Η ενεργειακή κρίση, ο ανταγωνισμός με την Κίνα και η μάχη για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό βρίσκονται στο επίκεντρο της διήμερης Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ξεκίνησε την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες. Οι 27 ηγέτες καλούνται να συμφωνήσουν σε κοινές κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τη χρηματοδότηση των νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων, την ώρα που οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η Ελλάδα ζητά μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ αντιτίθεται σε περικοπές που θα περιορίσουν τους πόρους για τη συνοχή και την αγροτική πολιτική. Την ίδια στιγμή, έξι κράτη-μέλη πιέζουν για νέα αναβολή του συστήματος τιμολόγησης των εκπομπών άνθρακα στις μεταφορές και στα κτίρια, η Γερμανία και η Σουηδία ζητούν μικρότερο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και η Κομισιόν επιχειρεί να περιορίσει τις εισαγωγές κινεζικών αυτοκινήτων.
Στο παρασκήνιο, η συμφωνία Ντόναλντ Τραμπ – Βλαντίμιρ Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ προκαλεί αντιδράσεις, καθώς οι Ευρωπαίοι ανησυχούν ότι η χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων υπονομεύει την πίεση προς τη Μόσχα. Η Σύνοδος αναδεικνύει έτσι ένα κεντρικό πρόβλημα για την ΕΕ: πώς θα προστατεύσει την οικονομία και την κοινωνική συνοχή της, θα χρηματοδοτήσει την άμυνά της και θα διατηρήσει την πολιτική της για το κλίμα, όταν οι διαθέσιμοι πόροι και οι εθνικές προτεραιότητες δεν επαρκούν για να ικανοποιήσουν όλες τις απαιτήσεις.
Τι συζητούν σήμερα οι Ευρωπαίοι ηγέτες στις Βρυξέλλες;
Η σημερινή ατζέντα περιλαμβάνει τρεις βασικούς άξονες: την ανταγωνιστικότητα και το ενεργειακό κόστος, τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα και τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034.
Η ενεργειακή κρίση προηγείται χρονικά, επειδή οι επιπτώσεις της είναι άμεσες. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων αυξάνουν το κόστος μεταφορών, παραγωγής και θέρμανσης, επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και εντείνουν τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων. Οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τις ανατιμήσεις, χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά.
Στη συνέχεια, η συζήτηση στρέφεται στην Κίνα, με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να ενημερώνει τους ηγέτες για τη συμφωνία περιορισμού των εισαγωγών κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων και για τις επόμενες εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Το απόγευμα, το βάρος περνά στον προϋπολογισμό. Η συμβιβαστική πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας δεν έχει γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των χωρών που ζητούν περιορισμό των δαπανών και εκείνων που θέλουν να διατηρηθούν οι πόροι για την αγροτική πολιτική και τη συνοχή.
Την Παρασκευή, οι ηγέτες αναμένεται να ασχοληθούν περισσότερο με την Ουκρανία, τη μετανάστευση και την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η συζήτηση, ωστόσο, έχει ήδη επηρεαστεί από την ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον – Μόσχας και τις ανησυχίες για την αξιοπιστία της αμερικανικής στήριξης προς το Κίεβο.
Γιατί έχει επιστρέψει η ενεργειακή κρίση και πόσο σοβαρή είναι;
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα ενεργειακή αναταραχή, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή περιορίζουν τις προσδοκίες για σταθεροποίηση των αγορών. Το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο έχει επιστρέψει σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί τον χειμώνα του 2022.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Σύνοδο, το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς φυσικού αερίου στο ολλανδικό χρηματιστήριο TTF κινείται κοντά στα 86-87 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η τιμή αυτή είναι σχεδόν τριπλάσια από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, τον Φεβρουάριο. Παράλληλα, τα αποθέματα φυσικού αερίου στις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο, αυξάνοντας την ανησυχία για την επάρκεια εφοδιασμού ενόψει του χειμώνα.
