20 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Διαδηλώσεις στο Παρίσι: Η μαρτυρία του CharlElie Couture για την αστυνομική βία και την οργή των Γάλλων

Διαδηλώσεις στο Παρίσι: Η μαρτυρία του CharlElie Couture για την αστυνομική βία και την οργή των Γάλλων

Image

Μια διαφορετική εικόνα από εκείνη που μετέδιδαν τα τηλεοπτικά δίκτυα για τη διαδήλωση της 17ης Οκτωβρίου στο Παρίσι περιγράφει ο Γάλλος καλλιτέχνης CharlElie Couture. Πήγε στη συγκέντρωση μαζί με μία από τις κόρες του, από περιέργεια και για να διαπιστώσει ο ίδιος αν οι αναφορές περί γενικευμένης αποκινητοποίησης ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Βρέθηκε αντιμέτωπος με πλήθη στους δρόμους, αστυνομικούς κλοιούς, επεισόδια, καπνούς και χρήση χημικών. Η εμπειρία του αποτυπώνει μια κοινωνία σε ένταση, με πολίτες που διαμαρτύρονται, νέους που αναζητούν τη σύγκρουση και μια αστυνομία που, κατά την περιγραφή του, εναλλάσσει την ακινησία με αιφνιδιαστικές και βίαιες επεμβάσεις.

«Μια Γαλλία οργισμένη, χωρίς διέξοδο»

Ο CharlElie Couture, ποιητής, τραγουδιστής, μουσικός και ζωγράφος, περιγράφει μια διαδήλωση που είχε πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή από όση περίμενε, με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών ομάδων να συνυπάρχουν στους δρόμους. Η εικόνα αυτή συμβάδιζε με τις ανταποκρίσεις για τη μαζική κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου, η οποία συνοδεύτηκε από συγκρούσεις στο Παρίσι και σε άλλες γαλλικές πόλεις.

Από τον σταθμό της Ανατολής στους αστυνομικούς κλοιούς

Ο καλλιτέχνης ξεκίνησε την περιήγησή του νωρίς το μεσημέρι, συνοδευόμενος από μία από τις κόρες του. Δεν φορούσε μάσκα, κουκούλα, κράνος ή μαντίλι. Ήθελε να δει με τα μάτια του τι συνέβαινε, καθώς τα μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για γενικευμένη αποκινητοποίηση.

Η πρώτη έκπληξη ήρθε κοντά στον σταθμό Gare de l’Est. Αστυνομικές κορδέλες και αποκλεισμοί δεν επέτρεπαν την πρόσβαση προς την κατεύθυνση που ήθελε να ακολουθήσει. Προσπάθησε να παρακάμψει τα εμπόδια, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει στην πλατεία Δημοκρατίας. Στην οδό Faubourg-du-Temple βρέθηκε μπροστά σε μια γραμμή αστυνομικών των CRS, των ειδικών μονάδων αντιμετώπισης ταραχών.

Πίσω από τους αστυνομικούς ακούγονταν πυροβολισμοί κρότου, εκρήξεις και θόρυβοι ανά περίπου τριάντα δευτερόλεπτα, όπως τους περιγράφει. Στην οδό Yves-Toudic, πυκνός μαύρος καπνός υψωνόταν στον ουρανό. Ο Couture είδε ένα ασθενοφόρο, αλλά δεν αντιλήφθηκε πυροσβέστες να επιχειρούν στο σημείο. Η φωτιά, γράφει, συνέχιζε να καίει.

Η μαρτυρία του συμπίπτει ως προς το γενικό σκηνικό με τις δημοσιογραφικές καταγραφές για τις συγκρούσεις γύρω από την πλατεία Δημοκρατίας, όπου καταγράφηκαν χρήση δακρυγόνων και επεισόδια στο περιθώριο των συγκεντρώσεων.

Αστυνομικοί ακίνητοι, πλήθος σε ένταση

Ο Couture περιγράφει τους αστυνομικούς σαν ακίνητες φιγούρες, με πλήρη εξάρτυση, κατεβασμένες προσωπίδες και ανέκφραστα πρόσωπα. Παρέμεναν στη θέση τους, ενώ οι συγκεντρωμένοι τούς αποδοκίμαζαν, στρέφοντας τα συνθήματά τους άλλοτε κατά της κυβέρνησης και του Εμανουέλ Μακρόν και άλλοτε κατά της ίδιας της αστυνομίας.

