52 χρόνια από την 3η Σεπτέμβρη – Από τον Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία και την αλλαγή της Ελλάδας
Πενήντα δύο χρόνια μετά την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη, το ΠΑΣΟΚ παραμένει ένα από τα πιο καθοριστικά πολιτικά φαινόμενα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Γεννήθηκε ως ένα ετερόκλητο κίνημα που χωρούσε από παλιούς κεντρώους και αντιστασιακούς έως τροτσκιστές και στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας, πέρασε μέσα από σκληρές εσωτερικές συγκρούσεις και ιδεολογικές αναζητήσεις και, υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, μετατράπηκε σε κόμμα εξουσίας. Η διαδρομή του από το 1974 έως την κυριαρχία της δεκαετίας του 1980 δεν ήταν γραμμική. Ήταν μια διαδικασία πολιτικής μετάλλαξης, μαζικοποίησης και προσαρμογής στις απαιτήσεις μιας κοινωνίας που έβγαινε από τη δικτατορία και αναζητούσε τη δική της εκδοχή δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και εθνικής αυτοπεποίθησης.
Η 3η Σεπτέμβρη και ένα κίνημα που δεν ήθελε να μοιάζει με τα άλλα
«Δεν είμαστε κόμμα, είμαστε Πατριωτικό Σοσιαλιστικό Κίνημα». Με αυτή τη φράση ο Ανδρέας Παπανδρέου έδινε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 το πολιτικό στίγμα του νέου εγχειρήματος, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την πτώση της δικτατορίας.
Η επιλογή των λέξεων είχε σημασία. Το ΠΑΣΟΚ δεν εμφανιζόταν ως ακόμη ένας σχηματισμός που διεκδικούσε απλώς μια θέση στον υπό ανασυγκρότηση κομματικό χάρτη της χώρας. Επιδίωκε να παρουσιαστεί ως φορέας μιας ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.
Στις πρώτες τάξεις του συναντήθηκαν άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές διαδρομές και συχνά αντικρουόμενες ιδεολογικές αφετηρίες. Φοιτητές της γενιάς του Πολυτεχνείου, παλιοί πολιτευτές της Ένωσης Κέντρου, αντιστασιακοί, ΕΑΜίτες, «πλαστηρικοί», στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας, τροτσκιστές, λενινιστές και άλλοι άνθρωποι της Αριστεράς βρέθηκαν κάτω από την ίδια πολιτική στέγη.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί μία από τις βασικές εξηγήσεις για την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του πρώιμου ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα δεν γεννήθηκε μέσα από μία ενιαία ιδεολογική μήτρα. Συγκροτήθηκε ως χώρος συνάντησης διαφορετικών αντιλήψεων που είχαν, ωστόσο, ένα κοινό σημείο: την ανάγκη να αποκτήσει η μεταδικτατορική Ελλάδα ένα νέο πολιτικό υποκείμενο.
Η κοινωνία του 1974 ήταν έτοιμη για μια τέτοια αναζήτηση. Η επτάχρονη δικτατορία είχε αφήσει βαθιά τραύματα, ενώ η κυριαρχία της Δεξιάς στην πολιτική ζωή πριν από το πραξικόπημα, η εμπειρία του Εμφυλίου και οι διαδοχικές κρίσεις του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος είχαν δημιουργήσει ένα σύνθετο υπόβαθρο πάνω στο οποίο επιχειρούσε να τοποθετηθεί το νέο κίνημα.
Η μεγάλη αντίφαση: Κέντρο, Αριστερά και πατριωτισμός
Από την πρώτη στιγμή το ΠΑΣΟΚ κουβαλούσε μια πολιτική αντίφαση. Στο εσωτερικό του συνυπήρχαν άνθρωποι που αντλούσαν από τη βενιζελική και κεντρώα παράδοση και στελέχη που είχαν διαμορφωθεί μέσα στα διάφορα ρεύματα της Αριστεράς.