Η αγορά του ντίζελ παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι οι συνθήκες περιορισμένης προσφοράς αναμένεται να διατηρηθούν έως το 2027 και ότι οι τιμές χονδρικής στην Ευρώπη μπορεί να αυξηθούν ξανά τις επόμενες εβδομάδες.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις τιμές που πληρώνουν οι οδηγοί στα πρατήρια. Το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις οδικές μεταφορές, τις αγροτικές εργασίες και μεγάλο μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όταν ακριβαίνει, το κόστος μεταφέρεται σταδιακά στα προϊόντα και στις υπηρεσίες, επιβαρύνοντας την καθημερινότητα των καταναλωτών.
Αντίστοιχα, οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν την ηλεκτροπαραγωγή, τη θέρμανση και τη βιομηχανία. Οι επιχειρήσεις που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας βλέπουν τα λειτουργικά τους έξοδα να αυξάνονται, ενώ δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν παραγωγούς σε χώρες με φθηνότερη ενέργεια.
Η κρίση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφθασε το 3% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τα στοιχεία που συζητούνται στις Βρυξέλλες. Εάν οι υψηλές τιμές ενέργειας διατηρηθούν, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα γίνει δυσκολότερη και οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με νέες πιέσεις για παρεμβάσεις.
Τι μπορεί να κάνει η ΕΕ για να μειώσει τις τιμές;
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξετάζουν ένα σύνολο μέτρων, χωρίς να έχουν συμφωνήσει σε μια ενιαία λύση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει επιλογές για την παράταση της προσωρινής κρατικής στήριξης προς τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενώ οι κυβερνήσεις εξετάζουν φορολογικές ελαφρύνσεις, στοχευμένες ενισχύσεις και παρεμβάσεις για τη συγκράτηση του κόστους.
Στη συζήτηση έχει επανέλθει και η ιδέα της έκτακτης φορολόγησης υπερκερδών, ώστε ένα μέρος των πρόσθετων εσόδων που συνδέονται με την κρίση να χρηματοδοτήσει μέτρα ανακούφισης. Το ζήτημα παραμένει πολιτικά ευαίσθητο, καθώς οι χώρες διαφωνούν ως προς το εύρος, τη διάρκεια και τον τρόπο εφαρμογής τέτοιων παρεμβάσεων.
Ένα ακόμη πεδίο είναι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής διυλιστικής ικανότητας. Η παραγωγική δυνατότητα των διυλιστηρίων της ΕΕ έχει μειωθεί από το 2009, περιορίζοντας την ευελιξία της αγοράς όταν προκύπτουν διαταραχές στην προσφορά καυσίμων. Η αναβάθμιση των εγκαταστάσεων και η ενίσχυση της παραγωγής μπορούν να περιορίσουν ορισμένες εξαρτήσεις, χωρίς να εξασφαλίζουν άμεση πτώση των διεθνών τιμών.
Εξετάζεται επίσης ο εθελοντικός συντονισμός της ζήτησης για καύσιμα, ιδίως για το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Στόχος είναι να περιοριστούν οι ελλείψεις και να αποφευχθούν φαινόμενα μαζικών αγορών που θα μπορούσαν να εντείνουν τις πιέσεις στις τιμές.
Το βασικό εμπόδιο είναι ότι οι κυβερνήσεις δεν διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες χρηματοδότησης. Ένα κράτος με χαμηλότερο χρέος μπορεί να επιδοτήσει περισσότερο την ενέργεια για τις επιχειρήσεις του, ενώ ένα κράτος με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο δυσκολεύεται να εφαρμόσει αντίστοιχα μέτρα. Η διαφορά αυτή μπορεί να δημιουργήσει άνισους όρους ανταγωνισμού μέσα στην ενιαία αγορά.
Γι’ αυτό η Ελλάδα και η Ιταλία ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία από τις Βρυξέλλες. Αντίθετα, οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στη δημοσιονομική πειθαρχία επιμένουν ότι τα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και συμβατά με τους κανόνες για τα δημόσια οικονομικά.
