικονομικοί παίκτες διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα προστασίας των συμφερόντων τους.

Η ακρίβεια δοκιμάζει το κυβερνητικό αφήγημα

Η πολιτική δυσκολία για την κυβέρνηση βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στη μακροοικονομική εικόνα και στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Η μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, η βελτίωση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας και η αύξηση των επενδύσεων αποτελούν σημαντικούς δείκτες. Δεν απαντούν, όμως, από μόνοι τους στο ερώτημα αν ένας εργαζόμενος μπορεί να καλύψει το κόστος της κατοικίας, αν μια οικογένεια διατηρεί την αγοραστική της δύναμη ή αν μια μικρή επιχείρηση μπορεί να απορροφήσει τις αυξήσεις στο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος.

Εδώ εντοπίζεται και η κοινή βάση της αντιπολιτευτικής κριτικής. Το ΠΑΣΟΚ ζητά διαφορετικές παραγωγικές προτεραιότητες, ο ΣΥΡΙΖΑ μεγαλύτερη αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου, το ΚΚΕ ριζική αλλαγή στην κατανομή των πόρων και η ΝΙΚΗ παρεμβάσεις στη φορολογία, στη στέγαση και στη λειτουργία του κράτους.

Οι προτάσεις αυτές δεν συγκροτούν ενιαίο οικονομικό πρόγραμμα. Διαφέρουν ως προς τις πηγές χρηματοδότησης, τις προτεραιότητες και τον ρόλο που αποδίδουν στο κράτος. Συγκλίνουν, ωστόσο, στην αμφισβήτηση ότι η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας αρκεί για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που συσσωρεύονται στην κοινωνία.

Το πολιτικό διακύβευμα του 2027

Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό αποτελεί δοκιμασία για την κυβέρνηση και για την αντιπολίτευση. Η ΝΔ καλείται να αποδείξει ότι η οικονομική σταθερότητα μπορεί να παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα για τα νοικοκυριά και όχι μόνο θετικούς δημοσιονομικούς δείκτες. Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, χρειάζεται να εξηγήσει πώς οι προτάσεις της μπορούν να εφαρμοστούν, ποιο θα είναι το κόστος τους και ποιες δαπάνες ή φορολογικές επιλογές θα αλλάξουν.

Η προειδοποίηση του Παύλου Γερουλάνου για πιθανή κοινωνική αντίδραση προσθέτει μια πολιτική διάσταση που υπερβαίνει την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εκλογική μετακίνηση ή οργανωμένη αντίδραση. Μπορεί, όμως, να διαβρώσει σταδιακά την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, ιδίως όταν οι πολίτες δεν αναγνωρίζουν στην καθημερινότητά τους τα αποτελέσματα που περιγράφουν οι επίσημοι δείκτες.

Το κρίσιμο μέτωπο για το 2027 θα είναι επομένως η αγοραστική δύναμη, η στέγαση, η ενέργεια και η φορολογική επιβάρυνση. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα παραμένει αναγκαία για μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος και σημαντικές εξωτερικές αβεβαιότητες. Το ερώτημα είναι πώς θα συνδυαστεί με μια πιο αποτελεσματική κοινωνική πολιτική.

Για την κυβέρνηση, η πρόκληση είναι να μετατρέψει τη δημοσιονομική αξιοπιστία σε ορατή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Για την αντιπολίτευση, να αποδείξει ότι υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές με συγκεκριμένο περιεχόμενο και εφαρμόσιμη χρηματοδότηση. Και για τους πολίτες, το ουσιαστικό κριτήριο θα παραμείνει απλό: τι μένει στο τέλος του μήνα από το εισόδημά τους και πόσο ασφαλείς αισθάνονται απέναντι στις οικονομικές πιέσεις.

Δείτε επίσης