Αυτή η συνύπαρξη δεν ήταν πάντα αρμονική. Οι διαφορετικές πολιτικές καταβολές μεταφράζονταν σε διαφορετικές αντιλήψεις για την οργάνωση, την ιδεολογία, τη σχέση με την Ευρώπη, το κράτος, την οικονομία, αλλά και τον ίδιο τον χαρακτήρα του κινήματος.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιλήφθηκε νωρίς ότι αυτή η πολυφωνία μπορούσε να αποτελέσει είτε πλεονέκτημα είτε παγίδα. Ως εργαλείο μαζικοποίησης ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική. Ως βάση ενός κόμματος που θα μπορούσε να κυβερνήσει, όμως, δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα.
Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η σχέση με την κομμουνιστική Αριστερά. Παρά την παρουσία ανθρώπων με αριστερές και ακόμη και επαναστατικές αναφορές στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας Παπανδρέου κράτησε σαφείς αποστάσεις τόσο από το ΚΚΕ όσο και από το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα.
Η αντιπαράθεση με την Αριστερά υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις σκληρή. Η χαρακτηριστική αναφορά του Ανδρέα Παπανδρέου στην «Αριστερά των σαλονιών», με αιχμή τον Λεωνίδα Κύρκο, αποτύπωνε μια βαθύτερη πολιτική διαφορά. Το ΠΑΣΟΚ διεκδικούσε να εκφράσει τους εργαζόμενους, τα λαϊκά στρώματα και τη νέα κοινωνική δυναμική χωρίς να ενταχθεί στην πολιτική παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος.
Από την άλλη πλευρά, τμήματα της Αριστεράς αντιμετώπιζαν το ΠΑΣΟΚ με καχυποψία. Το κατηγορούσαν για λαϊκισμό, διχαστική ρητορική και αντιευρωπαϊσμό, θεωρώντας ότι επιχειρούσε να καταλάβει τον χώρο που ιστορικά διεκδικούσαν τα κόμματα της Αριστεράς.
Η σύγκρουση αυτή θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τη φυσιογνωμία της μεταπολιτευτικής Κεντροαριστεράς.
Το 1977: Η στιγμή που ο Ανδρέας πήρε τον πλήρη έλεγχο
Το πρώτο μεγάλο στοίχημα του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν να μετατρέψει αυτό το ετερόκλητο πολιτικό δυναμικό σε οργανωμένο κόμμα.
Η πανελλαδική συνδιάσκεψη του Ιουλίου του 1977 αποτέλεσε κρίσιμο σταθμό. Περισσότεροι από 900 σύνεδροι συμμετείχαν στη διαδικασία, μέσα σε συνθήκες που αντανακλούσαν ακόμη την ένταση και την οργανωτική αμηχανία των πρώτων χρόνων.
Η ιστορία της καταμέτρησης των ψήφων είναι χαρακτηριστική του κλίματος εκείνης της περιόδου. Το μηχανογραφικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση των αποτελεσμάτων παρουσίασε σφάλμα, με αποτέλεσμα να συνυπολογίζεται ο κωδικός των υποψηφίων στις ψήφους τους. Έτσι, στελέχη με μεγαλύτερο αριθμητικό κωδικό εμφανίζονταν να προηγούνται.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, βλέποντας τα αποτελέσματα, αντέδρασε έντονα. Η φράση «Συνδιάσκεψη θέλατε, ορίστε τώρα» έμεινε ως ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο μιας διαδικασίας που εξελισσόταν σε πολιτική μάχη για τον έλεγχο του νέου κόμματος.
Πίσω από το περιστατικό βρισκόταν ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα: ποιος θα καθόριζε την πορεία του ΠΑΣΟΚ.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν σκόπευε να επιτρέψει τη μετατροπή του κινήματος σε «μετωπικό σχήμα» διαφορετικών οργανώσεων και ιδεολογικών ομάδων. Η σταδιακή απομάκρυνση στελεχών που έβλεπαν το ΠΑΣΟΚ ως εργαλείο μιας επαναστατικής πρωτοπορίας υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξή του.