Τι ζητά η Ελλάδα και τι σημαίνει η δημοσιονομική ευελιξία;
Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να εξασφαλίσει μεγαλύτερα περιθώρια για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης, χωρίς να ζητήσει συνολική ανατροπή του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι τα σχέδια συμπερασμάτων της Συνόδου, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη των εργασιών, δεν αντανακλούν την επείγουσα διάσταση της ενεργειακής κρίσης. Ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία εντός των υφιστάμενων δημοσιονομικών ορίων, ώστε να εφαρμοστούν προσωρινά μέτρα προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ευάλωτων νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Η διαφορά έχει πρακτική σημασία. Η Αθήνα δεν ζητά κατ’ ανάγκη την αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων για όλα τα κράτη-μέλη, αλλά τη δυνατότητα να αξιοποιήσει περισσότερους διαθέσιμους πόρους για την αντιμετώπιση μιας έκτακτης οικονομικής πίεσης.
Η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής για την ενεργειακή ασφάλεια, η οποία αντιστοιχεί σε περίπου 700 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2026-2027. Η κυβέρνηση επιδιώκει τώρα μεγαλύτερη ευχέρεια αξιοποίησης των δυνατοτήτων αυτών.
Ανάλογη πίεση ασκεί η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι. Οι δύο χώρες θεωρούν ότι η ενεργειακή κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με εθνικά μέσα, όταν οι τιμές διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς εξελίξεις.
Για την ελληνική οικονομία, το ζητούμενο είναι να υπάρξει δυνατότητα στοχευμένης στήριξης χωρίς να αυξηθεί δυσανάλογα το δημόσιο χρέος. Παράλληλα, η κυβέρνηση θέλει να αποφύγει την επιβολή νέων επιβαρύνσεων που θα επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Γιατί συγκρούονται οι χώρες για το ETS2;
Το ETS2 είναι το νέο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών που αφορά τα καύσιμα των οδικών μεταφορών και της θέρμανσης κτιρίων. Στόχος του είναι να ενσωματώσει σταδιακά το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην τιμή των ορυκτών καυσίμων, δημιουργώντας κίνητρα για τη μείωση της κατανάλωσής τους.
Η εφαρμογή του έχει προκαλέσει αντιδράσεις, επειδή ενδέχεται να αυξήσει το κόστος για νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, ιδίως σε περιοχές όπου οι εναλλακτικές λύσεις θέρμανσης και μετακίνησης είναι περιορισμένες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει τη μετάθεση της εφαρμογής του από το 2027 στο 2028. Ωστόσο, έξι χώρες —Ελλάδα, Ιταλία, Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία και Σλοβακία— επιδιώκουν νέα αναβολή τουλάχιστον έως το 2030.
Η πρωτοβουλία βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και δεν αποτελεί συμφωνημένη απόφαση της ΕΕ. Οι χώρες που την προωθούν υποστηρίζουν ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβάλλουν επανεξέταση του χρονοδιαγράμματος, των δικλίδων προστασίας και του τρόπου εφαρμογής του συστήματος.
Στον αντίποδα, οι χώρες του Βορρά υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να εγκαταλείψει τα εργαλεία της πράσινης μετάβασης εξαιτίας της συγκυριακής ενεργειακής κρίσης. Ο Φινλανδός πρωθυπουργός Πέτερι Όρπο τάχθηκε υπέρ άμεσων μέτρων για τη μείωση των τιμών, επιμένοντας ταυτόχρονα ότι η Ένωση πρέπει να περιορίσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα.
Η αντιπαράθεση αφορά, επομένως, τον τρόπο με τον οποίο θα κατανεμηθεί το κόστος της ενεργειακής μετάβασης. Οι κυβερνήσεις που ζητούν αναβολή δίνουν προτεραιότητα στην προστασία των καταναλωτών και της ανταγωνιστικότητας, ενώ οι υποστηρικτές του συστήματος φοβούνται ότι οι συνεχείς καθυστερήσεις θα αποδυναμώσουν την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.