Η εικόνα αυτή τον έκανε να απομακρυνθεί και να αναζητήσει άλλο σημείο. Η μετακίνηση, ωστόσο, ήταν δύσκολη, καθώς οι δρόμοι είχαν γεμίσει κόσμο.

«Μια Γαλλία οργισμένη, χωρίς διέξοδο, μια μάζα εγκλωβισμένη στην παγίδα», είναι η εικόνα που επιχειρεί να αποδώσει. Στο πλήθος υπήρχαν νέοι και ηλικιωμένοι, εργαζόμενοι, άνθρωποι με καθημερινά ρούχα, νοσηλευτές με τις στολές τους, αλλά και διαδηλωτές με ευφάνταστες μεταμφιέσεις. Κάποιοι κρατούσαν πρόχειρα χαρτόνια με συνθήματα, λογοπαίγνια και σχόλια για την πολιτική κατάσταση.

Από τις καθημερινές διαμαρτυρίες στις ομάδες της σύγκρουσης

Η περιγραφή του δεν περιορίζεται στις εντάσεις. Σε αρκετά σημεία, η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν γιορτινή. Άνθρωποι κάθονταν στις καφετέριες με μια μπίρα στο χέρι και παρακολουθούσαν τη διέλευση των διαδηλωτών. Άλλοι φωτογράφιζαν το πλήθος με τα κινητά τους. Ανάμεσά τους βρίσκονταν δύο drag queens, ένας διαδηλωτής ντυμένος άλογο και άλλοι με στολές χαρακτήρων από βιντεοπαιχνίδια.

Δίπλα σε αυτή την εικόνα, όμως, κινούνταν ομάδες νεαρών με μαύρα ρούχα και καλυμμένα πρόσωπα. Ο Couture τούς περιγράφει ως ανθρώπους που έμοιαζαν να απολαμβάνουν την αδρεναλίνη της αντιπαράθεσης και να αναζητούν την πρόκληση απέναντι στην κοινωνία.

Η συνύπαρξη των διαφορετικών αυτών ομάδων αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της μαρτυρίας του. Η κοινωνική διαμαρτυρία, η ανάγκη δημόσιας έκφρασης και η επιθυμία ορισμένων να συγκρουστούν με τις δυνάμεις ασφαλείας εμφανίζονταν ταυτόχρονα στον ίδιο αστικό χώρο.

Η αιφνιδιαστική αστυνομική επέμβαση και τα χημικά

Ο καλλιτέχνης υποστηρίζει ότι δεν συμμετείχε ενεργά στα επεισόδια και δεν έκανε κάτι που θα μπορούσε, κατά την αντίληψή του, να προκαλέσει την επέμβαση της αστυνομίας. Παρ’ όλα αυτά, ενώ αποχωρούσε ήρεμα από ένα σημείο, αστυνομικοί πραγματοποίησαν αιφνιδιαστική έφοδο από πίσω και ο ίδιος μαζί με άλλους δέχθηκε χημικά.

Περιγράφει έντονο ερεθισμό στα μάτια, κάψιμο στους πνεύμονες και φωτιά στον λαιμό. Δεν εξηγεί τι ακριβώς είχε προηγηθεί σε άλλο σημείο του δρόμου ούτε αποδίδει συγκεκριμένη ενέργεια σε μεμονωμένο αστυνομικό. Η εμπειρία, ωστόσο, τον έκανε να αισθανθεί ότι ακόμη και η απλή παρουσία στη διαδήλωση μπορούσε να μετατραπεί σε επικίνδυνη κατάσταση.

Η ένταση δεν σταμάτησε εκεί. Καθώς κατευθυνόταν προς μια μπάντα που βρισκόταν στο Canal Saint-Martin, μια πομπή περίπου δέκα αστυνομικών αυτοκινήτων κινήθηκε καταπάνω στο πλήθος με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Ο ίδιος και οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να παραμερίσουν πανικόβλητοι. Η στιγμή αυτή, όπως γράφει, τον τρόμαξε πραγματικά.

