19 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Πολιτική
  • Παυλόπουλος : Λύση του Κυπριακού μόνο με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου

Παυλόπουλος : Λύση του Κυπριακού μόνο με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου

Image

Την ανάγκη μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού, στη βάση του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, υπογράμμισε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, μιλώντας στη Λευκωσία, στην εκδήλωση για τα 150 χρόνια της εφημερίδας «Εστία». Απέρριψε τη λύση των δύο κρατών και τη συνομοσπονδιακή προοπτική, τονίζοντας ότι η μόνη αποδεκτή βάση είναι μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Προκόπιος Παυλόπουλος: Το Κυπριακό Ζήτημα μπορεί και πρέπει να επιλυθεί μόνο με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού δικαίου

Λευκωσία, 19.10.2026

Σε ομιλία του στην Λευκωσία κατά την εκδήλωση για τα 150 χρόνια της Εφημερίδας «Εστία» ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Πρόλογος

Με αισθήματα εξαιρετικής τιμής συμμετέχω εδώ στην Λευκωσία, την πρωτεύουσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην εκδήλωση τιμής για τα 150 χρόνια της Εφημερίδας «Εστία». Τα αισθήματα αυτά αιτιολογεί το γεγονός ότι, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια, η Εφημερίδα «Εστία», σύμφωνα με την βασική θέση που υιοθέτησε κατά την πορεία του Κυπριακού Ζητήματος και από το πάθος με το οποίο την υπερασπίσθηκε, είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την σύγχρονη Ιστορία της Μαρτυρικής Μεγαλονήσου ήδη από την ίδρυσή της και επέκεινα. Ενώ η ως άνω θέση της υπήρξε προδήλως ενιαία και καταδήλως συνεπής, με βασικό στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Μητέρα Ελλάδα. Οφείλω δε να υπενθυμίσω ότι η προμνημονευόμενη θέση της «Εστίας», ιδίως αφότου περιήλθε στην ιδιοκτησία της Οικογένειας Κύρου, κατά βάθος διαπνεόταν προεχόντως από δύο ρήσεις: Την πρώτη, πραγματική Εθνική «κραυγή» των Ελλήνων Κυπρίων κατ’ εξοχήν στα χρόνια της επικής εξέγερσης της ΕΟΚΑ κατά της αποικιοκρατίας (1950-1959), μνημονεύει ο Μεγάλος Ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης όπως την φωτογράφισε στους τοίχους σπιτιών της Κύπρου κατά την εκεί μακρά παραμονή του: «Τὴν Ἑλλάδα θέλομεν καὶ ἂς τρώγομεν πέτρες». Και η δεύτερη, δωρική και εκκωφαντικώς ηχηρή μέσα στα χρόνια, ανήκει στον Ήρωα του Κυπριακού Αγώνα υπέρ της Ένωσης Κυριάκο Μάτση: «Προτιμοῦμεν τὰ ράκη τῆς μητρὸς Ἑλλάδος παρὰ τὴν πορφύραν τῆς μητρυιᾶς», δηλαδή της Μεγάλης Βρετανίας.
Ι. Η ιδιαιτερότητα της σχέσης της «Εστίας» και της Οικογένειας Κύρου με την Κύπρο
Η «Εστία» ιδρύθηκε στην Αθήνα, το 1876, ως φιλολογικό και καλλιτεχνικό περιοδικό από τον Παύλο Διομήδη, με εμβληματικούς διευθυντές να χαράζουν τον πνευματικό προσανατολισμό των πρώτων φύλλων της, όπως π.χ. ο Γεώργιος Δροσίνης και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.
Α. Η ίδρυση της «Εστίας»
Το 1894 η «Εστία» μετατράπηκε σε ημερήσια εφημερίδα. Το 1898 την έκδοση της «Εστίας» ανέλαβε ο Άδωνις Κύρου με συνεργάτη τον Σπυρίδωνα Δάσιο, από δε το 1900 και εφεξής περιήλθε καθ’ ολοκληρία στην Οικογένεια Κύρου. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο η «Εστία» συνέχισε την έκδοσή της από τα μέλη της Οικογένειας Κύρου έως τον Απρίλιο του 2015, όταν και εντάχθηκε, ύστερα από πρωτοβουλία του εκδότη κ. Γιάννη Φιλιππάκη, στον «Όμιλο Φιλιππάκη» με Διευθυντή τον έγκριτο δημοσιογράφο κ. Μανώλη Κοττάκη. Αυτή η εκδοτική αλλαγή σηματοδότησε την απρόσκοπτη συνέχεια της δημοσιογραφικής πορείας της «Εστίας», επιπλέον όμως, και όπως αποδεικνύει η καταξίωσή της, σήμανε και την εντυπωσιακή αναγέννηση και άνθησή της στο πλαίσιο του Ελληνικού Τύπου.