Γιατί η Κίνα βρίσκεται στην ατζέντα της Συνόδου;
Η δεύτερη μεγάλη οικονομική πρόκληση αφορά τον ανταγωνισμό με την Κίνα, ιδιαίτερα στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν ενισχύσει τη θέση τους στις αγορές ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων, αξιοποιώντας το κόστος παραγωγής, την τεχνογνωσία και την ισχυρή βιομηχανική τους βάση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να περιορίσει την πίεση προς τους Ευρωπαίους κατασκευαστές, διατηρώντας παράλληλα ανοικτό τον δίαυλο εμπορικών διαπραγματεύσεων με το Πεκίνο.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στις Βρυξέλλες, η συμφωνία που ανακοινώθηκε την προηγούμενη Παρασκευή προβλέπει αρχικό ανώτατο όριο 350.000 εισαγόμενων κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων ετησίως από το 2027. Η Κομισιόν εκτιμά ότι οι εισαγωγές θα φθάσουν περίπου τις 800.000 το 2026.
Η συμφωνία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης για τις εμπορικές σχέσεις ΕΕ – Κίνας. Το έλλειμμα της ΕΕ στο εμπόριο αγαθών με την Κίνα έχει φθάσει περίπου τα 360 δισ. ευρώ, ενισχύοντας τις πιέσεις για αυστηρότερα μέτρα προστασίας της ευρωπαϊκής αγοράς.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν θέλει να εξασφαλίσει τη στήριξη των ηγετών για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και την υιοθέτηση νέων εμπορικών μέτρων, εφόσον κριθούν αναγκαία.
Η δυσκολία είναι ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα. Η Γαλλία και η Γερμανία, με ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανία, δέχονται πιέσεις για αυστηρότερη προστασία των εγχώριων παραγωγών. Άλλες χώρες ανησυχούν για ενδεχόμενα κινεζικά αντίποινα, τα οποία θα μπορούσαν να πλήξουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην κινεζική αγορά.
Το ερώτημα για την ΕΕ είναι εάν μπορεί να προστατεύσει τη βιομηχανία της χωρίς να οδηγηθεί σε έναν εμπορικό πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Γιατί ο προϋπολογισμός της ΕΕ προκαλεί τόσο μεγάλη σύγκρουση;
Ο επόμενος Πολυετής Δημοσιονομικός Προϋπολογισμός καλύπτει την περίοδο 2028-2034 και καθορίζει τη χρηματοδότηση των βασικών ευρωπαϊκών πολιτικών για επτά χρόνια. Η διαπραγμάτευση αφορά το συνολικό ύψος των δαπανών, τις εισφορές των κρατών-μελών και την κατανομή των πόρων ανάμεσα στην αγροτική πολιτική, τη συνοχή, την άμυνα, την ανταγωνιστικότητα και τις νέες στρατηγικές ανάγκες.
Η αναθεωρημένη πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας προβλέπει προϋπολογισμό 1,622 τρισ. ευρώ σε τιμές 2025, μειωμένο κατά περίπου 141 δισ. ευρώ σε σχέση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από την πλευρά του, ζητά συνολικό προϋπολογισμό 1,938 τρισ. ευρώ. Η διαφορά των 316 δισ. ευρώ δείχνει πόσο απέχουν οι θέσεις των ευρωπαϊκών θεσμών ως προς το μέγεθος της κοινής χρηματοδότησης.
Η Γερμανία και η Σουηδία θεωρούν ότι η πρόταση εξακολουθεί να προβλέπει υπερβολικές δαπάνες. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υποστήριξε ότι απαιτούνται σημαντικότερες περικοπές, ενώ ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον χαρακτήρισε το προτεινόμενο ύψος του προϋπολογισμού απαράδεκτο.
Οι δύο χώρες εκφράζουν τη θέση των κρατών που θέλουν να περιορίσουν τις καθαρές εισφορές τους και να ανακατευθύνουν τους ευρωπαϊκούς πόρους προς νέες προτεραιότητες, όπως η άμυνα, η ασφάλεια των συνόρων και η ανταγωνιστικότητα.
