Η νέα δημοσκόπηση της Prorata για την «Εφημερίδα των Συντακτών» αποτυπώνει μια πολιτική εικόνα με δύο διαφορετικές όψεις: από τη μία, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου και ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός· από την άλλη, η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι ιδιαίτερα υψηλή και περίπου δύο στους τρεις πολίτες εμφανίζονται να επιθυμούν κυβερνητική αλλαγή.
Το στοιχείο αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της μέτρησης. Η πολιτική υπεροχή της ΝΔ δεν μετατρέπεται σε αντίστοιχη κοινωνική αποδοχή της κυβερνητικής πορείας, ενώ η αντιπολίτευση εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.
Η ακρίβεια παραμένει το μεγάλο πρόβλημα
Η ακρίβεια βρίσκεται με μεγάλη απόσταση στην κορυφή της ατζέντας των πολιτών. Το 78% την αναφέρει ως το σημαντικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά του. Πρόκειται για ένα εύρημα που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη δυσπιστία απέναντι στις κυβερνητικές εξαγγελίες.
Στη δεύτερη θέση, με 44%, βρίσκονται τα ζητήματα Δικαιοσύνης, διαφθοράς και διαφάνειας. Ακολουθούν οι χαμηλοί μισθοί και οι συνθήκες εργασίας με 25% και η υγεία με 21%.
Η κατάταξη έχει πολιτική σημασία. Η κοινωνική πίεση δεν περιορίζεται πλέον στο κόστος ζωής, αλλά συνδέεται με ζητήματα θεσμών, λειτουργίας του κράτους και καθημερινής ασφάλειας και ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών.
Η ΝΔ πρώτη, αλλά με μεγάλη απόσταση από την κοινωνική αποδοχή
Στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ συγκεντρώνει 25,5%, διατηρώντας την πρώτη θέση. Η ΕΛΑΣ ακολουθεί με 16,5%, αυξάνοντας τη δύναμή της κατά μία μονάδα σε σχέση με τη μέτρηση του Ιουλίου.
Το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται στο 9%, με οριακή άνοδο, ενώ ακολουθούν η Ελληνική Λύση με 8% και το ΚΚΕ με 6%.
Στη συνέχεια βρίσκονται η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού με 4,5%, η Φωνή Λογικής με 4%, η Πλεύση Ελευθερίας με 3,5% και το ΜέΡΑ25 με 3%.
Κάτω από το όριο του 3% παραμένουν ο ΣΥΡΙΖΑ με 1,5%, οι Δημοκράτες με 1% και η Νίκη με 0,5%, ενώ τα άλλα κόμματα συγκεντρώνουν 4%. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το 12% των αναποφάσιστων, που διατηρεί σημαντικό περιθώριο μεταβολών στην εκλογική εικόνα.
Η εικόνα αυτή δείχνει έναν κατακερματισμένο πολιτικό χάρτη. Η ΝΔ έχει σαφές προβάδισμα, όμως απέχει σημαντικά από ένα ποσοστό που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως κοινωνική συναίνεση στην κυβερνητική πολιτική.
Το αίτημα για αλλαγή δεν έχει ακόμη πολιτικό φορέα
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της δημοσκόπησης. Παρά το γεγονός ότι περίπου τα δύο τρίτα των πολιτών ζητούν κυβερνητική αλλαγή, κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν εμφανίζεται σήμερα ικανό να συγκεντρώσει αντίστοιχη δυναμική.
Η ΕΛΑΣ βρίσκεται στη δεύτερη θέση με 16,5%, αλλά η απόσταση από τη ΝΔ παραμένει στις εννέα μονάδες. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο 9%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται μόλις στο 1,5%.
Με άλλα λόγια, η φθορά της κυβέρνησης και η επιθυμία για αλλαγή δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε ενίσχυση ενός συγκεκριμένου κόμματος. Η δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά παραμένει πολιτικά κατακερματισμένη.
Αυτό είναι ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που αναδεικνύει η μέτρηση ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης: ποιος μπορεί να μετατρέψει το αίτημα αλλαγής σε πειστική κυβερνητική πρόταση.
Δύσπιστοι οι πολίτες απέναντι στις εξαγγελίες της ΔΕΘ
Η δυσπιστία αποτυπώνεται καθαρά και στις απαντήσεις για τη ΔΕΘ.
