08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • Ελληνοτουρκικά: Τα πέντε μέτωπα που ανησυχούν την Αθήνα έως τις εκλογές

Ελληνοτουρκικά: Τα πέντε μέτωπα που ανησυχούν την Αθήνα έως τις εκλογές

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, η πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, η επιτάχυνση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, οι εξελίξεις στο Κυπριακό και η διεύρυνση των σχέσεων της Άγκυρας με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ διαμορφώνουν ένα σύνθετο περιβάλλον για την Αθήνα.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά ο κίνδυνος τα εξωτερικά μέτωπα να συμπέσουν χρονικά με την ελληνική προεκλογική περίοδο, μετατρέποντας την εξωτερική πολιτική σε κρίσιμο παράγοντα της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το φθινόπωρο μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Στην κορυφή των ανησυχιών της Αθήνας βρίσκεται η προοπτική επανέναρξης των βυθομετρικών ερευνών για τον Great Sea Interconnector, το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου, το οποίο σε επόμενο στάδιο έχει σχεδιαστεί να συνδεθεί και με το Ισραήλ.

Οι έρευνες αναμένεται να επανέλθουν στο προσκήνιο από τον Σεπτέμβριο και μετά, όταν εκτιμάται ότι θα καταστεί εφικτή η μίσθωση του πλοίου που θα αναλάβει τις σχετικές εργασίες.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το μεγάλο ερώτημα.

Τι θα συμβεί εάν η Τουρκία επαναλάβει τη συμπεριφορά που επέδειξε το 2024 στην περιοχή ανατολικά της Κρήτης, της Κάσου και της Καρπάθου;

Το προηγούμενο υπάρχει. Το ιταλικό ερευνητικό Ievoli Relume, κατά τη διάρκεια ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση, βρέθηκε αντιμέτωπο με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων, ενώ η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX αμφισβητώντας την ελληνική δικαιοδοσία στην περιοχή.

Η κρίση αποκλιμακώθηκε χωρίς θερμό επεισόδιο, όμως το ουσιαστικό πρόβλημα παρέμεινε άλυτο.

Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τις διεκδικήσεις της και η Ελλάδα δεν απέκτησε ένα απολύτως ασφαλές επιχειρησιακό πλαίσιο για την επανάληψη των ερευνών.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την επανεκκίνηση του έργου διαφορετική από μια ακόμη τεχνική φάση ενός ενεργειακού project.

Το καλώδιο έχει πλέον αποκτήσει σαφή γεωπολιτική διάσταση.

Το κρίσιμο ερώτημα: ποιος θα προστατεύσει τις έρευνες

Η Αθήνα καλείται να απαντήσει εγκαίρως σε μια σειρά από δύσκολα ερωτήματα.

Θα εκδοθεί και αυτή τη φορά ελληνική NAVTEX και μόνο; Θα υπάρξει συντονισμός με άλλες χώρες; Θα συνοδεύονται τα ερευνητικά πλοία από μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού; Και, κυρίως, ποια θα είναι η αντίδραση εάν τουρκικά πολεμικά πλοία επιχειρήσουν να παρεμποδίσουν τις εργασίες;

Το τελευταίο ερώτημα είναι και το πιο δύσκολο.

Εάν η Ελλάδα συνοδεύσει ενεργά το καλωδιακό πλοίο, στέλνει το μήνυμα ότι δεν αποδέχεται τουρκική παρεμπόδιση μιας δραστηριότητας που θεωρεί απολύτως νόμιμη. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία ελληνικά και τουρκικά πολεμικά πλοία μπορεί να βρεθούν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.

Σε μια περιοχή όπου η ένταση μπορεί να αυξηθεί μέσα σε λίγα λεπτά, ένας λανθασμένος χειρισμός, ένας επικίνδυνος ελιγμός ή μια διαφορετική ερμηνεία των κινήσεων του αντιπάλου αρκούν για να δημιουργηθεί κρίση.

Η αντίθετη επιλογή είναι εξίσου προβληματική.

Εάν η Ελλάδα αποφύγει τη δυναμική προστασία των ερευνών και ένα ερευνητικό πλοίο αποχωρήσει υπό την πίεση της τουρκικής παρουσίας, μπορεί να αποφευχθεί ένα άμεσο επεισόδιο, αλλά θα έχει δημιουργηθεί ένα πολύ σοβαρό προηγούμενο.

Η Άγκυρα θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να εμποδίζει στην πράξη μια ελληνική και ευρωπαϊκή δραστηριότητα χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσει βία.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό δίλημμα της Αθήνας.

Η γαλλική παρουσία ενισχύει το έργο, δεν λύνει όμως το γεωπολιτικό πρόβλημα

Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο project, με την απόκτηση του 66% της εταιρείας του έργου, αλλά και η συμμετοχή της Nexans στην κατασκευή και εγκατάσταση του καλωδίου προσθέτουν σημαντικό γαλλικό οικονομικό και βιομηχανικό αποτύπωμα.