Στην αντίθετη πλευρά βρίσκονται οι 17 χώρες που αυτοπροσδιορίζονται ως «φίλοι της συνοχής». Με πρωτοβουλία της Ιταλίας και της Ρουμανίας, ζητούν να διατηρηθούν οι πόροι για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και την πολιτική συνοχής, η οποία στηρίζει τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες.
Η Ελλάδα συντάσσεται με την ανάγκη προστασίας αυτών των χρηματοδοτήσεων. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες δεν πρέπει να καλυφθούν αποκλειστικά με περικοπές σε πολιτικές που στηρίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη, τις αγροτικές περιοχές και τις υποδομές.
Τι σημαίνει η διαμάχη για τον προϋπολογισμό για την Ελλάδα;
Για την Αθήνα, η συζήτηση έχει άμεση οικονομική και πολιτική σημασία. Τα κονδύλια συνοχής χρηματοδοτούν υποδομές, αναπτυξιακά προγράμματα και παρεμβάσεις στις περιφέρειες, ενώ η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτελεί βασικό εργαλείο στήριξης του πρωτογενούς τομέα.
Η μείωση των διαθέσιμων πόρων θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης έργων και επενδύσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής ακρίβειας, τις φυσικές καταστροφές και τις ανάγκες προσαρμογής της οικονομίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την αναθεωρημένη πρόταση, υποστηρίζοντας ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν ανταποκρίνονται στις αυξημένες φιλοδοξίες της ΕΕ.
Η ελληνική θέση συνδέεται και με το ζήτημα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι χώρες που ζητούν διατήρηση της χρηματοδότησης της συνοχής υποστηρίζουν ότι η Ένωση δεν μπορεί να απαιτεί από τα κράτη-μέλη να συμμετέχουν σε νέες στρατηγικές προτεραιότητες, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα μέσα για την ανάπτυξη και την κοινωνική σύγκλιση.
Η Ισπανία υποστηρίζει αντίστοιχα ότι η πρόταση δεν επαρκεί για τις ανάγκες της Ευρώπης. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει δηλώσει ότι η Ένωση χρειάζεται επαρκή χρηματοδότηση για να διαδραματίσει ισχυρότερο γεωπολιτικό ρόλο και έχει εμφανιστεί ανοικτός στην εξέταση νέων ευρωπαϊκών εσόδων μέσω φορολογικών παρεμβάσεων.
Η διαπραγμάτευση δεν αφορά, επομένως, μόνο το πόσα χρήματα θα διαθέτει η ΕΕ, αλλά και το ποια κράτη και ποιες πολιτικές θα επωμιστούν το κόστος των αλλαγών.
Μπορεί να υπάρξει συμφωνία μέχρι το τέλος του 2026;
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα επιδιώκει συμφωνία έως το τέλος του έτους, αλλά οι πιθανότητες παραμένουν αβέβαιες. Οι διαφορές στο συνολικό ύψος των δαπανών, στις εθνικές εισφορές και στην κατανομή των κονδυλίων είναι μεγάλες, ενώ οι κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει σε μια κοινή προσέγγιση.
Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα προειδοποίησε ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένη την έγκριση του τελικού συμβιβασμού από τους ευρωβουλευτές. Το Κοινοβούλιο έχει διαφορετική θέση για το ύψος του προϋπολογισμού και θα πρέπει να εγκρίνει το τελικό κείμενο με απλή πλειοψηφία.
Αυτό σημαίνει ότι μια συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων δεν θα αρκεί από μόνη της για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Θα απαιτηθεί συμβιβασμός και με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο διεκδικεί μεγαλύτερους πόρους για την κάλυψη των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων.
Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν προειδοποίησε ότι η τελική συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί εξίσου δύσκολη με την προηγούμενη διαπραγμάτευση ή ακόμη δυσκολότερη. Στο τραπέζι βρίσκεται το ενδεχόμενο ειδικής Συνόδου Κορυφής τον Νοέμβριο, αφιερωμένης αποκλειστικά στον προϋπολογισμό.