  1. Δύο χρόνια μετά την έκδοση της «Εστίας», ήτοι την 4η Ιουνίου 1878, η Κύπρος παραχωρήθηκε, ως προτεκτοράτο, στην Μεγάλη Βρετανία ύστερα από σχετική συμφωνία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η παραχώρηση αυτή καλλιέργησε πολλές ελπίδες στους κατοίκους της Κύπρου ως προς την μελλοντική Ένωσή της με την Ελλάδα, στην βάση της ιστορικής εμπειρίας της προηγούμενης Ένωσης των Επτανήσων με τον Εθνικό Κορμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1878 η «Εστία» δημοσίευσε, σε ειδική έκδοση, ad hoc τεύχος με τίτλο «Περί Κύπρου» για την μελλοντική πορεία της Κύπρου προς την κατά τα προεκτεθέντα ενωτική κατεύθυνση, το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ο νεαρός τότε Σπυρίδων Λάμπρου, μετέπειτα διαπρεπής ιστορικός αλλά και Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
  2. Οι σχέσεις της Οικογένειας Κύρου με την Κύπρο υπήρξαν εξ αρχής στενές, δεδομένου ότι ο γενάρχης της δημοσιογραφικής διαδρομής της Άδωνις Κύρου (1870-1918) ήταν γόνος παλαιάς οικογένειας από την Καρπασία. Ο Άδωνις Κύρου φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην Γραμματεία της Αρχιεπισκοπής. Ας σημειωθεί ότι αφότου η «Εστία» περιήλθε στον Άδωνι Κύρου η Κύπρος και το μέλλον της εντάχθηκαν, οιονεί εκ φύσεως λόγω των κυπριακών καταβολών της Οικογένειας Κύρου, στην μετέπειτα ιστορία της Εφημερίδας ως ένα πραγματικό Εθνικό Ζήτημα με απώτερο όραμα την Ένωση. Μετά τον θάνατο του Αδώνιδος Κύρου η «Εστία» συνέχισε την έκδοσή της με τους γιους του Αχιλλέα και Κύρο. Και από το 1950, όταν πέθανε ο Αχιλλέας Κύρου, η «Εστία» μεταβιβάσθηκε στον Κύρο Κύρου έως το 1974, δηλαδή κατά την πιο ταραγμένη και αιματοβαμμένη ιστορική περίοδο της Κύπρου στον αγώνα του Λαού της για την αποτίναξη της αποικιοκρατίας.
    Β. Η «Εστία» και η Κύπρος
    Οι σχέσεις της Οικογένειας Κύρου, και κατ’ ακρίβεια του Αχιλλέα και του Κύρου Κύρου, με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο υπήρξαν επί χρόνια αρμονικές έως αδελφικές, καθώς τότε τους συνέδεε ο διακαής πόθος της Ένωσης.
  3. Αψευδής μαρτυρία ο αποχαιρετιστήριος λόγος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στον Αχιλλέα Κύρου κατά τον θάνατό του, όταν ο Ηγέτης της Κύπρου τον αποκάλεσε «Φωνή της Κύπρου». Η «Εστία» στήριξε, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, υπό την διεύθυνση του Κύρου Κύρου τον Αγώνα των Κυπρίων για την Ένωση, ιδίως αφότου άρχισε, την 1η Απριλίου 1955, η ηρωϊκή ένοπλη εξέγερση της ΕΟΚΑ η οποία και διήρκησε έως το 1959. Οι δραματικές εξελίξεις της περιόδου εκείνης οδήγησαν στην μεγάλη ρήξη μεταξύ του Κύρου Κύρου και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Αιτία, η υπογραφή αρχικώς της Συνθήκης της Ζυρίχης (11.2.1959) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από τους τότε Πρωθυπουργούς Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές αντιστοίχως. Και ύστερα -και κυρίως- η υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου (19.2.1959), μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ως εκπροσώπου των Ελληνοκυπρίων και του Φαζίλ Κιουτσούκ ως εκπροσώπου των Τουρκοκυπρίων, διά της οποίας, και με την συνυπογραφή της Μεγάλης Βρετανίας, επικυρώθηκε η προμνημονευόμενη Συνθήκη της Ζυρίχης.
