19 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Σχέση Τραμπ – Ζελένσκι: Από τη δημόσια ταπείνωση στο νέο “άδειασμα”

Σχέση Τραμπ – Ζελένσκι: Από τη δημόσια ταπείνωση στο νέο “άδειασμα”

Image

Η σχέση των δύο ηγετών από το 2019 έως τον Οκτώβριο του 2026: Η αναστολή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, η συμφωνία για το ντίζελ και η προοπτική μιας συνόδου Τραμπ – Πούτιν – Σι αλλάζουν τους όρους της αντιπαράθεσης για τον τερματισμό του πολέμου

Από την τηλεφωνική επικοινωνία του 2019 που οδήγησε στην πρώτη παραπομπή του Ντόναλντ Τραμπ έως τη δημόσια σύγκρουση στον Λευκό Οίκο, τον Φεβρουάριο του 2025, και τη νέα κρίση του Οκτωβρίου 2026, η σχέση του Αμερικανού προέδρου με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποτελεί έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες για την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία. Η αντιπαράθεση έχει πλέον μεταφερθεί από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και τις εγγυήσεις ασφαλείας στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, στην αγορά ενεργειακών προϊόντων και στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να οργανωθεί μια συμφωνία ειρήνης.

Η απόφαση του Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή νέων κυρώσεων κατά της Μόσχας, λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, εντείνει τις διαφωνίες με το Κίεβο και προκαλεί αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο. Την ίδια στιγμή, η πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν για πιθανή τριμερή σύνοδο με τον Τραμπ και τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, τον Νοέμβριο στην Κίνα, ανοίγει ένα νέο διπλωματικό κεφάλαιο, στο οποίο η Ουκρανία κινδυνεύει να βρεθεί εκτός του βασικού τραπεζιού των διαπραγματεύσεων.

Για τον Τραμπ, η προτεραιότητα είναι να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα τερματίσει τις εχθροπραξίες, θα περιορίσει το κόστος της αμερικανικής εμπλοκής και θα εξυπηρετεί τις οικονομικές και στρατηγικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον. Για τον Ζελένσκι, το κρίσιμο ζήτημα είναι οι όροι της ειρήνης, η διατήρηση της ουκρανικής κυριαρχίας και η αποτροπή μιας νέας ρωσικής επίθεσης. Η σύγκρουση των δύο προσεγγίσεων εξηγεί τις διαδοχικές κρίσεις, αλλά και τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες επαναπροσέγγισης.

2019: Η τηλεφωνική επικοινωνία που οδήγησε στην πρώτη παραπομπή του Τραμπ

Η σχέση των δύο ηγετών ξεκίνησε υπό τη σκιά μιας υπόθεσης που σημάδεψε την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ. Ο Ζελένσκι είχε μόλις αναλάβει την προεδρία της Ουκρανίας, επιδιώκοντας να ενισχύσει τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.

Στην τηλεφωνική επικοινωνία της 25ης Ιουλίου 2019, ο Τραμπ ζήτησε από τον Ουκρανό πρόεδρο να διερευνήσει υποθέσεις που αφορούσαν τον Τζο Μπάιντεν, τότε πιθανό αντίπαλό του στις προεδρικές εκλογές του 2020, και τον γιο του, Χάντερ. Η αποκάλυψη της συνομιλίας και οι καταγγελίες ότι ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεε πολιτικές επιδιώξεις με την αμερικανική βοήθεια προς την Ουκρανία οδήγησαν στην πρώτη παραπομπή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, τον Δεκέμβριο του 2019. Η Γερουσία τον αθώωσε τον Φεβρουάριο του 2020.

Η υπόθεση άφησε ένα πρώτο αποτύπωμα στη σχέση των δύο ανδρών: η αμερικανική υποστήριξη προς το Κίεβο βρέθηκε από νωρίς συνδεδεμένη με τις εσωτερικές πολιτικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

2022-2024: Ο Ζελένσκι ως σύμβολο της ουκρανικής αντίστασης

Η ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 άλλαξε ριζικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελισσόταν η σχέση των δύο ανδρών. Η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική υποστήριξη του Κιέβου, ενώ ο Ζελένσκι αναδείχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, αμφισβητούσε το ύψος της αμερικανικής βοήθειας και υποστήριζε ότι θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων με τον Πούτιν. Η εκλογική νίκη του τον Νοέμβριο του 2024 δημιούργησε νέα αβεβαιότητα για το Κίεβο, το οποίο έπρεπε να προετοιμαστεί για μια αμερικανική κυβέρνηση με διαφορετικές προτεραιότητες.