Ο συμβιβασμός θα κρίνει εάν η ΕΕ θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα την άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική ανάπτυξη, την πράσινη μετάβαση και τις παραδοσιακές πολιτικές της. Χωρίς συμφωνία για το συνολικό ύψος των πόρων, οι συζητήσεις για την κατανομή τους κινδυνεύουν να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό θεωρητικές.
Τι αλλάζει για την Ουκρανία μετά τη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν;
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επειδή συνδυάζει δύο αντικρουόμενες προτεραιότητες: την ανάγκη εξασφάλισης ενεργειακών προμηθειών και τη διατήρηση της οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία.
Η προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων για τις συγκεκριμένες προμήθειες δημιουργεί προβληματισμό στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες επιδιώκουν να περιορίσουν τα έσοδα της Μόσχας που μπορούν να στηρίξουν την πολεμική της προσπάθεια.
Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν χαρακτήρισε τις αμερικανικές κινήσεις εχθρικό μήνυμα προς την Ουκρανία. Η Ρομπέρτα Μέτσολα, από την πλευρά της, τόνισε ότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ χρειάζονται η μία την άλλη για να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του Κιέβου.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στις κυρώσεις. Η Ουκρανία αντιμετωπίζει αυξημένες ανάγκες για αντιαεροπορική άμυνα, χρηματοδότηση και προστασία των ενεργειακών υποδομών της ενόψει του χειμώνα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να επαναβεβαιώσουν τη στήριξή τους προς το Κίεβο, εξετάζοντας πώς θα καλυφθούν οι ανάγκες του σε περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της αμερικανικής βοήθειας.
Παράλληλα, η πρόσβαση στο δορυφορικό σύστημα Starlink έχει αναδείξει την εξάρτηση της ουκρανικής άμυνας από ιδιωτικές τεχνολογικές υποδομές. Η ευρωπαϊκή πολιτική ομάδα Renew Europe ζήτησε να αναπτυχθούν εναλλακτικές λύσεις μέσω των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων δορυφορικών επικοινωνιών.
Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό υποστήριξε ότι τα δύο τρίτα των πληροφοριών που λαμβάνει σήμερα η Ουκρανία προέρχονται από ευρωπαϊκές πηγές. Η δήλωση αναδεικνύει την προσπάθεια ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να ενισχύσουν τον ρόλο τους στην υποστήριξη του Κιέβου.
Το βασικό ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για την ασφάλεια της Ουκρανίας, διατηρώντας ταυτόχρονα την οικονομική πίεση προς τη Ρωσία και αντιμετωπίζοντας τις δικές της ενεργειακές ανάγκες.
Γιατί η ΕΕ ανησυχεί για την Ερυθρά Θάλασσα;
Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αποτελεί ακόμη ένα μέτωπο που επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία. Η προγραμματισμένη Σύνοδος ΕΕ – Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 24 Οκτωβρίου στο Ριάντ, αναβλήθηκε μετά την κλιμάκωση των επιθέσεων των Χούθι στη Σαουδική Αραβία.
Η εξέλιξη ενισχύει τις πιέσεις για αύξηση της ευρωπαϊκής ναυτικής παρουσίας στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω της επιχείρησης Aspides, η οποία έχει στόχο την προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Παρά τις εκκλήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ιταλίας, οι δεσμεύσεις για πρόσθετα πολεμικά πλοία παραμένουν περιορισμένες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδονται από τις Βρυξέλλες, έχουν δεσμευθεί δύο επιπλέον πλοία, αριθμός μικρότερος από τις ανάγκες που έχουν περιγραφεί για την αποτελεσματικότερη ενίσχυση της αποστολής.
Η σημασία της περιοχής είναι οικονομική και στρατηγική. Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μπορούν να αυξήσουν το κόστος μεταφοράς, να επιμηκύνουν τις διαδρομές των εμπορικών πλοίων και να επιβαρύνουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Για την Ευρώπη, η ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας συνδέεται με την ενεργειακή επάρκεια, το εμπόριο και την ανάγκη προστασίας των θαλάσσιων οδών. Η δυσκολία συγκέντρωσης επαρκών ναυτικών δυνάμεων αποκαλύπτει, παράλληλα, τα όρια της ευρωπαϊκής στρατιωτικής συνεργασίας.