  4. Το κλίμα μεταξύ Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Κύρου Κύρου υπήρξε καθ’ όλο αυτό το διάστημα κυριολεκτικώς πολεμικό, με οξύτητες και πολλές φορές άδικες επιθέσεις εναντίον του Μακαρίου. Ο Κύρος Κύρου δεν μπορούσε ποτέ να δεχθεί και να κατανοήσει το ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όταν με πολύ πόνο πήρε τις σχετικές αποφάσεις, ήταν κυριολεκτικώς δέσμιος αφενός της δολιότητας της Μεγάλης Βρετανίας που δεν εννοούσε να δεχθεί την λύση της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, στην βάση του ιστορικού Δημοψηφίσματος της 15ης Ιανουαρίου 1950 το οποίο διεξήχθη από την Εθναρχούσα Εκκλησία της Κύπρου και αποφάσισε την Ένωση αυτή με το μοναδικό ποσοστό του 95,7%. Και, αφετέρου, των σφαλμάτων της Ελληνικής Κυβέρνησης, και πρωτίστως του τότε Υπουργού Εξωτερικών της Κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου, κατά την Συνδιάσκεψη του Lancaster House στο Λονδίνο μεταξύ 29.8-7.9.1955, Στέφανου Στεφανόπουλου. Τότε που ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, παρασυρόμενος τεχνηέντως από τον Υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας στην Κυβέρνηση Άντονι Ήντεν Χάρολντ Μακμίλαν, αγνόησε τις προβλέψεις της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 σύμφωνα με τις οποίες η Τουρκία είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά της στην Κύπρο. Και δέχθηκε να παραστεί στην Συνδιάσκεψη αυτή και ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών της Κυβέρνησης Αντνάν Μεντερές Φατίν Ζορλού. Έτσι η Συνδιάσκεψη κατέστη «τριμερής» και άρχισε το μαρτύριο της Κύπρου διά των αδιανόητων και αντίθετων προς κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου απαιτήσεων της Τουρκίας εις βάρος της Μεγαλονήσου. Οι σφοδρές επιθέσεις της «Εστίας» κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου -αλλά και κατά του Κωνσταντίνου Καραμανλή- δεν ήταν βεβαίως πρωτόγνωρες για τα δεδομένα του Τύπου της εποχής, αν γυρίσουμε λίγα χρόνια πίσω και αναλογισθούμε τις ανοίκειες επιθέσεις εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την περίοδο του Μεγάλου Διχασμού. Πέραν δε τούτου ένα είναι γεγονός: Η στάση της «Εστίας» και του Κύρου Κύρου ελαυνόταν μόνον από το όραμά τους να επιτευχθεί, επιτέλους, η Ένωση της Κύπρου με την Μητέρα Ελλάδα και δεν ενείχε τίποτα το ευτελώς προσωπικό. Όραμα το οποίο, όπως ήδη επεξηγήθηκε, η «Εστία» και η Οικογένεια Κύρου υπηρέτησαν διαχρονικώς, δίχως εκπτώσεις και δίχως υποχωρήσεις, ανιδιοτελώς και με αμιγώς Εθνικά κριτήρια και κίνητρα.
    ΙΙ. Μία πάγια δημοσιογραφική θέση της «Εστίας»: Τα κανονιστικά δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου είναι εκείνα τα οποία καθορίζουν τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις για την δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος
    Τα όσα προεκτέθηκαν ως προς τους δείκτες πορείας της Εφημερίδας «Εστία» σε ό,τι αφορά το Κυπριακό Ζήτημα ανήκουν βεβαίως στο παρελθόν. Σήμερα, και όπως καταδεικνύει η όλη στάση της μετά την βάρβαρη τουρκική εισβολή και κατοχή το 1974, η «Εστία» στηρίζει, με ανυπόκριτη σταθερότητα και αποφασιστικότητα, την Εθνική Θέση μας ως προς τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος. Εθνική Θέση -που υπηρετεί υποδειγματικώς η Κυβέρνηση του Προέδρου κ. Νίκου Χριστοδουλίδη- η οποία συμπυκνώνεται στο ότι ασφαλείς θεσμικές αντηρίδες για την δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος είναι, και μάλιστα αποκλειστικώς, πρώτον, το Διεθνές Δίκαιο. Kαι, δεύτερον, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Mε την πρόσθετη επισήμανση ότι το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως οντότητα με αυτοτελή νομική προσωπικότητα, είναι πλήρες μέλος της Διεθνούς Κοινότητας, αρχής γενομένης από τον ΟΗΕ.