Το 1977 σηματοδότησε έτσι κάτι περισσότερο από μια οργανωτική αναδιάταξη. Ήταν η στιγμή κατά την οποία ο ιδρυτής επέβαλε τη δική του πολιτική αντίληψη για το κόμμα.
Από το «κίνημα» στο κόμμα εξουσίας
Η εξέλιξη ήταν εντυπωσιακή. Στις εκλογές του 1974 το ΠΑΣΟΚ είχε καταγράψει ένα σχετικά περιορισμένο ποσοστό, καθώς η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή κυριάρχησε στον πρώτο μεταδικτατορικό εκλογικό κύκλο.
Τρία χρόνια αργότερα, όμως, το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη γίνει αξιωματική αντιπολίτευση.
Η μετάβαση αυτή δεν ήταν μόνο εκλογική. Αφορούσε τη μεταμόρφωση της πολιτικής του εικόνας. Το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να πείσει ότι μπορούσε να κυβερνήσει. Η ρητορική της ρήξης συνυπήρξε πλέον με την ανάγκη διαμόρφωσης κυβερνητικού προγράμματος.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου κράτησε πολλά από τα χαρακτηριστικά της αρχικής του πολιτικής γλώσσας, αλλά παράλληλα οικοδόμησε έναν μηχανισμό που μπορούσε να απευθυνθεί σε πολύ μεγαλύτερα κοινωνικά ακροατήρια.
Το σύνθημα της «Αλλαγής» έγινε το όχημα αυτής της διεύρυνσης.
Το ΠΑΣΟΚ απευθυνόταν στους εργαζομένους, στους αγρότες, στους μικρομεσαίους, στους νέους, στους ανθρώπους που ένιωθαν ότι η μεταπολεμική Ελλάδα είχε αφήσει πίσω της μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Ταυτόχρονα, αξιοποίησε ένα ισχυρό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: τον πατριωτισμό.
Η επιλογή του όρου «Πατριωτικό» στην ιδρυτική διακήρυξη δεν ήταν τυχαία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου προσπάθησε να συνδυάσει την κοινωνική δικαιοσύνη και τον σοσιαλισμό με την εθνική ανεξαρτησία. Η σχέση της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα εντάχθηκε σε αυτό το πλαίσιο.
Το 1981 και η μεγάλη τομή
Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1981 το ΠΑΣΟΚ πέτυχε την ιστορική του νίκη. Η Ελλάδα περνούσε σε μια νέα πολιτική εποχή.
Η άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία είχε ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα. Για πρώτη φορά ένα κόμμα που είχε δημιουργηθεί μόλις επτά χρόνια νωρίτερα και το οποίο βρισκόταν μέχρι πρόσφατα στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της χώρας με ευρεία λαϊκή εντολή.
Η δεκαετία του 1980 συνδέθηκε με βαθιές κοινωνικές αλλαγές.
Η δημιουργία και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η καθιέρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, η ενίσχυση των εργατικών δικαιωμάτων και η διεύρυνση της πρόσβασης σε κοινωνικές παροχές άλλαξαν την καθημερινότητα μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.
Για τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ, αυτή ήταν η ουσία της «Αλλαγής»: η είσοδος κοινωνικών ομάδων που είχαν μείνει για δεκαετίες έξω από τους βασικούς μηχανισμούς πολιτικής και οικονομικής ισχύος στο κέντρο της δημόσιας ζωής.
Για τους επικριτές του, η ίδια περίοδος σηματοδότησε την εκτίναξη των δημοσίων δαπανών, την ενίσχυση του πελατειακού κράτους και τη δημιουργία ενός μοντέλου που μακροπρόθεσμα επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά.
Και οι δύο αναγνώσεις έχουν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.
