Στα 90 της χρόνια οι νέοι Ανωγειανοί την σήκωσαν ψηλά για να χορέψει μαζί τους.
Η εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας πάνω σε μια ξαπλώστρα, ανάμεσα σε λύρες, παλαμάκια και μαντινάδες, συμπυκνώνει μια ολόκληρη ζωή: μια Γερμανίδα καλλιτέχνις που αγάπησε βαθιά την Κρήτη, έζησε πάνω σε ένα ιστιοφόρο με τον σύντροφό της και τα ζώα τους, γνώρισε τον Σαλβαδόρ Νταλί, φωτογράφισε τα τραύματα του μεταπολεμικού Βερολίνου και δημιούργησε στη Νίδα ένα μνημείο που μετατρέπει την ιστορική μνήμη σε μήνυμα ειρήνης.
Ποια είναι η Καρίνα Ρεκ που οι Ανωγειανοί αποκαλούν απλώς «Καρίνα»;
Η σκηνή θα μπορούσε να ανήκει σε ένα παλιό κρητικό παραμύθι.
Σε ένα πανηγύρι στα Ανώγεια, εκεί όπου η μουσική δεν είναι απλώς διασκέδαση αλλά τρόπος να θυμάσαι, να τιμάς και να δηλώνεις ποιος είσαι, μια ομάδα νεότερων ανθρώπων σηκώνει ψηλά μια ηλικιωμένη γυναίκα. Εκείνη δεν μπορεί πλέον να κινηθεί όπως παλιά. Δεν μπορεί να μπει εύκολα στον κύκλο. Μπορεί όμως να χτυπά τα χέρια της, να χαμογελά και να ακολουθεί τον ρυθμό.
Είναι η Καρίνα Ρεκ.
Και οι άνθρωποι που την κρατούν στα χέρια τους δεν αντιμετωπίζουν μια ηλικιωμένη ξένη καλλιτέχνιδα. Κρατούν ψηλά έναν δικό τους άνθρωπο.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της ιστορίας της Ρεκ στην Κρήτη. Όχι το βιογραφικό της, όχι η γνωριμία της με τον Νταλί, όχι οι φωτογραφίες του Βερολίνου, ούτε ακόμη ο «Αντάρτης της Ειρήνης». Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας τόπος την αποδέχθηκε και εκείνη, με τη σειρά της, τον έκανε κομμάτι της ζωής της.
Η Καρίνα Ρεκ γεννήθηκε στη Γερμανία, στο Βερολίνο, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, αν και οι διαθέσιμες πηγές παρουσιάζουν διαφορετικές χρονολογίες γέννησης. Μεγάλωσε μέσα στη βαριά σκιά της γερμανικής ιστορίας του 20ού αιώνα και ακολούθησε έναν δρόμο που κάθε άλλο παρά συμβατικός ήταν.
Υπήρξε χορεύτρια, γλύπτρια, φωτογράφος και καλλιτέχνις τοπίου. Περιπλανήθηκε ανάμεσα σε πόλεις, χώρες και καλλιτεχνικούς κύκλους. Συνάντησε ανθρώπους που καθόρισαν την ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Κάποια στιγμή βρέθηκε απέναντι και στον Σαλβαδόρ Νταλί, για τον οποίο πόζαρε ως μοντέλο.
Όμως η ζωή της δεν θα έμενε ποτέ κλεισμένη στα ατελιέ και στις αίθουσες τέχνης.
Η Ρεκ αναζήτησε τον κόσμο. Και τελικά βρήκε τον τόπο της στην Κρήτη.
Πώς βρέθηκε μια Γερμανίδα καλλιτέχνις από το Βερολίνο στην Κρήτη;
Η διαδρομή της προς την Ελλάδα ξεκίνησε από την Ευρώπη της μεταπολεμικής περιόδου.
Στα νεανικά της χρόνια έζησε στο Βερολίνο, τη Βιέννη και το Ντίσελντορφ. Σπούδασε χορό στο Ντίσελντορφ και στο Αμβούργο από το 1956 έως το 1959 και κινήθηκε σε καλλιτεχνικούς κύκλους όπου η αναζήτηση της ελευθερίας δεν ήταν σύνθημα αλλά τρόπος ζωής.
