Προβεβλημένο κομματικό στέλεχος της Ν.Δ με “κλειδωμένη” υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές περιέγραφε την εμπειρία του από τις καλοκαιρινές περιοδείες στην περιφέρεια και ιδιαίτερα στη Μακεδονία: “οι ίδιοι άνθρωποι που είναι δυσαρεστημένοι από εμάς μου έλεγαν τους προηγούμενους μήνες πώς θα ψηφίσουν Βελόπουλο ή Λατινοπούλου, τώρα δηλώνουν κατηγορηματικά ότι θα ψηφίσουν Σαμαρά”. Πολλά τα παρόμοια περιστατικά με πρωταγωνιστές υπουργούς, βουλευτές και κομματικά στελέχη. Και είναι ενδεικτικά μιας διαμορφούμενης τάσης, πριν ακόμα ιδρυθεί επίσημα το νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού, ενώ εξηγούν και την “πολεμική” ρητορική εναντίον του.
Στο κυβερνών κόμμα κατανοούν ότι έχει αρχίσει να λειτουργεί ένας μηχανισμός αποενοχοποίησης των απογοητευμένων νεοδημοκρατών που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά το νέο κόμμα.
Αυτός ο τύπος ψηφοφόρου με παραδοσιακές ρίζες στη Ν.Δ σκεπτόταν, είτε να μην φτάσει στις κάλπες (όπως έκανε στις ευρωεκλογές), είτε να επιλέξει (πιό επιθετικά) κόμματα της δεξιάς περιοχής. Ιδιαίτερα στη Μακεδονία -κι ακόμα περισσότερο στη Δυτική όπου η βιαστική απολιγνιτοποίηση άφησε ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα- η επιλογή αυτού του ψηφοφόρου έτεινε προς την Ελληνική Λύση, όμως κρατούσε ανοικτό το παράθυρο να την ξανασκεφτεί.
Γι’ αυτό, άλλωστε, εδώ και μήνες το Μέγαρο Μαξίμου είχε εκπονήσει στοχευμένη στρατηγική για την συγκεκριμένη περιοχή και από τον πρωθυπουργό, υπουργούς και κομματικές αντιπροσωπείες την επισκέπτονταν πολύ συχνά.
Το “κόμμα Σαμαρά”, όμως, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο. Αυτός ο ψηφοφόρος που είχε ενδοιασμούς και δεύτερες σκέψεις για μία μετακίνηση σε άλλο κόμμα, αισθάνεται περισσότερο άνετα, πολιτικά και ψυχολογικά, να ψηφίσει έναν πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο της παράταξης, έναν ακραιφνή νεοδημοκράτη, ο οποίος, επιπλέον, φαίνεται να έχει και την “ανεπίσημη” στήριξη του Καραμανλή. Κάπως έτσι λειτουργεί ο μηχανισμός αποενοχοποίησης, τον οποίο ο Αντώνης Σαμαράς αντιλαμβάνεται πλήρως γι’ αυτό και δεν πλήττει τη Ν.Δ αλλά την πολιτική της μετάλλαξη -όπως λέει. Αυτό το “ολίγον από σημιτικό ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ”, που είπε -μάλλον όχι πολύ εύστοχα- ο εκπρόσωπος του.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πολιτικός και επικοινωνιακός χειρισμός εκ μέρους του κεντρικού επιτελείου της Ν.Δ γίνεται δύσκολος. Για παράδειγμα, ο Άδωνης Γεωργιάδης επιτίθεται στον εκπρόσωπο Τύπου του πρώην πρωθυπουργού διότι εάν στρέψει τα βέλη του στον ίδιο θα πρέπει να δικαιολογήσει όσα έλεγε πριν μερικά χρόνια για τον “καλύτερο και πιό επιτυχημένο πρωθυπουργό της Μεταπολίτευσης” και να προβεί σε πολιτική “πατροκτονία”. Οι ειρωνίες από την άλλη του Γ. Φλωρίδη δεν έχουν αποτέλεσμα καθώς, ούτως ή άλλως, είναι “ξενό σώμα” για τον μέσο νεοδημοκράτη. Ενώ οι περισσότεροι ακραιφνώς δεξιοί ή κεντροδεξιοί της κυβέρνησης αποφεύγουν “να λερώσουν τα χέρια τους” με επιθέσεις κατά του πρώην πρωθυπουργού- αρκετοί, άλλωστε, οφείλουν σε αυτόν την πολιτική και κομματική τους ανέλιξη.
Επίσης, είναι ορατός ο κίνδυνος αυτό το νέο κόμμα να αντιμετωπίζεται ανεκτικά από το ΠΑΣΟΚ (που έχει συγκυβερνήσει μαζί του), τα κόμματα στα δεξιά της Ν.Δ, ακόμα και τον Αλέξη Τσίπρα για προφανείς λόγους εκλογικής σκοπιμότητας, και μόνο η κυβέρνηση θα μείνει να αιωρείται μεταξύ σιωπής των πολλών και πολεμικών δηλώσεων των ολίγων. Αυτή η αμφισημία συμφέρει τον πρώην πρωθυπουργό, την ίδια ώρα που θα πυκνώνουν τα σενάρια περί συνεργασίας μιας Ν.Δ χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη με το νέο κόμμα. Τούτων δοθέντων, με τον Σαμαρά στο προεκλογικό επίκεντρο και με μία αξιοσημείωτη δημοσκοπική καταγραφή μετά την ίδρυση του κόμματος, η κατάκτηση της αυτοδυναμίας, ή η αναζήτηση κυβερνητικού εταίρου σε τμήμα του ΠΑΣΟΚ, ή άλλο κόμμα (που μάλλον δεν υπάρχει), είναι οι μοναδικοί στόχοι.