Φεβρουάριος 2025: Η δημόσια σύγκρουση στον Λευκό Οίκο

Η επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία συνοδεύτηκε από κλιμάκωση της έντασης. Στις 19 Φεβρουαρίου 2025, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τον Ζελένσκι «δικτάτορα χωρίς εκλογές», αμφισβητώντας τη νομιμοποίησή του λόγω της αναβολής των εκλογών στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Ουκρανός πρόεδρος απάντησε ότι ο Τραμπ επηρεαζόταν από τη ρωσική παραπληροφόρηση.

Η κορύφωση ήρθε στις 28 Φεβρουαρίου, όταν οι δύο πρόεδροι συναντήθηκαν στο Οβάλ Γραφείο, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, μια συμφωνία για τον ορυκτό πλούτο της Ουκρανίας.

Η συζήτηση εξελίχθηκε σε δημόσια αντιπαράθεση μπροστά στις κάμερες. Ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρός του, Τζέι Ντι Βανς, κατηγόρησαν τον Ζελένσκι ότι δεν έδειχνε επαρκή ευγνωμοσύνη για την αμερικανική βοήθεια και ότι διακινδύνευε μια ευρύτερη σύγκρουση. Ο Ουκρανός πρόεδρος επέμεινε ότι οποιαδήποτε συμφωνία ειρήνης έπρεπε να συνοδεύεται από αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας.

Η συνάντηση ολοκληρώθηκε χωρίς την υπογραφή της συμφωνίας και χωρίς να πραγματοποιηθεί το προγραμματισμένο κοινό γεύμα. Η εικόνα της σύγκρουσης προκάλεσε διεθνή αναταραχή και έθεσε υπό αμφισβήτηση τη μελλοντική αμερικανική υποστήριξη προς το Κίεβο.

Μάρτιος 2025: Η αναστολή της βοήθειας και η προσπάθεια επαναπροσέγγισης

Λίγες ημέρες μετά τη σύγκρουση, η κυβέρνηση Τραμπ ανέστειλε προσωρινά τη στρατιωτική βοήθεια και την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία. Η απόφαση αύξησε την πίεση στο Κίεβο, καθώς η χώρα εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό από αμερικανικά οπλικά συστήματα και πληροφορίες για την άμυνά της.

Στις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, στις 11 Μαρτίου, η ουκρανική πλευρά αποδέχθηκε την αμερικανική πρόταση για προσωρινή κατάπαυση του πυρός διάρκειας 30 ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα συμφωνούσε επίσης. Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε στη συνέχεια την αποκατάσταση της στρατιωτικής βοήθειας και της ανταλλαγής πληροφοριών.

Η επαναπροσέγγιση δεν έλυσε τις βασικές διαφωνίες. Η Μόσχα δεν αποδέχθηκε την πρόταση με τους όρους που επιδίωκε το Κίεβο, ενώ ο Τραμπ συνέχισε να πιέζει για μια γρήγορη συμφωνία.

Απρίλιος 2025: Η συμφωνία για τον ορυκτό πλούτο

Στις 30 Απριλίου 2025, οι ΗΠΑ και η Ουκρανία υπέγραψαν συμφωνία για την αξιοποίηση των ορυκτών πόρων της χώρας και τη δημιουργία κοινού επενδυτικού μηχανισμού για την ανοικοδόμησή της.

Η συμφωνία αποτέλεσε βήμα για την αποκατάσταση των σχέσεων. Ο Τραμπ μπορούσε να παρουσιάσει την αμερικανική εμπλοκή ως οικονομική συνεργασία με μακροπρόθεσμο όφελος, ενώ ο Ζελένσκι επιδίωκε να διατηρήσει τις ΗΠΑ συνδεδεμένες με τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της χώρας.

Ωστόσο, η συμφωνία δεν περιλάμβανε συγκεκριμένες, δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας που θα απέτρεπαν μια νέα ρωσική επίθεση. Το Κίεβο συνέχισε να θεωρεί ότι η οικονομική συνεργασία δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τη στρατιωτική και διπλωματική προστασία.