Η γνωριμία της με τον γλύπτη Hannes Esser υπήρξε καθοριστική. Οι δυο τους παντρεύτηκαν και άρχισαν να ταξιδεύουν. Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα και αργότερα Μεξικό έγιναν σταθμοί μιας ζωής που έμοιαζε περισσότερο με διαρκή περιπλάνηση παρά με εγκατάσταση.
Στην Ελλάδα αγόρασαν ένα παλιό ξύλινο ιστιοφόρο.
Δεν ήταν ένα σκάφος πολυτελείας ούτε ένα απλό μέσο μετακίνησης. Έγινε σπίτι.
Πάνω του έζησαν, ταξίδεψαν και γνώρισαν το Αιγαίο. Μαζί τους δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι. Υπήρχαν ένας σκύλος, γάτες, κότες και μια κατσίκα.
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική: ένα ζευγάρι καλλιτεχνών να περιπλανιέται στις ελληνικές θάλασσες, με ένα μικρό «κοπάδι» ζώων πάνω σε ένα ξύλινο ιστιοφόρο, χωρίς να γνωρίζει ακόμη πού θα οδηγήσει αυτή η ζωή.
Η Ρεκ έζησε στην Αθήνα, στις Κυκλάδες και στην Κρήτη. Η τελευταία όμως δεν έμελλε να είναι απλώς ένας ακόμη προορισμός.
Έμελλε να γίνει πατρίδα επιλογής.
Τι σχέση είχε η Καρίνα Ρεκ με τον Σαλβαδόρ Νταλί;
Πριν από την Κρήτη είχε υπάρξει η ευρωπαϊκή καλλιτεχνική πρωτοπορία.
Η Ρεκ βρέθηκε στους κύκλους ανθρώπων που πειραματίζονταν με νέες μορφές έκφρασης και γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και ο Σαλβαδόρ Νταλί.
Η Ρεκ υπήρξε μοντέλο του Ισπανού σουρεαλιστή. Η επαφή αυτή αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά κεφάλαια της ζωής της, όχι μόνο επειδή τη συνδέει με μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ευρωπαϊκής τέχνης, αλλά και επειδή δείχνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η ίδια.
Δεν ήταν μια γυναίκα που παρακολουθούσε την τέχνη από απόσταση.
Την έζησε από μέσα.
Χορός, σώμα, γλυπτική, φωτογραφία, τοπίο και περφόρμανς φαίνεται να συνυπάρχουν στην προσωπική της διαδρομή. Και αυτή η σχέση με το σώμα και τον χώρο θα αποκτούσε αργότερα μια απρόσμενη συνέχεια στην Κρήτη.
Γιατί ο «Αντάρτης της Ειρήνης» δεν είναι ένα γλυπτό που τοποθετήθηκε πάνω σε βάθρο.
Είναι ένα έργο που απλώνεται πάνω στην ίδια τη γη.
Γιατί η Ρεκ στράφηκε στη μνήμη του πολέμου;
Η σχέση της με τον πόλεμο είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την Κρήτη.
Από το 1978 έως το 1982 η Ρεκ φωτογράφισε το διαιρεμένο Βερολίνο. Δεν την ενδιέφερε μόνο η πόλη που υπήρχε. Την ενδιέφερε και η πόλη που είχε χαθεί.
Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της καταγράφονται ερείπια, άδειοι χώροι και σημεία όπου η ιστορία παρέμενε ορατή σαν πληγή. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα απομεινάρια των κελαριών της Gestapo, το Martin-Gropius-Bau και σωροί ερειπίων.
Τέσσερις από αυτές τις φωτογραφίες περιλαμβάνονται στη συλλογή φωτογραφίας του Museum of Fine Arts στο Χιούστον.
Η Ρεκ δεν αντιμετώπιζε, επομένως, την ιστορία ως κάτι που ανήκει στα βιβλία.
Τη φωτογράφιζε.
Την περπατούσε.
Την άγγιζε.