Η τηλεοπτική εικόνα που δεν έμοιαζε με την πραγματικότητα

Περίπου στις τέσσερις το απόγευμα, ο Couture αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι του. Οι κρότοι και οι εκρήξεις εξακολουθούσαν να ακούγονται σε διάφορα σημεία της πόλης.

Όταν έφτασε, άνοιξε τα τηλεοπτικά κανάλια συνεχούς ενημέρωσης, αλλά σύντομα τα έκλεισε. Ένιωσε ότι οι μεταδόσεις δεν απέδιδαν την ατμόσφαιρα που είχε βιώσει στους δρόμους: το ετερόκλητο πλήθος, τις καθημερινές συζητήσεις, τη διάχυτη οργή, τον φόβο και την αβεβαιότητα.

Η μαρτυρία του δεν αποτελεί συνολική αποτίμηση των γεγονότων ούτε ανεξάρτητη καταγραφή κάθε περιστατικού. Προσφέρει, όμως, μια προσωπική οπτική για τη διαδήλωση της 17ης Οκτωβρίου, με έμφαση στην εμπειρία του πολίτη που βρέθηκε ανάμεσα σε ειρηνικούς διαδηλωτές, ομάδες που επιδίωκαν τη σύγκρουση και δυνάμεις ασφαλείας.

Το κεντρικό ερώτημα που αφήνει ανοιχτό είναι αν το χάος που περιγράφει ήταν αποτέλεσμα μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης ή μιας κατάστασης στην οποία κανείς δεν φαινόταν να μπορεί να ελέγξει τις εξελίξεις.

Ολόκληρη η μαρτυρία του:

«Με ξεπέρασε το χάος ή μήπως πρόκειται για στρατηγική του χάους; Δεν ξέρω. Πήγα εκεί νωρίς το απόγευμα με μία από τις κόρες μου, χωρίς μάσκα, χωρίς κουκούλα, χωρίς κράνος, χωρίς μαντίλι. Πήγα για να δω, από περιέργεια, σαν ένας απλός περαστικός, για να σχηματίσω προσωπική άποψη για την υποτιθέμενη γενική αποκινητοποίηση που είχαν ανακοινώσει τα μέσα ενημέρωσης. Κι αυτό την ώρα που ο πρόεδρος, σε πλήρη άρνηση της πραγματικότητας, δεν είχε βρει τίποτε καλύτερο να κάνει από το να πάει να δει τη Σελίν Ντιόν για να αλλάξει παραστάσεις, παραμονή αυτής της ημέρας πανεθνικής κινητοποίησης…

Μόνο που ο κόσμος ήταν παντού. Ήδη από τον σιδηροδρομικό σταθμό Gare de l’Est, κορδέλες της αστυνομίας μάς απαγόρευαν την πρόσβαση. Αποφασίσαμε να κάνουμε τον γύρο, αλλά τελικά δεν κατάφερα ποτέ να φτάσω στην πλατεία της Δημοκρατίας. Μας σταμάτησε ένα μπλόκο των CRS, των ειδικών μονάδων αντιμετώπισης ταραχών, στην οδό Φομπούρ ντι Τεμπλ. Πίσω τους ακούγονταν πυροβολισμοί, εκρήξεις κάθε τριάντα δευτερόλεπτα, ενώ είχε ξεσπάσει και φωτιά. Στην οδό Ιβ Τουντίκ, πυκνός μαύρος καπνός μόλυνε τον ουρανό. Πυροσβέστες; Δεν ξέρω. Υπήρχε πράγματι ένα ασθενοφόρο σταθμευμένο εκεί, αλλά όχι πυροσβέστες, οι οποίοι προφανώς θα ήταν απασχολημένοι κάπου αλλού. Άφηναν τη φωτιά να καίει χωρίς να κάνουν τίποτα.