Το ΠΑΣΟΚ και η άνοδος της μεσαίας τάξης
Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της πασοκικής διακυβέρνησης ήταν η διεύρυνση της κοινωνικής κινητικότητας.
Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 δεν ήταν η Ελλάδα της δεκαετίας του 1970. Μεγάλες κοινωνικές ομάδες απέκτησαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, στο κοινωνικό κράτος, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην κατανάλωση.
Η μεσαία τάξη διευρύνθηκε και απέκτησε ισχυρότερη πολιτική αυτοπεποίθηση. Η σχέση κράτους και πολίτη άλλαξε, ενώ η πολιτική συμμετοχή απέκτησε μεγαλύτερη κοινωνική εμβέλεια.
Το ΠΑΣΟΚ έγινε ο βασικός εκφραστής αυτής της αλλαγής.
Ταυτόχρονα, όμως, το ίδιο μοντέλο δημιούργησε αντιφάσεις. Η διεύρυνση του κράτους, οι προσλήψεις, η αύξηση των παροχών και η πολιτική διαχείριση των κοινωνικών αιτημάτων δημιούργησαν ένα σύστημα που σταδιακά απέκτησε σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.
Η Ελλάδα μπήκε σε μια νέα εποχή ευημερίας, αλλά και σε μια διαδρομή συσσώρευσης προβλημάτων που θα γίνονταν περισσότερο ορατά τις επόμενες δεκαετίες.
Η Ευρώπη, οι αντιφάσεις και η πολιτική ωρίμανση
Μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ αφορά τη σχέση του με την Ευρώπη.
Η αρχική ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν έντονα επικριτική απέναντι στην ευρωπαϊκή και ατλαντική ολοκλήρωση. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» αποτέλεσε χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής γλώσσας της εποχής.
Ωστόσο, η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και το ΠΑΣΟΚ σταδιακά προσαρμόστηκε στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η πορεία αυτή ανέδειξε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Ανδρέα Παπανδρέου: την ικανότητά του να μετακινείται πολιτικά όταν οι συνθήκες το επέβαλλαν χωρίς να εγκαταλείπει τον πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας.
Το ΠΑΣΟΚ από κόμμα διαμαρτυρίας εξελίχθηκε σε κόμμα διακυβέρνησης και, τελικά, σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής Ελλάδας.
Από τον Ανδρέα στον Σημίτη και από την κυριαρχία στην κρίση
Η πολιτική ιστορία του ΠΑΣΟΚ δεν τελειώνει με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική, το κόμμα πέρασε σε μια νέα φάση υπό τον Κώστα Σημίτη.
Η περίοδος αυτή είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η έμφαση μετακινήθηκε στον εκσυγχρονισμό, στις υποδομές, στην οικονομική σύγκλιση και στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η ένταξη στην ΟΝΕ, η προετοιμασία και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και η επιτάχυνση μεγάλων έργων υποδομής συνδέθηκαν με αυτή την περίοδο.
Παράλληλα, όμως, το ΠΑΣΟΚ απομακρύνθηκε από ένα τμήμα της παραδοσιακής κοινωνικής του βάσης. Η αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης, η παγκοσμιοποίηση και η μετατόπιση προς πιο κεντρώες πολιτικές δημιούργησαν νέες εντάσεις στο εσωτερικό του κόμματος.
Η μεγάλη κρίση ήρθε μετά το 2009.
Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιονομικής κατάρρευσης και της πολιτικής σύγκρουσης των μνημονίων. Από το ιστορικό υψηλό της μαζικής πολιτικής εκπροσώπησης βρέθηκε μέσα σε λίγα χρόνια σε εκλογική περιδίνηση.
Η συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ υπήρξε πρωτοφανής για κόμμα που είχε κυριαρχήσει επί δεκαετίες.