Και όταν βρέθηκε στην Κρήτη, η σχέση της με την ιστορική μνήμη πήρε μια προσωπική και δύσκολη διάσταση.
Γιατί εδώ δεν ήταν πλέον η Γερμανίδα που κοιτούσε τα ερείπια της δικής της χώρας.
Ήταν η Γερμανίδα που περπατούσε σε έναν τόπο τον οποίο ο γερμανικός στρατός είχε βασανίσει και καταστρέψει.
Πώς γεννήθηκε ο «Αντάρτης της Ειρήνης»;
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η Ρεκ άρχισε να περιηγείται στα ορεινά χωριά της Κρήτης.
Από το 1986 έως το 1988 περπάτησε στα βουνά, γνώρισε τους ανθρώπους και άρχισε να καταλαβαίνει έναν τόπο όπου η ιστορία δεν ήταν μακρινή ανάμνηση. Ήταν οικογενειακή αφήγηση. Ήταν ονόματα. Ήταν σπίτια που είχαν καεί. Ήταν άνθρωποι που δεν γύρισαν ποτέ.
Τα Ανώγεια είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα κατά τη γερμανική Κατοχή. Η καταστροφή του χωριού και οι εκτελέσεις αποτελούσαν ακόμη ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μνήμης.
Η Ρεκ βρέθηκε μπροστά σε μια δύσκολη ερώτηση: Τι μπορεί να κάνει ένας Γερμανός καλλιτέχνης σε έναν τόπο που έχει υποφέρει από τα εγκλήματα της χώρας του;
Η απάντησή της δεν ήταν ένα μνημείο που θα μιλούσε για ενοχή.
Ήταν ένα μνημείο που θα μιλούσε για ειρήνη.
Έτσι γεννήθηκε η ιδέα του «Αντάρτη της Ειρήνης».
Πώς ένας «αντάρτης» μετατράπηκε σε σύμβολο ειρήνης;
Από το 1989 έως το 1991 η Ρεκ εργάστηκε μαζί με κατοίκους των Ανωγείων και ανθρώπους που γνώριζαν το Οροπέδιο της Νίδας.
Το έργο δεν κατασκευάστηκε σε εργαστήριο.
Χτίστηκε πάνω στη γη.
Περίπου 5.000 φυσικές πέτρες συγκεντρώθηκαν και τοποθετήθηκαν ώστε να σχηματίσουν μια τεράστια ανθρώπινη μορφή. Έναν φτερωτό αντάρτη, έναν πέτρινο άγγελο που μοιάζει να έχει ξαπλώσει πάνω στο κρητικό τοπίο.
Το γλυπτό έχει μήκος περίπου 30 μέτρα και πλάτος 10 μέτρα.
Και υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που το κάνει ακόμη πιο παράξενο και συγκλονιστικό: ολόκληρη η μορφή δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από το έδαφος. Το έργο αποκαλύπτεται ουσιαστικά από ψηλά.
Σαν να χρειάζεται να απομακρυνθείς από αυτό για να καταλάβεις τι είναι.
Η μεγαλύτερη δύναμη όμως βρίσκεται στις ίδιες τις πέτρες.
Πολλές είχαν χρησιμοποιηθεί από τους κατοίκους στο Οροπέδιο της Νίδας κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να εμποδίζουν την προσγείωση γερμανικών αεροσκαφών.
Οι ίδιες πέτρες που κάποτε υπηρετούσαν την αντίσταση μετατράπηκαν σε υλικό ενός έργου ειρήνης.
Δεν πρόκειται για εύκολο συμβολισμό.
Η πέτρα δεν ξεχνά.
Αλλά αλλάζει χρήση.
Από εμπόδιο γίνεται μνημείο. Από όπλο αντίστασης γίνεται μήνυμα συμφιλίωσης.
Ο «Αντάρτης της Ειρήνης» εγκαινιάστηκε στις 23 Ιουνίου 1991.
Και από τότε παραμένει εκεί, μέσα στο τοπίο, όχι ως ένα συνηθισμένο μνημείο αλλά ως μια τεράστια καλλιτεχνική χειρονομία που απαιτεί από τον επισκέπτη να γνωρίζει την ιστορία για να αντιληφθεί το βάρος της.