2025-2026: Από την υπόσχεση για γρήγορη ειρήνη στη νέα κρίση

Καθώς οι προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου δεν απέδιδαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ο Τραμπ άρχισε να εκφράζει εντονότερη δυσαρέσκεια απέναντι στον Πούτιν, χωρίς να εγκαταλείψει την επιδίωξη μιας συμφωνίας. Οι συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις και η απουσία συνολικής εκεχειρίας περιόρισαν τις προσδοκίες για γρήγορη διευθέτηση.

Παράλληλα, η αμερικανική πολιτική παρέμεινε διαφορετική από εκείνη της κυβέρνησης Μπάιντεν. Ο Τραμπ αντιμετώπιζε την παροχή βοήθειας ως μοχλό πίεσης και επιδίωκε μια συμφωνία που θα περιόριζε τη μακροχρόνια εμπλοκή των ΗΠΑ. Το Κίεβο, αντίθετα, επέμενε ότι η διακοπή των εχθροπραξιών χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις θα μπορούσε να δώσει στη Ρωσία χρόνο για να ανασυνταχθεί.

Η αντιπαράθεση πέρασε έτσι από τις προσωπικές προσβολές και τις διαφωνίες για τη στρατιωτική βοήθεια σε ένα ευρύτερο ερώτημα: ποιος θα καθορίσει τους όρους της ειρήνης και ποια οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα θα επηρεάσουν την τελική συμφωνία.

Οκτώβριος 2026: Κυρώσεις, ρωσικό ντίζελ και νέα σύγκρουση

Η τελευταία κρίση ξεκίνησε με την απόφαση της Ουάσιγκτον να συνδέσει την ενεργειακή πολιτική με την προσπάθεια επανεκκίνησης των διαπραγματεύσεων. Η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση της προσφοράς θα μπορούσε να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων και να δημιουργήσει κίνητρο για τη Μόσχα να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με το Reuters, η συμφωνία προβλέπει τη διάθεση περισσότερων από 2,25 εκατομμυρίων βαρελιών ρωσικού ντίζελ στις αγορές. Η αμερικανική πλευρά φέρεται να παρουσίασε τη συμφωνία ως εργαλείο που θα μπορούσε να μετριάσει τη ρωσική στάση στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Το Κίεβο και επικριτές της συμφωνίας στην Ουάσιγκτον, ωστόσο, θεωρούν ότι οι ενεργειακές συναλλαγές προσφέρουν έσοδα στη Ρωσία χωρίς να εξασφαλίζουν αντίστοιχες παραχωρήσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Reuters

Η διαφωνία κλιμακώθηκε στις 17 Οκτωβρίου, όταν ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστική πράξη που αναστέλλει την εφαρμογή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ. Τα μέτρα συνδέονται με τη νομοθεσία που φέρει το όνομα του εκλιπόντος γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκρέιαμ και προβλέπουν κυρώσεις σε Ρώσους αξιωματούχους, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ενεργειακές συναλλαγές, καθώς και τη δυνατότητα επιβολής υψηλών δασμών σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι η άμεση εφαρμογή των μέτρων θα μπορούσε να δυσκολέψει τις διαπραγματεύσεις για μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία. Η απόφαση, ωστόσο, προκάλεσε αντιδράσεις και από τα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα. Επικριτές του προέδρου υποστηρίζουν ότι η αναστολή αφαιρεί από την Ουάσιγκτον ένα σημαντικό μέσο πίεσης προς το Κρεμλίνο, ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονται. Associated Press

Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε επιζήμια τη χαλάρωση της πίεσης προς τη Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα από την ενέργεια συμβάλλουν στη χρηματοδότηση των ρωσικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η αντίδρασή του ήρθε ενώ συνεχίζονταν οι ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές πόλεις και ενεργειακές υποδομές.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, κατηγορεί τον Ουκρανό πρόεδρο ότι δεν επιδιώκει πραγματικά τον τερματισμό του πολέμου. Συνδέει την κριτική του με τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, τα οποία θεωρεί ότι επιβαρύνουν τις διεθνείς αγορές καυσίμων. Το Κίεβο απαντά ότι οι επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις εντάσσονται στη στρατιωτική του στρατηγική, καθώς η Ρωσία εξακολουθεί να πλήττει ουκρανικές υποδομές παρά τις ανακοινώσεις για ενεργειακή εκεχειρία.

