Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως κοινωνική πολιτική ένα πρόγραμμα που επιβραβεύει όσους έχουν ήδη τη δυνατότητα να αποταμιεύουν. Το κράτος θα βάζει ποσό αντίστοιχο με εκείνο που καταθέτει ο γονιός, όμως υπάρχει μια απλή λεπτομέρεια: για να πάρεις την κρατική ενίσχυση, πρέπει πρώτα να έχεις χρήματα για να βάλεις εσύ.
100 ευρώ τον μήνα που για πολλούς απλώς δεν υπάρχουν
Η ιδέα ακούγεται ωραία. Ο γονιός αποταμιεύει για το παιδί και το κράτος βάζει τα ίδια χρήματα. Έχεις 1.200 ευρώ τον χρόνο; Παίρνεις άλλα 1.200. Έχεις τη δυνατότητα να αποταμιεύεις 100 ευρώ τον μήνα; Το κράτος σε επιβραβεύει.
Μόνο που για μια οικογένεια που πληρώνει ενοίκιο, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, καύσιμα, φροντιστήρια και φόρους, τα 100 ευρώ δεν είναι πάντοτε «ένα ποσό που περισσεύει». Είναι ποσό που πρέπει να βρεθεί.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Η πολιτική της αποταμίευσης απευθύνεται πρωτίστως σε εκείνους που έχουν ήδη τη δυνατότητα να αποταμιεύουν.
Για τους υπόλοιπους υπάρχει, περίπου, η συμβουλή να προσπαθήσουν περισσότερο.
Δεκαοκτώ χρόνια στον «κουμπαρά»
Υπάρχει και η δεύτερη πλευρά του σχεδίου. Τα χρήματα παραμένουν δεσμευμένα μέχρι το παιδί να ενηλικιωθεί. Δεκαοκτώ χρόνια αναμονής για την οικογένεια, ενώ στο μεταξύ τα χρήματα θα βρίσκονται μέσα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και θα αξιοποιούνται επενδυτικά.
Ο γονιός βάζει. Το κράτος συμπληρώνει. Το παιδί περιμένει.
Και κάπου εδώ είναι εύλογο να τεθεί το ερώτημα για το ποιοι ακριβώς θα διαχειρίζονται αυτά τα κεφάλαια και ποιο θα είναι το όφελος του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τη συγκέντρωση μακροχρόνιων αποταμιεύσεων.
Όταν ο πολίτης «δεν έχει» και όταν η τράπεζα «έχει πρόβλημα»
Η ελληνική εμπειρία έχει δείξει ότι υπάρχει μια εντυπωσιακή διαφορά στην αντιμετώπιση της οικονομικής αδυναμίας.
Όταν μια οικογένεια δεν μπορεί να αποταμιεύσει, το πρόβλημα αντιμετωπίζεται ως προσωπική υπόθεση. Όταν όμως ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, τότε η υπόθεση αποκτά τον βαρύ τίτλο του «συστημικού κινδύνου».
Οι τράπεζες έχουν διασωθεί στο παρελθόν με τεράστιο δημόσιο κόστος. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη δημιουργία μιας μεγάλης δεξαμενής μακροχρόνιων αποταμιεύσεων δεν μπορεί να περιορίζεται στο χαμόγελο της κυβερνητικής παρουσίασης. Χρειάζεται να απαντά και στο ποιος ωφελείται, ποιος διαχειρίζεται τα χρήματα και ποιος αναλαμβάνει τελικά το ρίσκο.
«Μας λείπουν 99 δραχμές»
Υπάρχει, πάντως, ένας πολύ πιο απλός τρόπος να περιγραφεί το πρόβλημα.
Η κυβέρνηση λέει στον γονιό: βάλε στην άκρη 100 ευρώ τον μήνα για το παιδί σου και θα βάλω κι εγώ άλλα τόσα.
Και κάπου από το βάθος ακούγεται ο Φέρμας από την «Της κακομοίρας»:
«Ναι, αλλά εμάς μας λείπουν 99 δραχμές για να βάλουμε στην άκρη ένα κατοστάρικο».
Αυτή είναι ίσως η ουσία της ιστορίας. Για μια οικογένεια που έχει πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, ο «κουμπαράς» μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Για την οικογένεια που φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα μετρώντας ευρώ, είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι η αποταμίευση είναι εύκολη συμβουλή όταν υπάρχει κάτι για να αποταμιεύσεις.
Και αν τελικά δεν μπορέσει να βάλει τα 100 ευρώ, τουλάχιστον θα έχει κάτι σίγουρο: τον κουμπαρά στο χέρι.






