Έφυγε από τη ζωή την 1η Σεπτεμβρίου του 2026, σε ηλικία 70 ετών, η σπουδαία και δύο φορές βραβευμένη με Grammy ερμηνεύτρια Cassandra Wilson. Ο θάνατός της στη γενέτειρά της, το Τζάκσον του Μισισίπι, σκόρπισε θλίψη στον κόσμο της τζαζ. Άφησε πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη ως μία από τις πιο επιδραστικές, ευέλικτες και τολμηρές φωνές της γενιάς της
Παρά τα σκαμπανεβάσματα στην αρχή της δισκογραφικής πορείας της, η Wilson αναδείχθηκε σε μία από τις κορυφαίες τζαζ ερμηνεύτριες της δεκαετίας του ’90. Ξεκίνησε να παίζει πιάνο και κιθάρα από την ηλικία των εννέα ετών. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 εργαζόταν επαγγελματικά ως τραγουδίστρια, καλύπτοντας ένα ευρύ ρεπερτόριο. Μετά από μονοετή διαμονή στη Νέα Ορλεάνη, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη το 1982. Εκεί άρχισε να συνεργάζεται με τον Dave Holland και την Abbey Lincoln.
Η γνωριμία της με τον Steve Coleman την οδήγησε στη θέση της βασικής φωνής των M-Base Collective. Αν και τα πολυπρόσωπα free funk σχήματα της κολεκτίβας δεν άφηναν εύκολα χώρο για τραγουδιστές, η Wilson κατάφερε να ενσωματωθεί οργανικά. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους New Air και το 1985 ηχογράφησε τον πρώτο της προσωπικό δίσκο. Μέχρι την κυκλοφορία του τρίτου της άλμπουμ, η ερμηνεία της είχε αποκτήσει έντονες επιρροές από το στυλ της Betty Carter.
Μετά από μερικά ακόμη άλμπουμ, στα οποία βασίστηκε σε δικό της, μάλλον λιγότερο εμπνευσμένο υλικό, η Wilson αποφάσισε να αλλάξει κατεύθυνση. Στράφηκε σε έναν ακουστικό ήχο με έντονα μπλουζ στοιχεία και μέσω της Blue Note Records κυκλοφόρησε το εμβληματικό Blue Light ‘Til Dawn. Αυτή η επιστροφή στις μουσικές ρίζες λειτούργησε καταλυτικά για την καλλιτεχνική ταυτότητα της. Έκτοτε, συνέχισε να προσεγγίζει την παραδοσιακή κάντρι μπλουζ και τη φολκ μουσική με φρέσκες, δημιουργικές ματιές.
Το 1997 συμμετείχε στην περιοδεία για το έργο Blood on the Fields του Wynton Marsalis. Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το Traveling Miles, έναν δίσκο-φόρο τιμής στον Miles Davis. Στο άλμπουμ Belly of the Sun (2002), αξιοποίησε ένα ευρύ φάσμα της παραδοσιακής αμερικανικής μουσικής —από μπλουζ και κάντρι μέχρι σόουλ και ροκ. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε έναν δίσκο που απογείωσε την καριέρα της, καταφέρνοντας παράλληλα να εναρμονιστεί με τις σύγχρονες τάσεις της ποπ.
Το Glamoured (2003) αποτέλεσε ένα νέο δημιουργικό στοίχημα, καθώς το μισό υλικό αποτελούνταν από δικές της συνθέσεις. Πιστή στην ανάγκη της για διαρκή εξέλιξη, πειραματίστηκε διακριτικά με το sampling και με hip-hop τεχνικές στο άλμπουμ Thunderbird (2006). Στη συνέχεια επέστρεψε στα τζαζ standards με το Loverly (2008), το οποίο διαδέχθηκε το Silver Pony (2010).
Ως αυθεντικός μουσικός χαμαιλέοντας, άλλαξε ξανά προσανατολισμό με το Another Country (2012). Η δουλειά αυτή περιλάμβανε κυρίως πρωτότυπα κομμάτια, τα οποία συνυπέγραψε στην παραγωγή με τον κιθαρίστα Fabrizio Sotti. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε μεταξύ Ιταλίας, Νέας Ορλεάνης και Νέας Υόρκης, και κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2012. Η πλούσια δισκογραφική της πορεία ολοκληρώθηκε το 2015 με το άλμπουμ Coming Forth by Day.