Γιατί η Ρεκ επέμενε να πληρώσουν οι Γερμανοί για το μνημείο;
Η επιλογή της χρηματοδότησης δεν ήταν λεπτομέρεια.
Ήταν μέρος του ίδιου του έργου.
Η Ρεκ επέμενε ότι οι Έλληνες δεν θα έπρεπε να πληρώσουν για τον «Αντάρτη της Ειρήνης». Τα έξοδα καλύφθηκαν από γερμανικής πλευράς.
Η λογική της ήταν σαφής: ένα έργο που δημιουργείται ως χειρονομία από τη γερμανική πλευρά προς έναν τόπο που υπέφερε από τη γερμανική Κατοχή δεν θα μπορούσε να στηρίζεται οικονομικά στους ίδιους τους ανθρώπους που υπέστησαν την καταστροφή.
Ήθελε η συμβολική ευθύνη να παραμένει εκεί όπου ανήκε.
Αυτό κάνει τον «Αντάρτη» κάτι περισσότερο από έργο τέχνης.
Τον κάνει προσωπική πολιτική δήλωση.
Όχι με την κομματική έννοια, αλλά με την έννοια της δημόσιας στάσης απέναντι στην Ιστορία.
Πώς μια Γερμανίδα έγινε μέλος της ανωγειανής κοινωνίας;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.
Γιατί θα ήταν εύκολο να τελειώσει η αφήγηση με την ολοκλήρωση του μνημείου.
Δεν τελείωσε.
Η Ρεκ συνέχισε να ζει στην Κρήτη, να επιστρέφει στα Ανώγεια, να περπατά στα βουνά, να συναντά ανθρώπους και να συμμετέχει στη ζωή του τόπου.
Με τα χρόνια η απόσταση ανάμεσα στην «ξένη καλλιτέχνιδα» και στους κατοίκους εξαφανίστηκε.
Έμεινε η Καρίνα.
Η γυναίκα που γνώριζαν, αγαπούσαν και περίμεναν να επιστρέψει.
Όταν βρέθηκε ξανά στα Ανώγεια το 2023, η υποδοχή ήταν εκείνη που επιφυλάσσεται σε έναν παλιό φίλο. Δεν υπήρχε το τυπικό «καλωσόρισμα μιας Γερμανίδας καλλιτέχνιδας».
Υπήρχε η χαρά της επανένωσης.
Και αυτή η σχέση δεν οικοδομήθηκε σε μία ημέρα. Χρειάστηκαν δεκαετίες.
Η Ρεκ δεν προσπάθησε να «ερμηνεύσει» την Κρήτη από απόσταση. Έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους της.
Ίσως γι’ αυτό και οι Ανωγειανοί δεν χρειάστηκαν ποτέ να την αποκαλούν με ολόκληρο το όνομά της.
Ήταν απλώς η Καρίνα.
Τι σημαίνει η εικόνα της 90χρονης Καρίνα που χορεύει;
Η τελευταία εικόνα είναι ίσως η πιο δυνατή από όλες.
Σε ένα παραδοσιακό πανηγύρι, η ηλικία της δεν της επέτρεπε να μπει στον κύκλο όπως παλιά. Οι νεότεροι Ανωγειανοί βρήκαν τον τρόπο.
Την έβαλαν σε μια ξαπλώστρα και τη σήκωσαν ψηλά.
Εκείνη χτυπούσε παλαμάκια.
Η μουσική συνέχιζε.
Η λύρα έπαιζε.
Και η Καρίνα χόρευε με τον δικό της τρόπο.
Η εικόνα έχει μια ειρωνική αντιστροφή της Ιστορίας.
Μια Γερμανίδα που έφτασε στην Κρήτη και επέλεξε να δημιουργήσει ένα έργο ειρήνης πάνω σε έναν τόπο αντίστασης, τώρα σηκώνεται στα χέρια των απογόνων εκείνων που είχαν ζήσει την Κατοχή και την καταστροφή.
Δεν υπάρχει πλέον απόσταση.
Ούτε «εμείς» και «εκείνοι».