Α. Το Διεθνές Δίκαιο
Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.

  1. Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας υπήρξαν -και παραμένουν- τα εξής:
    α) Πριν απ’ όλα το αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο -κυρίως λόγω της συνέχισης και επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων- με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, της 1.8.1974, αρ. 355/1974, της 14.8.1974, αρ. 357/1974, της 15.8.1974, αρ. 358/1974, της 15.8.1974, αρ. 359/1974, της 16.8.1974, αρ. 360/1974, της 30.8.1974, αρ. 361/1974 και της 13.12.1974, αρ. 364/1974.
    β) Και ύστερα το, καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε, επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Σημειωτέον ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος, με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, της 11.5.1984, αρ. 550/1984, της 12.3.1990, αρ. 649/1990, της 10.4.1992, αρ. 750/1992, της 25.11.1992, αρ. 789/1992 και της 29.6.1999, αρ. 1251/1999. Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε -και έκτοτε γίνεται παγίως- δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος, με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους- ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα κατηγορηματικώς, κάθε προοπτική διχοτόμησης ή απόσχισης.
  2. Πέραν τούτων, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την stricto sensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.
    α) Σύμβασης, η οποία καταρτίσθηκε το 1982 -ως «Σύμβαση του Montego Bay»- και άρχισε να ισχύει από το 1994. Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς -ήτοι ως νομικό πρόσωπο πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της- η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998. Γεγονός που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της. Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη, όπως π.χ. η Τουρκία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).
    β) Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή -όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς erga omnes. Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί. Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει, αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας κατά το δοκούν, όπως προκύπτει προδήλως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου», το 2019. Επισημαίνεται -προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και καθαρότητα- ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «τουρκολιβυκού μνημονίου» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε «πρωτοκόλληση» του «μνημονίου» τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων πρωτοκολλήσεων διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία η οποία ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της κανονιστικής δυναμικής των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.
    Β. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο
    Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Και τούτο διότι, όπως ήδη σημειώθηκε, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης. Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), θέτει τις ακόλουθες προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση να αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της. Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, de jure και de facto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.
  3. Κατά τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-12 της ΣΕΕ, το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχει μία και μόνη Νομική Προσωπικότητα διεθνώς. Αυτό προκύπτει π.χ. από τις διατάξεις του άρθρου 5 της ΣΕΕ, ως προς τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-Μελών της. Καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 της ΣΕΕ, ως προς την εκπροσώπηση του Κράτους-Μέλους στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Διότι, όπως είναι ευνόητο, ένας τέτοιος καταμερισμός αρμοδιοτήτων και μία τέτοια εκπροσώπηση προϋποθέτουν Κράτος-Μέλος το οποίο είναι σε θέση να ανταποκριθεί πλήρως, ως προς όλα τα κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο καθήκοντά του κατά κύριο λόγο στην ολοκληρωμένη και αποτελεσματική «απορρόφηση» του συνόλου του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.