Τι απέμεινε από την «Αλλαγή»
Πενήντα δύο χρόνια μετά την 3η Σεπτέμβρη, το ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ δεν αφορά μόνο την ιστορία του. Αφορά και το αποτύπωμά του στη σημερινή Ελλάδα.
Η «Αλλαγή» υπήρξε ένα σύνθημα που εξέφρασε μια ολόκληρη γενιά. Περιέγραψε την απαίτηση για δημοκρατική ομαλότητα, κοινωνική αναγνώριση και συμμετοχή. Συνδέθηκε με την άνοδο της μεσαίας τάξης, τη διεύρυνση του κοινωνικού κράτους και την αλλαγή των σχέσεων εξουσίας.
Παράλληλα, δημιούργησε ένα κράτος περισσότερο παρεμβατικό, αλλά και περισσότερο εξαρτημένο από πολιτικές πελατειακές σχέσεις. Η ίδια πολιτική παράταξη που συνέβαλε στη διεύρυνση της κοινωνικής ευημερίας συνδέθηκε αργότερα με ένα μοντέλο που αποδείχθηκε δημοσιονομικά ευάλωτο.
Αυτή η διπλή κληρονομιά εξηγεί και τη δυσκολία μιας συνολικής αποτίμησης.
Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ταυτόχρονα κίνημα κοινωνικής ανόδου και κόμμα κρατικής επέκτασης, φορέας εκσυγχρονισμού και εκφραστής λαϊκιστικής πολιτικής, δύναμη ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και κόμμα που κάποτε επένδυσε στην αντιευρωπαϊκή ρητορική.
Η ιστορία του δεν χωρά σε μία μόνο ερμηνεία.
Η 3η Σεπτέμβρη ως πολιτικό αποτύπωμα
Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της 3ης Σεπτέμβρη είναι ότι σηματοδότησε τη γέννηση ενός κόμματος που κατάφερε να αλλάξει το ίδιο το πολιτικό λεξιλόγιο της χώρας.
Λέξεις όπως «Αλλαγή», «κοινωνική δικαιοσύνη», «λαϊκή κυριαρχία», «εθνική ανεξαρτησία» και «σοσιαλισμός» απέκτησαν στην Ελλάδα συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο μέσα από τη δράση του ΠΑΣΟΚ.
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, η Ελλάδα έχει αλλάξει δραματικά. Η κοινωνία της μεταπολίτευσης έχει δώσει τη θέση της σε μια κοινωνία μεγαλύτερης οικονομικής και κοινωνικής πολυπλοκότητας, η κομματική ταύτιση έχει εξασθενήσει και οι παραδοσιακές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν μετακινηθεί.
Το ΠΑΣΟΚ, όμως, εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς.
Η πραγματική ιστορική του σημασία βρίσκεται ίσως ακριβώς σε αυτή την αντίφαση: ξεκίνησε ως ένα ανομοιογενές κίνημα που αναζητούσε τον δρόμο του και κατέληξε να γίνει ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Από την αίθουσα όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου παρουσίασε την 3η Σεπτέμβρη έως την εκλογική νίκη του 1981 και από τη μακρά περίοδο κυβερνητικής κυριαρχίας έως την κρίση και τη σημερινή προσπάθεια επανατοποθέτησης, η διαδρομή του ΠΑΣΟΚ συμπυκνώνει μεγάλο μέρος των αντιφάσεων της ίδιας της Μεταπολίτευσης.
Και ίσως γι’ αυτό, πενήντα δύο χρόνια μετά, η 3η Σεπτέμβρη εξακολουθεί να προκαλεί πολιτική συζήτηση. Επειδή δεν αφορά μόνο ένα κόμμα. Αφορά την Ελλάδα που γεννήθηκε μετά τη δικτατορία, μεγάλωσε μέσα στην Ευρώπη, δημιούργησε μια νέα μεσαία τάξη, γνώρισε την ευημερία, αντιμετώπισε την κρίση και εξακολουθεί να αναζητά μια νέα πολιτική ισορροπία.