Η αντιπαράθεση αφορά πλέον και την πολιτική θέση του ίδιου του Ζελένσκι. Όπως είχε καταγράψει το ΤΟ ΒΗΜΑ στις 10 Οκτωβρίου, οι δημόσιες παρεμβάσεις του Τραμπ είχαν φτάσει μέχρι τη συζήτηση για την ανάγκη ανάδειξης νέου προέδρου στην Ουκρανία. Η συζήτηση αυτή προσθέτει μια εσωτερική πολιτική διάσταση στην πίεση που ασκείται στο Κίεβο.

Το ρωσικό ντίζελ και η αμερικανική ενεργειακή πολιτική

Η ενεργειακή διάσταση δεν αποτελεί απλώς παράπλευρο ζήτημα της σύγκρουσης. Βρίσκεται πλέον στο κέντρο της αμερικανικής στρατηγικής, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να συνδέσει την αγορά καυσίμων με τη διπλωματική διαπραγμάτευση.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η αύξηση της προσφοράς ντίζελ μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών στην αμερικανική αγορά, σε μια περίοδο πολιτικής πίεσης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Η διατήρηση χαμηλότερου ενεργειακού κόστους αποτελεί σημαντικό ζήτημα για την αμερικανική οικονομία και την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.

Η συμφωνία, ωστόσο, προκαλεί ερωτήματα για την αποτελεσματικότητά της. Η αύξηση της προσφοράς δεν εγγυάται από μόνη της σημαντική υποχώρηση των τιμών, οι οποίες επηρεάζονται επίσης από τη διεθνή ζήτηση, τις μεταφορές, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις διαταραχές στην παραγωγή. Επιπλέον, η οικονομική ενίσχυση της Ρωσίας έρχεται σε αντίθεση με την προσπάθεια περιορισμού των εσόδων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο.

Η συμφωνία για το ντίζελ και η αναστολή των κυρώσεων δημιουργούν έτσι μια νέα αντίφαση στην αμερικανική πολιτική: η Ουάσιγκτον επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την οικονομική συνεργασία ως κίνητρο για τη διπλωματική προσέγγιση με τη Μόσχα, ενώ οι επικριτές της θεωρούν ότι προσφέρει στη Ρωσία οικονομικό όφελος χωρίς σαφείς δεσμεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Η συζήτηση αυτή αφορά όχι μόνο το Κίεβο, αλλά και την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής κυρώσεων.

Η πρόταση Πούτιν για σύνοδο με Τραμπ και Σι

Στο διπλωματικό πεδίο, νέα διάσταση έδωσε δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο ο Πούτιν πρότεινε τριμερή σύνοδο με τον Τραμπ και τον Σι Τζινπίνγκ, πιθανώς στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του APEC στην Κίνα, στις 18 και 19 Νοεμβρίου.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πρόταση διατυπώθηκε κατά την τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ – Πούτιν στις 9 Οκτωβρίου, στην οποία συνδέεται και η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ. Το Κρεμλίνο έχει επιβεβαιώσει ότι υπάρχουν συζητήσεις για μια πιθανή συνάντηση, χωρίς να έχει οριστικοποιηθεί ούτε η πραγματοποίησή της ούτε η ατζέντα της. Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Τραμπ δεν έχει συμφωνήσει, αν και ενδέχεται να εξετάσει την πρόταση. Reuters

Η προοπτική μιας τέτοιας συνόδου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα έφερνε στο ίδιο τραπέζι τους ηγέτες των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Κίνας, χωρίς κατ’ ανάγκη να συμμετέχει ο Ζελένσκι. Μια συνάντηση αυτού του τύπου θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο διαπραγμάτευσης, αλλά θα προκαλούσε ερωτήματα για το ποιος αποφασίζει τους όρους μιας συμφωνίας που αφορά άμεσα το μέλλον της Ουκρανίας.

Για τη Μόσχα, μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να ενισχύσει την απευθείας συνεννόηση με την Ουάσιγκτον και να αξιοποιήσει τη βελτίωση των σχέσεων με τον Τραμπ. Για το Πεκίνο, θα αποτελούσε ευκαιρία ενίσχυσης του διπλωματικού του ρόλου. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, θα προσέφερε ένα ακόμη πεδίο για την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας που θα μπορούσε να παρουσιάσει ως επιτυχία της εξωτερικής του πολιτικής.