  4. Από την ως άνω προϋπόθεση της μίας και μόνης Νομικής Προσωπικότητας διεθνώς απορρέει, αυτοθρόως, και η προϋπόθεση της μίας και μόνης Ιθαγένειας. Πολλώ μάλλον όταν διεθνώς δεν υφίσταται παράδειγμα Κράτους με μία νομική προσωπικότητα διεθνώς που αναγνωρίζει εντός αυτού περισσότερες της μίας ιθαγένειες. Δεν πρέπει δε να υποτιμάται το γεγονός ότι η αναγνώριση περισσότερων της μίας ιθαγενειών ανοίγει, και δη διάπλατα, τον δρόμο για την αναγνώριση και περισσότερων του ενός Κρατών ή και για την αποδοχή ενός πολιτειακού καθεστώτος χαλαρής συνομοσπονδίας. Καθεστώτος το οποίο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια, δεν μπορεί να ισχύσει για την Κυπριακή Δημοκρατία κατά το Διεθνές Δίκαιο, και κατ’ εξοχήν κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  5. Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι Κυρίαρχο, όπως συνάγεται ευχερώς ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ. Τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία («essentialia negotii») της εσωτερικής και της εξωτερικής Κυριαρχίας ενός Κράτους -κατά βάση ως της ικανότητας της αυτοδύναμης επιβολής της εξουσίας του χωρίς να περιορίζεται από άλλη βούληση- είναι κοινώς γνωστά με βάση τους κανόνες του Συνταγματικού Δικαίου διεθνώς. Επομένως, στο σημείο αυτό αρκεί η ειδικότερη αναφορά στις προϋποθέσεις που καθιερώνουν οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις της ΣΕΕ:
    α) Κατά πρώτο λόγο το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές της ΣΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει τις θεμελιώδεις λειτουργίες του. Ιδίως δε την διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, την διασφάλιση της Δημόσιας Τάξης και την προστασία της Εθνικής Ασφάλειας. Αφού στην αντίθετη περίπτωση η Κυριαρχία καθίσταται, άνευ άλλου τινός, γράμμα κενό περιεχομένου intra και extra muros. Κάτι το οποίο καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους-Μέλους και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, συνακόλουθα δε υπονομευτική για την δομή και την λειτουργία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    β) Άρα Κράτος ικανό να ασκήσει, στο ακέραιο, τα κατά το Διεθνές Δίκαιο δικαιώματα της stricto sensu Κυριαρχίας του καθώς και όλα τα εντεύθεν επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματά του. Πρόκειται, κατά βάση, για το προμνημονευόμενο Δίκαιο της Θάλασσας, σύμφωνα με την σχετική Σύμβαση του ΟΗΕ (UNCLOS) -«Σύμβαση του Montego Bay», του 1982- η οποία, κατά τα προμνημονευόμενα, ισχύει από το 1994 και δη erga omnes.
    γ) Ειδικότερα, μεταξύ άλλων το Δίκαιο της Θάλασσας καθορίζει από την μία πλευρά τον θεσμικό πυρήνα της stricto sensu Κυριαρχίας του κάθε Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, η οποία ασκείται πλήρως πέραν της Ηπειρωτικής Επικράτειας και στα Χωρικά Ύδατα ή Χωρική Θάλασσα -δηλαδή στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη- πρωτίστως κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. της Σύμβασης αυτής του ΟΗΕ. Και, από την άλλη πλευρά, τον θεσμικό πυρήνα της lato sensu Κυριαρχίας, η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα επιμέρους αναγνωρισμένα από το Διεθνές Δίκαιο Κυριαρχικά Δικαιώματα κάθε Κράτους. Οπωσδήποτε δε τα Κυριαρχικά Δικαιώματα τα σχετικά με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 55 επ. της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και με την Υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76 επ. της ίδιας Σύμβασης.
  6. Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται στην βάση των θεσμικοπολιτικών συντεταγμένων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αφού κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΣΕΕ η όλη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώνεται στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν νοείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο δεν στηρίζεται, ουσιαστικώς και στην πράξη, στο όλο θεσμικοπολιτικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τούτο επιβάλλει, συνακόλουθα, εκ μέρους του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
    α) Πλήρη σεβασμό της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και των βασικών θεσμικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 2 της ΣΕΕ. Και ως προς την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών διευκρινίζεται ότι αυτή, μεταξύ άλλων, αφενός επιτρέπει την διασταύρωσή τους μόνο στο μέτρο που το προβλέπει με τους ειδικότερους επιμέρους κανόνες δικαίου το δημοκρατικώς θεσπισμένο Σύνταγμα. Και, αφετέρου, δεν ανέχεται εκπτώσεις ιδίως σε ό,τι αφορά την λειτουργία του κυρωτικού μηχανισμού της Δικαστικής Εξουσίας, υπό το καθεστώς των εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των λειτουργών που την στελεχώνουν. Ως προς δε το Κράτος Δικαίου, είναι προφανές ότι το θεσμικό οπλοστάσιό του επιβάλλει, οπωσδήποτε, και την ύπαρξη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών για κάθε παραβίαση της Αρχής της Νομιμότητας από τα κρατικά όργανα, με προεξάρχοντα τον μηχανισμό της Δικαστικής Εξουσίας.