Οι άνδρες των κινητών μονάδων της αστυνομίας στέκονταν ακίνητοι, καρφωμένοι στις θέσεις τους μπροστά μας, εξοπλισμένοι με τις στολές και τις πανοπλίες τους, άκαμπτοι σαν φιγούρες Playmobil. Τα πρόσωπά τους ήταν ανέκφραστα κάτω από τις κατεβασμένες προσωπίδες, με τα φρύδια σμιγμένα και το ύφος βαρύ. Δεν έβγαζαν λέξη, παρότι βρίσκονταν σε απόσταση λίγων εκατοστών από ένα πλήθος που άλλοτε αποδοκίμαζε την κυβέρνηση, άλλοτε τον ίδιο τον Μακρόν και άλλοτε τις δυνάμεις ασφαλείας και την τάξη που αυτές εκπροσωπούσαν. Δεν αντιδρούσαν καθόλου.

Υποχώρησα και άλλαξα σημείο. Ήταν δύσκολο να μετακινηθεί κανείς, τόσο πολύς κόσμος υπήρχε, κάθε λογής άνθρωποι. Γενικά, επικρατούσε μια μάλλον εύθυμη, σχεδόν γιορτινή ατμόσφαιρα, αλλά από κάτω υπήρχε μια οργισμένη Γαλλία, χωρίς διέξοδο, μια μάζα παγιδευμένη μέσα σε μια φάκα.

Κάποιοι τραβούσαν φωτογραφίες με τα κινητά τους, άλλοι συζητούσαν μεταξύ τους, καθισμένοι στις βεράντες των καφέ, με μια μπίρα στο χέρι, παρακολουθώντας να περνούν μπροστά τους νέοι και ηλικιωμένοι, άνθρωποι με αθλητικά ρούχα, αποσβολωμένοι μποέμ μικροαστοί, νοσηλευτές με τις στολές τους, δύο drag queens, κάποιος άλλος μεταμφιεσμένος σε άλογο και άλλοι δύο ντυμένοι Σούπερ Μάριο.

Μερικοί κρατούσαν χαρτόνια, κομμάτια χαρτονιού, καμιά φορά απλώς ένα φύλλο χαρτί, πάνω στα οποία είχαν γράψει βιαστικά κάτι: ένα σύνθημα, ένα λογοπαίγνιο ή μια άποψη για όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο. Τίποτα πραγματικά οργανωμένο. Και, φυσικά, υπήρχαν και οι μαυροντυμένοι κουκουλοφόροι, κορίτσια και αγόρια που το έπαιζαν σκληροί, φουσκωμένοι από την αδρεναλίνη, έχοντας έρθει εκεί για να διασκεδάσουν προκαλώντας την κοινωνία…

Δεν έλεγα τίποτα, δεν έκανα τίποτα. Κι όμως, ένιωσα ένταση μόνο όταν πλησίασα το μπλόκο των CRS. Και τότε, ενώ φεύγαμε ήρεμα, χωρίς να καταλάβουμε το γιατί, η αστυνομία έκανε μια έφοδο από πίσω μας και μας ψέκασε με σπρέι πιπεριού. Τα μάτια τσούζουν, οι πνεύμονες καίνε, ο λαιμός φλέγεται…

Κατευθυνόμασταν προς μια μπάντα πνευστών στο κανάλι Σεν Μαρτέν, όταν μια φάλαγγα από περίπου δέκα αστυνομικά αυτοκίνητα όρμησε κυριολεκτικά πάνω μας, με ταχύτητα εκατό χιλιομέτρων την ώρα. Παραμερίσαμε πανικόβλητοι. Ουάου, ήταν πραγματικά τρομακτικό να τα βλέπεις να έρχονται με τέτοια ταχύτητα.

Ήταν τέσσερις το απόγευμα όταν αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στο σπίτι. Οι κρότοι και οι εκρήξεις συνέχιζαν να ακούγονται από εδώ κι από εκεί.

Όταν έφτασα σπίτι, άνοιξα τα τηλεοπτικά κανάλια συνεχούς ενημέρωσης. Τα έκλεισα, όμως, πολύ γρήγορα, γιατί διαπίστωσα ότι δεν μετέδιδαν καθόλου την ατμόσφαιρα από όσα είχα ζήσει ο ίδιος».

Δείτε επίσης