Τι θα συζητήσουν οι ηγέτες για τη μετανάστευση και τη διεύρυνση;
Στην ατζέντα της Συνόδου βρίσκονται επίσης η μεταναστευτική πολιτική και η προοπτική ένταξης νέων κρατών στην ΕΕ.
Στο μεταναστευτικό, οι κυβερνήσεις αναμένεται να δώσουν έμφαση στις επιστροφές όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία, στη δημιουργία κόμβων επιστροφής σε τρίτες χώρες και στην αντιμετώπιση της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών.
Οι διαφωνίες αφορούν τόσο την εφαρμογή των μέτρων όσο και τη συνολική πολιτική προσέγγιση. Η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι υποστηρίζει αυστηρότερη πολιτική επιστροφών, ενώ η ισπανική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έχει ακολουθήσει διαφορετική προσέγγιση σε ζητήματα νομιμοποίησης μεταναστών. Οι διαφορές αυτές ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα πολιτική αντιπαράθεση.
Στη διεύρυνση, το Μαυροβούνιο συγκαταλέγεται στις υποψήφιες χώρες που βρίσκονται πιο κοντά στην ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης. Η Κροατία έχει θέσει διμερείς διαφορές με την Ποντγκόριτσα, ζητώντας να επιλυθούν πριν από την ολοκλήρωση της ένταξης.
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας προειδοποίησε ότι οι διμερείς διαφορές δεν πρέπει να εκτροχιάζουν τη διαδικασία διεύρυνσης. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει ισχυρότερες θεσμικές εγγυήσεις για τα νέα μέλη και αλλαγές στον τρόπο λήψης αποφάσεων σε μια διευρυμένη Ένωση.
Η συζήτηση συνδέεται με ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς θα μπορέσει η ΕΕ να ενσωματώσει νέα κράτη, διατηρώντας παράλληλα την αποτελεσματικότητα των θεσμών της και την ικανότητά της να λαμβάνει κοινές αποφάσεις.
Ποια είναι τα τρία βασικά συμπεράσματα της Συνόδου για την Ευρώπη;
Πρώτον, η ενεργειακή κρίση δοκιμάζει την οικονομική αντοχή της ΕΕ. Οι κυβερνήσεις καλούνται να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς να δημιουργήσουν νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες ή να υπονομεύσουν την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς.
Δεύτερον, ο ανταγωνισμός με την Κίνα και η αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ ενισχύουν την πίεση για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία. Η προστασία της βιομηχανίας, η ενεργειακή ασφάλεια, η άμυνα και οι τεχνολογικές υποδομές αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, απαιτώντας νέους πόρους και κοινές αποφάσεις.
Τρίτον, ο προϋπολογισμός 2028-2034 θα καθορίσει εάν οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες πολιτικές. Η διαφωνία για το συνολικό ύψος των δαπανών και την κατανομή τους αποτυπώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στις νέες ανάγκες και στις παραδοσιακές πολιτικές της Ένωσης.
Για την Ελλάδα, η Σύνοδος έχει δύο άμεσες προτεραιότητες: μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους και διατήρηση επαρκών πόρων για την αγροτική πολιτική και τη συνοχή. Για την ΕΕ συνολικά, το στοίχημα είναι να διαμορφώσει κοινή απάντηση σε κρίσεις που εξελίσσονται ταυτόχρονα και επηρεάζουν άμεσα την οικονομία, την ασφάλεια και την κοινωνική σταθερότητα.
Οι σημερινές συζητήσεις δεν αναμένεται να επιλύσουν όλες τις διαφορές. Θα καθορίσουν, όμως, τα περιθώρια των επόμενων διαπραγματεύσεων και θα δείξουν εάν οι κυβερνήσεις μπορούν να συμφωνήσουν στις προτεραιότητες που θα χρηματοδοτήσει η Ευρώπη τα επόμενα χρόνια.