Το στοιχείο αυτό έχει πολιτική σημασία.

Ένα έργο στο οποίο συμμετέχουν ισχυροί γαλλικοί επιχειρηματικοί όμιλοι και το οποίο έχει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δεν είναι πλέον ακριβώς το ίδιο project με εκείνο του 2024.

Ωστόσο, η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η γαλλική οικονομική συμμετοχή μεταφράζεται αυτομάτως σε γαλλική στρατιωτική προστασία.

Άλλο η πολιτική στήριξη και άλλο η επιχειρησιακή εμπλοκή.

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή διάσταση του Great Sea Interconnector αποτελεί σημαντικό διπλωματικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα, αλλά η Ε.Ε. δεν διαθέτει έναν μηχανισμό που να σημαίνει αυτομάτως ότι ένα ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο έργο θα προστατευθεί στρατιωτικά εάν υπάρξει αντιπαράθεση στη θάλασσα.

Η Αθήνα, επομένως, χρειάζεται να έχει διαμορφώσει τις συμμαχίες και τις διαδικασίες πριν από την έναρξη των εργασιών και όχι όταν θα εμφανιστούν τα τουρκικά πολεμικά πλοία.

Το «αγκάθι» της Γαλάζιας Πατρίδας

Το δεύτερο μέτωπο είναι περισσότερο πολιτικό αλλά μπορεί να έχει άμεσες επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Πρόκειται για την πιθανότητα η Τουρκία να προχωρήσει σε κοινοβουλευτική θεσμοθέτηση πτυχών της αντίληψης της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Εάν ένα τέτοιο νομοσχέδιο κατατεθεί και συζητηθεί στην τουρκική Βουλή, το μήνυμα προς την Ελλάδα θα είναι ιδιαίτερα βαρύ.

Δεν θα πρόκειται απλώς για ακόμη μία δήλωση της τουρκικής ηγεσίας. Θα πρόκειται για μεταφορά συγκεκριμένων θέσεων στο εσωτερικό θεσμικό πλαίσιο της Τουρκίας.

Και το timing θα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Εάν αυτό συμβεί σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα θα βρίσκεται ήδη σε προεκλογική τροχιά, η Αθήνα θα πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα δύο διαφορετικές πιέσεις: την εξωτερική και την εσωτερική.

Μια κυβέρνηση που θα βρίσκεται αντιμέτωπη με εκλογές και πιθανότητα δεύτερης αναμέτρησης θα έχει πολύ μικρότερο περιθώριο κινήσεων σε ένα ζήτημα που η αντιπολίτευση θα μπορούσε εύκολα να μετατρέψει σε αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ένας φαύλος κύκλος.

Η Άγκυρα ανεβάζει την ένταση. Η Αθήνα υποχρεώνεται να απαντήσει. Η απάντηση γίνεται αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Και η προεκλογική αντιπαράθεση με τη σειρά της περιορίζει τις δυνατότητες διαχείρισης της κρίσης.

Τα F-35 της Τουρκίας και η νέα ισορροπία στον αέρα

Το τρίτο ζήτημα αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Πρόκειται για ένα θέμα που η Αθήνα δεν μπορεί να ελέγξει, αλλά μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή.

Η Τουρκία είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα από τον Ιανουάριο του 2007 και απομακρύνθηκε το 2019 εξαιτίας της αμερικανικής αντίδρασης στην απόκτηση των ρωσικών S-400.

Εάν τώρα ανοίξει ξανά ο δρόμος για την επιστροφή της, η Ελλάδα θα βρεθεί μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποτρέψει με διμερείς κινήσεις.

Οι αποφάσεις θα ληφθούν στην Ουάσιγκτον και θα συνδέονται με ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας.

Και εδώ βρίσκεται μια βασική αλλαγή του σημερινού περιβάλλοντος.

Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον από τις ΗΠΑ αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Για την Ουάσιγκτον είναι ταυτόχρονα χώρα-κλειδί στο ΝΑΤΟ, συνομιλητής για την Ουκρανία, σημαντικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή και δύναμη με αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά από την αμερικανική πολιτική να αξιολογεί κάθε απόφαση για την Τουρκία αποκλειστικά με βάση το Αιγαίο.

Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα χρειάζεται να προετοιμάζεται για τις εξελίξεις και όχι να αντιδρά όταν αυτές έχουν ήδη αποφασιστεί.

Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας είναι ίσως η πιο υποτιμημένη εξέλιξη

Πέρα από τα ίδια τα F-35, υπάρχει ένα ευρύτερο ζήτημα που έχει μεγαλύτερη στρατηγική διάρκεια: η ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.