Υπάρχει ένας άνθρωπος και ένας τόπος που τον θεωρεί δικό του.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη επιτυχία του «Αντάρτη της Ειρήνης».
Όχι ότι στέκεται ακόμη στη Νίδα.
Αλλά ότι η δημιουργός του κατάφερε να γίνει μέρος της ζωής των ανθρώπων στους οποίους απευθυνόταν.
Μπορεί η τέχνη να συμφιλιώσει ανθρώπους που κουβαλούν διαφορετικές μνήμες;
Η απάντηση της Καρίνα Ρεκ δεν βρίσκεται σε κάποιο θεωρητικό κείμενο.
Βρίσκεται πάνω στο βουνό.
Βρίσκεται στις πέτρες.
Βρίσκεται στις φωτογραφίες του Βερολίνου.
Και τώρα βρίσκεται και στην εικόνα μιας 90χρονης γυναίκας που σηκώνεται ψηλά για να χορέψει.
Η Ρεκ δεν προσπάθησε να σβήσει το παρελθόν. Το αντίθετο. Το πήρε μαζί της.
Οι πέτρες της Νίδας κουβαλούν τη μνήμη της Αντίστασης. Το Βερολίνο των φωτογραφιών της κουβαλά τα ίχνη του πολέμου. Η ίδια της η καταγωγή την τοποθετεί απέναντι σε μια δύσκολη ιστορική κληρονομιά.
Όμως η τέχνη της δεν σταμάτησε στη μνήμη.
Πέρασε στη μεταμόρφωση.
Αυτό είναι το στοιχείο που κάνει τη διαδρομή της ξεχωριστή. Δεν ζήτησε από τους άλλους να ξεχάσουν. Δεν ζήτησε από την Κρήτη να παραμερίσει τις πληγές της. Επιχείρησε να προσθέσει πάνω σε αυτές μια διαφορετική εικόνα: έναν αντάρτη που δεν κρατά όπλο, αλλά γίνεται άγγελος ειρήνης.
Ποια είναι τελικά η κληρονομιά της Καρίνα Ρεκ στην Κρήτη;
Η κληρονομιά της Ρεκ δεν περιορίζεται σε ένα γλυπτό.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέθηκε με έναν τόπο.
Έζησε σαν περιπλανώμενη καλλιτέχνις, ταξίδεψε σε χώρες και θάλασσες, έζησε σε ιστιοφόρο με τον άνθρωπό της και τα ζώα τους, γνώρισε πρόσωπα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, φωτογράφισε τα ερείπια της γερμανικής ιστορίας και τελικά βρήκε στα βουνά της Κρήτης ένα σημείο αναφοράς.
Η ζωή της μοιάζει να ακολουθεί μια παράξενη διαδρομή: από το Βερολίνο του πολέμου στην Κρήτη της Αντίστασης.
Από τις εικόνες της καταστροφής σε ένα έργο ειρήνης.
Από τον κόσμο της πρωτοπορίας σε ένα χωριό όπου η παράδοση παραμένει ζωντανή.
Και από την ιδιότητα της ξένης στην ταυτότητα της «δικής τους».
Ο «Αντάρτης της Ειρήνης» παραμένει στη Νίδα, εκτεθειμένος στον χρόνο, στον αέρα και στο κρητικό τοπίο. Οι πέτρες του όμως έχουν ήδη κάνει τη δική τους διαδρομή: κάποτε χρησιμοποιήθηκαν για να εμποδίσουν τον πόλεμο· σήμερα σχηματίζουν έναν άνθρωπο που μοιάζει να πετά.
Η Καρίνα Ρεκ, στα 90 της, έκανε κάτι αντίστοιχο.
Έφτασε κάποτε στην Κρήτη ως μια Γερμανίδα καλλιτέχνις που ήθελε να δημιουργήσει ένα έργο ειρήνης.
Και ύστερα από δεκαετίες, οι Κρητικοί την σήκωσαν στα χέρια τους για να χορέψει.
Δεν υπάρχει ίσως καλύτερος τρόπος να περιγράψει κανείς τη δύναμη της συμφιλίωσης.