Η απουσία της Ουκρανίας, ωστόσο, θα δημιουργούσε ένα κρίσιμο πρόβλημα νομιμοποίησης και εφαρμογής οποιασδήποτε συμφωνίας. Οι όροι μιας ειρήνης δεν αφορούν μόνο τις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων, αλλά και τα εδάφη, την κυριαρχία, την άμυνα και τη μελλοντική ασφάλεια της ίδιας της Ουκρανίας. Μια συμφωνία που θα διαμορφωνόταν χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του Κιέβου θα μπορούσε να συναντήσει ισχυρές αντιδράσεις και να αποδειχθεί δύσκολο να εφαρμοστεί.

Η Ευρώπη μπροστά σε δύσκολες επιλογές

Η νέα αμερικανική στάση υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τις δυνατότητές τους να στηρίξουν την Ουκρανία σε περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της αμερικανικής βοήθειας. Η χρηματοδότηση του Κιέβου, η προμήθεια οπλικών συστημάτων, η ανταλλαγή πληροφοριών και η διατήρηση της πίεσης προς τη Ρωσία συνδέονται πλέον ακόμη πιο άμεσα με τις διατλαντικές σχέσεις.

Το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μόνο η αναστολή των κυρώσεων. Είναι και η πιθανότητα οι ΗΠΑ να επιδιώξουν μια συμφωνία με τη Μόσχα με βασικό κριτήριο τις δικές τους ενεργειακές και στρατηγικές προτεραιότητες, χωρίς να έχουν προηγουμένως διασφαλιστεί οι ουκρανικές απαιτήσεις ασφαλείας.

Η προοπτική μιας τριμερούς συνόδου με τη συμμετοχή του Πούτιν και του Σι εντείνει αυτές τις ανησυχίες. Αν οι διαπραγματεύσεις μεταφερθούν σε ένα σχήμα στο οποίο δεν συμμετέχουν ούτε η Ουκρανία ούτε οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η επιρροή τους στη διαμόρφωση της μελλοντικής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας θα μπορούσε να περιοριστεί.

Παράλληλα, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να χρειαστεί να καλύψει μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών και αμυντικών αναγκών της Ουκρανίας. Αυτό απαιτεί όχι μόνο πρόσθετους πόρους, αλλά και συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών για τη διάρκεια και το εύρος της υποστήριξης.

Μια σχέση που παραμένει καθοριστική για το μέλλον του πολέμου

Η διαδρομή από το 2019 έως τον Οκτώβριο του 2026 δείχνει ότι η σχέση Τραμπ – Ζελένσκι καθορίζεται από διαφορετικές αντιλήψεις για τον τερματισμό του πολέμου, την οικονομική επιβάρυνση της σύγκρουσης και τη μελλοντική ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη.

Ο Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία που θα περιορίσει την αμερικανική εμπλοκή, θα εξυπηρετήσει τις ενεργειακές και στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ και θα του επιτρέψει να παρουσιάσει τον τερματισμό του πολέμου ως διπλωματική επιτυχία. Ο Ζελένσκι επιδιώκει μια διευθέτηση που θα διασφαλίζει την ουκρανική κυριαρχία, θα αποτρέπει νέες ρωσικές επιθέσεις και δεν θα επιβραβεύει την εδαφική επέκταση διά της βίας.

Η αναστολή των κυρώσεων και η συμφωνία για το ντίζελ δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει οικονομικά κίνητρα για να διατηρήσει τη Μόσχα στις διαπραγματεύσεις. Η πρόταση για σύνοδο Τραμπ – Πούτιν – Σι προσθέτει ένα ακόμη ερώτημα: εάν η προσπάθεια τερματισμού του πολέμου θα εξελιχθεί σε απευθείας συνεννόηση των μεγάλων δυνάμεων, με περιορισμένη συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερόμενων.

Το βασικό διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο αν οι δύο πρόεδροι μπορούν να αποκαταστήσουν προσωρινά τις σχέσεις τους. Είναι αν μπορούν να συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο ειρήνης που θα γίνει αποδεκτό από την Ουκρανία, θα περιορίσει τη ρωσική επιθετικότητα και θα διατηρήσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η εξέλιξη της αντιπαράθεσης, η εφαρμογή ή μη των κυρώσεων και η τύχη της προτεινόμενης συνόδου θα δείξουν εάν η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια βιώσιμη διπλωματική διευθέτηση ή εάν η διαφωνία με το Κίεβο θα εξελιχθεί σε βαθύτερη κρίση της δυτικής συμμαχίας.

Δείτε επίσης