Η Άγκυρα έχει περάσει σταδιακά από τη θέση του αγοραστή οπλικών συστημάτων στη θέση του παραγωγού και, σε αρκετούς τομείς, του εξαγωγέα.

Αυτό αλλάζει το περιβάλλον στο οποίο εξελίσσονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η Τουρκία έχει αναπτύξει σημαντικές δυνατότητες σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα, ναυπηγικά προγράμματα και ηλεκτρονικά συστήματα, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει συνεργασίες με ευρωπαϊκές εταιρείες.

Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και πλέον Γαλλία αποτελούν διαφορετικά κομμάτια αυτού του νέου δικτύου συνεργασιών.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι η Τουρκία αποκτά ένα συγκεκριμένο όπλο περισσότερο ή λιγότερο.

Το πρόβλημα είναι ότι δημιουργείται ένα οικοσύστημα αμυντικής παραγωγής το οποίο συνδέει την Τουρκία με μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες.

Από τα Eurofighter στα Meteor και από τη Baykar στη SAFRAN

Η γαλλοτουρκική προσέγγιση στον αμυντικό τομέα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας.

Η συνεργασία Baykar και SAFRAN, όπως και η συζήτηση γύρω από ευρωπαϊκά αντιαεροπορικά συστήματα και πυραύλους, δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία αναζητά τρόπους να διευρύνει τις συνεργασίες της με την Άγκυρα.

Από την ελληνική πλευρά, αυτό δημιουργεί ένα δυσάρεστο παράδοξο.

Η Ελλάδα επενδύει σημαντικά στην ενίσχυση των σχέσεών της με ευρωπαϊκές χώρες στον αμυντικό τομέα, αλλά ταυτόχρονα βλέπει τις ίδιες χώρες να αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως έναν σημαντικό και δυνητικά αναγκαίο εταίρο.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για αντίφαση.

Για τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία ή τη Γερμανία η Τουρκία είναι μια μεγάλη αγορά, μια σημαντική χώρα του ΝΑΤΟ και ένας παράγοντας που μπορεί να συμβάλει στην ευρωπαϊκή άμυνα.

Για την Ελλάδα, όμως, η Τουρκία είναι ταυτόχρονα ο βασικός περιφερειακός ανταγωνιστής.

Αυτό το διαφορετικό πρίσμα δημιουργεί μια μόνιμη δυσκολία στην ελληνική διπλωματία.

Το Κυπριακό επιστρέφει, αλλά μαζί του και μια πολύ μεγαλύτερη εξίσωση

Το πέμπτο μέτωπο αφορά το Κυπριακό.

Οι προσπάθειες για επανεκκίνηση μιας διαδικασίας διαλόγου πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του Αντόνιο Γκουτέρες στη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ δημιουργούν ένα ακόμη πεδίο κινητικότητας.

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το Κυπριακό.

Είναι η σύνδεσή του με τη σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας.

Η συμμετοχή της Άγκυρας σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, η αμυντική συνεργασία μέσω του SAFE και η πιθανή αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης δημιουργούν ένα ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο το Κυπριακό μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης διαπραγμάτευσης.

Αυτό ακριβώς ανησυχεί την Αθήνα.

Γιατί η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία έχουν διαφορετικές δυνατότητες επιρροής από εκείνες που διαθέτουν τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά κράτη όταν συζητούν με την Τουρκία για την ασφάλεια, την άμυνα, το εμπόριο ή τη μετανάστευση.

Η Άγκυρα έχει πλέον περισσότερα «χαρτιά» στο ευρωπαϊκό τραπέζι.

Η Τουρκία είναι πλέον χρήσιμη σε πολλά μέτωπα

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η Τουρκία έχει καταφέρει να καταστεί χρήσιμη σε μια σειρά από κρίσιμα διεθνή ζητήματα.

Είναι σημαντικός παράγοντας για το ΝΑΤΟ. Διαθέτει γεωγραφική θέση που έχει ιδιαίτερη αξία για τη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα. Διατηρεί δίαυλους με τη Ρωσία. Έχει ρόλο στις εξελίξεις γύρω από την Ουκρανία. Συνομιλεί με χώρες του Κόλπου. Διαθέτει σημαντική αμυντική βιομηχανία.

Και ταυτόχρονα βρίσκεται σε μια γεωγραφική περιοχή όπου η Ευρώπη χρειάζεται σταθερότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ ή η Ευρώπη αποδέχονται τις τουρκικές θέσεις απέναντι στην Ελλάδα.

Σημαίνει όμως ότι η Τουρκία διαθέτει σήμερα περισσότερη διαπραγματευτική αξία από ό,τι πριν από μία δεκαετία.