Μόλις το 17% θεωρεί ότι η καθημερινότητά του θα βελτιωθεί αρκετά ή πολύ από τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αντίθετα, το 82% εκτιμά ότι θα βελτιωθεί λίγο ή καθόλου.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η εκτίμηση για την υλοποίηση των κυβερνητικών δεσμεύσεων. Το 38% θεωρεί ότι μια κυβέρνηση Μητσοτάκη θα εφαρμόσει σχεδόν όλα ή αρκετά από όσα εξαγγέλθηκαν, ενώ το 47% εκτιμά ότι θα υλοποιηθούν λίγα ή σχεδόν τίποτα.
Η εικόνα είναι δυσμενής για την κυβέρνηση, καθώς δείχνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας δεν αμφισβητεί μόνο το αποτέλεσμα των πολιτικών της αλλά και την αξιοπιστία των νέων υποσχέσεων.
Ούτε οι εξαγγελίες Τσίπρα πείθουν την πλειοψηφία
Ανάλογη δυσπιστία καταγράφεται και απέναντι στις εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα.
Το 29% τις αξιολογεί θετικά, ενώ το 69% αρνητικά. Μόλις το 26% θεωρεί ότι μια κυβέρνηση Τσίπρα θα υλοποιούσε σχεδόν όλα ή αρκετά από όσα θα εξήγγειλε, έναντι 59% που εκτιμά ότι θα υλοποιούσε λίγα ή σχεδόν τίποτα.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς δείχνει ότι η αμφισβήτηση της κυβέρνησης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη εμπιστοσύνη στην εναλλακτική πρόταση.
Ο Μητσοτάκης παραμένει πρώτος στην πρωθυπουργική εμπιστοσύνη
Παρά την κοινωνική δυσαρέσκεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί την πρώτη θέση στο ερώτημα για τον πολιτικό αρχηγό που εμπιστεύονται περισσότερο οι πολίτες για πρωθυπουργό.
Συγκεντρώνει 27%, έναντι 16% του Αλέξη Τσίπρα. Ακολουθούν ο Κυριάκος Βελόπουλος και ο Νίκος Ανδρουλάκης με 6%, ενώ η Μαρία Καρυστιανού και η Ζωή Κωνσταντοπούλου καταγράφονται στο 4%.
Η διαφορά αυτή εξηγεί εν μέρει γιατί η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται εκλογικά, παρά το υψηλό επίπεδο δυσαρέσκειας. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει σημαντική κοινωνική πίεση, αλλά ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει σαφές προβάδισμα στο πεδίο της πρωθυπουργικής καταλληλότητας.
Το κόμμα Σαμαρά και το όριο της επιρροής του
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέτρηση για το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά.
Το 74% δηλώνει ότι είναι «εντελώς απίθανο» να το ψηφίσει και το αποκλείει, ενώ ένα ακόμη 15% απαντά ότι δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό, αλλά δεν το αποκλείει. Αρκετά πιθανό θεωρεί το ενδεχόμενο το 5% και πολύ πιθανό το 4%.
Το άθροισμα των θετικών απαντήσεων φτάνει έτσι στο 9%, ενώ ένα 15% αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο χωρίς να εμφανίζεται σήμερα θετικά διακείμενο.
Το εύρημα δείχνει ότι η συζήτηση γύρω από ένα νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού έχει πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά δεν έχει μέχρι στιγμής μετατραπεί σε πλειοψηφικό ρεύμα.
Η βασική εικόνα της δημοσκόπησης
Η Prorata καταγράφει μια κοινωνία που θέλει αλλαγή, αλλά δεν έχει καταλήξει σε ποια πολιτική δύναμη θα την εμπιστευθεί. Η ΝΔ παραμένει πρώτη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται στην πρωθυπουργική εμπιστοσύνη, την ώρα που η ακρίβεια και τα ζητήματα θεσμών διατηρούν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε υψηλά επίπεδα.
Το βασικό πολιτικό παράδοξο είναι επομένως σαφές: η κυβέρνηση έχει εκλογικό προβάδισμα χωρίς να διαθέτει αντίστοιχο επίπεδο κοινωνικής ικανοποίησης, ενώ η αντιπολίτευση διαθέτει σημαντικό πεδίο για να αναπτυχθεί χωρίς ακόμη να έχει πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το πεδίο των επόμενων μηνών. Η μάχη δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος προηγείται σήμερα στις δημοσκοπήσεις, αλλά από το ποια πολιτική δύναμη θα μπορέσει να εκφράσει το αίτημα για αλλαγή και ταυτόχρονα να πείσει ότι διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο διακυβέρνησης.