    β) Και πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και πάλι συμβαίνει άλλωστε και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 6 της ΣΕΕ. Ας σημειωθεί ότι μία τέτοια προϋπόθεση είναι τόσο περισσότερο συνυφασμένη με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όσο κατά την ιστορική διαδρομή της αυτή εμπεδώθηκε, από θεσμική και πολιτική έποψη, ως καθεστώς εγγύησης της Ελευθερίας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις -και κατά κύριο λόγο υπό την έκφανση της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- σύμφωνα με την εξίσου θεμελιώδη για το σύγχρονο δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος Δημοκρατική Αρχή.
  7. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ, το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώνει στο ακέραιο και όλες τις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώσεις του. Ιδίως δε την «απορρόφηση» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, ως προς το σύνολο των κανονιστικών συντεταγμένων του. Με βάση δε το κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Κράτος Δικαίου, κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων αυτών εκ μέρους του Κράτους-Μέλους, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 7 της ΣΕΕ.
  8. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται και ότι το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται με βάση μία και ενιαία, δημοκρατικώς νομιμοποιημένη, Έννομη Τάξη.
    α) Έννομη Τάξη επικεφαλής της οποίας είναι το Εθνικό Σύνταγμα, ως εμβληματική εγγύηση της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
    β) Όπως είναι προφανές, μόνον υπ’ αυτή την προϋπόθεση της ιεραρχικώς δομημένης και δημοκρατικώς νομιμοποιημένης Έννομης Τάξης είναι εφικτό να γίνουν πλήρως σεβαστές στην πράξη οι εγγυήσεις αποτελεσματικής εφαρμογής των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Επέκεινα δε και οι εγγυήσεις αγαστής συνύπαρξής της με την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη και, κατά λογική νομική ακολουθία, οι εγγυήσεις ομαλής και αδιάλειπτης «απορρόφησης» από αυτή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στο σύνολό του, όπως ήδη διευκρινίσθηκε.
  9. Σε αυτές τις προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος πρέπει να προστεθούν και οι εξής δύο οι οποίες απορρέουν, και αυτές, αμέσως ή εμμέσως από το Διεθνές Δίκαιο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο:
    α) Στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κυρίαρχου Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να ισχύουν εγγυήσεις κάθε είδους τρίτων Κρατών ούτε να παραμένουν επ’ αυτού στρατεύματα κατοχής. Το παράδειγμα της οριστικής ενοποίησης της Γερμανίας, ως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το 1990 μόνον ύστερα από την αποχώρηση και του τελευταίου σοβιετικού στρατιώτη τεκμηριώνει πλήρως την βασιμότητα της προϋπόθεσης αυτής, και κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
    β) Από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να αποχωρήσουν σταδιακώς και όλοι οι έποικοι που εγκατέστησε εκεί η Τουρκία. Και να επανέλθουν στις εστίες τους οι νόμιμοι, κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κατά την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κύριοι των κατεχόμενων από τους έποικους ακινήτων.
    Επίλογος
    Από τις αναλύσεις που προηγήθηκαν συνάγεται ότι για τις Κυβερνήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας η επίτευξη λύσης του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον παρίσταται δίκαιη και βιώσιμη. Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω ότι η λύση αυτή είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον υπηρετεί, τουλάχιστον ως προς τα σχετικά βασικά ρυθμιστικά στοιχεία της, αξιοπρεπώς -και όχι κατ’ επίφαση, υπό το κράτος απαράδεκτων συμβιβασμών ή και εκβιασμών από συγκεκριμένες πλευρές- την Διεθνή Νομιμότητα και την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα αλλά και την βιωσιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, κυρίως δε ως πλήρους Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης. Διότι το αντίθετο οδηγεί, αναποδράστως, σε επικίνδυνες ατραπούς ακόμη πιο επώδυνης θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η στάση αυτή απαιτεί τόσο επιμελέστερη προετοιμασία, με την ανάλογη προσοχή και προνοητικότητα, όσο η Τουρκία έχει καταστήσει -με περισσό θράσος που, δυστυχώς, το ενισχύει η θλιβερή διεθνής, ακόμη και ευρωπαϊκή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανοχή προς αυτή- σαφές πως ως αρχή λύσης του Κυπριακού Ζητήματος δεν αποδέχεται, κατ’ ουδένα τρόπο, το στοιχειώδες κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο πρότυπο του Ομοσπονδιακού Κράτους. Και κάνει λόγο, ευθέως, για δύο Κράτη. Υπό το πνεύμα αυτό είναι προφανές πως δεν μπορεί -ορθότερα δεν είναι επιτρεπτό- να αρχίσει οιαδήποτε ουσιαστική συζήτηση για το Κυπριακό Ζήτημα αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, εντελώς αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Αν γίνει, από Ελληνικής και Κυπριακής πλευράς, το λάθος να υποτιμηθεί ο κίνδυνος της έναρξης ουσιαστικού διαλόγου για το Κυπριακό Ζήτημα δίχως ουσιώδη υποχώρηση της Τουρκίας από τις ακραίες θέσεις της, τότε ο «διάλογος» με την τουρκική πλευρά μας οδηγεί στην διακινδύνευση να υποχωρήσουμε μοιραίως εμείς, έστω και κατά ένα μέρος, μπροστά στους απαράδεκτους τουρκικούς εκβιασμούς και στο ενδεχόμενο γενικευμένου ευτελισμού του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπροσθέτως, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι πάντοτε η προσφιλής τακτική της Τουρκίας όταν επιχειρεί να προωθήσει και τις πιο αδιανόητες διεκδικήσεις της έναντι του Ελληνισμού εν γένει, στηριζόμενη με πρόδηλο διεθνές θράσος στην παγίωση των τετελεσμένων εφόσον διαπιστώσει τάσεις δισταγμών, ανοχής και υποχωρητικότητας. Και κατά τούτο πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ακόμη και όταν αυτή δείχνει προς εμάς «αγαθές προθέσεις», ισχύει στο ακέραιο το «timeo Danaos et dona ferentes». Το ίδιο δε ισχύει –ή πρέπει να ισχύει- προφανώς και για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δεδομένο ότι έχουν βιώσει και υποστεί, σε σειρά περιπτώσεων κατά το απώτερο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν, την ιταμή στάση της Τουρκίας αναφορικά με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τις κατά τ’ ανωτέρω θέσεις τεκμηριώνουν, ακόμη περισσότερο και ιδίως από πλευράς Ευρωπαϊκού Δικαίου, οι πρόσφατες εξελίξεις λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων στην Μέση Ανατολή μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ από την μία πλευρά και Ιράν από την άλλη. Αυτό καθίσταται πρόδηλο εκ του ότι μετά την επίθεση -κατά πάσα πιθανότητα της Χεσμπολάχ- στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, την 1η Μαρτίου τρέχοντος έτους, κατ’ ουσίαν ενεργοποιήθηκε, ύστερα από αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο μηχανισμός της «ρήτρας αλληλεγγύης» κατά την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο δε της ενεργοποίησης αυτής κινητοποιήθηκαν πέντε Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και οι Κάτω Χώρες. Κατά την εν προκειμένω ενεργοποίηση της «ρήτρας αλληλεγγύης» τα συμμετέχοντα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεώρησαν, και ορθώς, την εδαφική επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ενιαία, αγνοώντας επιδεικτικώς τα, δήθεν, «τετελεσμένα» της παράνομης και βάρβαρης τουρκικής εισβολής και κατοχής του 1974. Πρόκειται λοιπόν για μία πρωτοβουλία και ενέργεια της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που, επειδή βασίσθηκε στο ενιαίο και αδιαίρετο της εδαφικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, δημιουργεί και ένα αυθεντικό «ευρωπαϊκό προηγούμενο». Tο οποίο, αναποδράστως, συνεπάγεται εφεξής ότι η κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο -αλλά και κατά το Διεθνές Δίκαιο που, όπως διευκρινίσθηκε, είναι αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου -επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος δεν μπορεί, κατ’ ουδένα τρόπο, να νοηθεί στην βάση μίας μορφής «Συνομοσπονδίας» και πολύ περισσότερο, στη βάση των «δύο κρατών», όπως επιδιώκει η Τουρκία. Μία τέτοια λύση μπορεί, κατά συνέπεια και κατά τα προεκτεθέντα, να νοηθεί μόνο στην βάση μίας μορφής σύγχρονου Ευρωπαϊκού Ομοσπονδιακού Κράτους, με άλλες λέξεις στη βάση μίας Διζωνικής-Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.»

Δείτε επίσης