Και αυτό είναι κάτι που η Αθήνα πρέπει να υπολογίζει σε κάθε σχεδιασμό της.

Η Ελλάδα μπροστά σε μια δύσκολη προεκλογική εξίσωση

Όλα τα παραπάνω αποκτούν μεγαλύτερη σημασία επειδή συμπίπτουν χρονικά με μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα κινείται προς τις επόμενες εθνικές εκλογές.

Εάν πράγματι οι εκλογές μετακινηθούν προς το 2027 και, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν υπάρξει εύκολη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης, η χώρα μπορεί να εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.

Σε μια τέτοια συγκυρία, η εξωτερική πολιτική αποκτά αναπόφευκτα εσωτερικό πολιτικό βάρος.

Το ζήτημα του καλωδίου, τα εξοπλιστικά, η Τουρκία, το Κυπριακό και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δεν θα αποτελούν πλέον μόνο αντικείμενα κλειστών διπλωματικών συζητήσεων.

Θα γίνουν μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Και εκεί βρίσκεται ένας σημαντικός κίνδυνος.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφεύγει τόσο την εικόνα της υπερβολικής υποχωρητικότητας όσο και την εικόνα μιας άκαμπτης πολιτικής που αυξάνει χωρίς λόγο τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, θα έχει ισχυρό κίνητρο να αξιοποιεί κάθε εξέλιξη για να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια εξωτερική πολιτική που θα βρίσκεται υπό διαρκή εσωτερική πίεση.

Το Ισραήλ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εξέλιξη των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων.

Η στρατηγική συνεργασία Αθήνας και Ιερουσαλήμ δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το τι κάνει η Τουρκία. Αντίθετα, η Ελλάδα έχει συμφέρον να τη διατηρήσει και να την εμβαθύνει με τρόπο που να έχει αυτοτελή στρατηγική αξία.

Όμως το ισραηλινό πολιτικό σκηνικό αναμένεται ιδιαίτερα πολωμένο ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου.

Εάν οι πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ συμπέσουν με ελληνική προεκλογική περίοδο, ο συντονισμός Αθήνας και Ιερουσαλήμ μπορεί να γίνει δυσκολότερος.

Παράλληλα, η σχέση Ισραήλ–Τουρκίας και η ευρύτερη κατάσταση στη Μέση Ανατολή μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τον σχεδιασμό των περιφερειακών συνεργασιών.

Το τρίγωνο Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένο από τις εξελίξεις στην Τουρκία και τη Μέση Ανατολή.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ένα τουρκικό βήμα, αλλά η ταυτόχρονη εκδήλωση πολλών

Αν εξεταστούν μεμονωμένα, κανένα από τα παραπάνω ζητήματα δεν είναι αναγκαστικά ικανό να προκαλέσει σοβαρή κρίση.

Το πρόβλημα δημιουργείται από τη σύμπτωσή τους.

Μια επανέναρξη των ερευνών για το καλώδιο μπορεί να συμπέσει με τουρκική κοινοβουλευτική κίνηση για τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Την ίδια περίοδο μπορεί να υπάρχουν εξελίξεις για τα F-35.

Παράλληλα, μπορεί να προχωρούν νέες ευρωπαϊκές αμυντικές συνεργασίες με την Τουρκία.

Και στο ίδιο χρονικό διάστημα να ανοίγει ξανά η συζήτηση για το Κυπριακό.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Αθήνα δεν θα αντιμετωπίζει μία κρίση αλλά ένα σύνολο αλληλοσυνδεόμενων πιέσεων.

Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο στη διαχείριση.

Η κρίσιμη δοκιμασία θα είναι η επόμενη κίνηση στη θάλασσα

Το Great Sea Interconnector είναι πιθανό να αποτελέσει το πρώτο πραγματικό τεστ.

Όχι επειδή το καλώδιο είναι από μόνο του σημαντικότερο από τα υπόλοιπα ζητήματα, αλλά επειδή εκεί θα δοκιμαστεί στην πράξη η ελληνική αποτροπή.

Η Αθήνα πρέπει να έχει αποφασίσει εκ των προτέρων τι σημαίνει «το έργο προχωρά».

Πρέπει να έχει καθορίσει ποια θα είναι η στρατιωτική παρουσία, ποια η διπλωματική κινητοποίηση, ποιος ο ρόλος της Γαλλίας, πώς θα ενεργοποιηθεί η ευρωπαϊκή διάσταση και ποιοι είναι οι μηχανισμοί αποφυγής ατυχήματος.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι να υπάρχει καθαρή πολιτική απόφαση για το πού βρίσκεται η κόκκινη γραμμή.

Γιατί η κρίση δεν θα κριθεί από την πρώτη τουρκική κίνηση.

Θα κριθεί από την ελληνική απάντηση σε αυτήν.

Από την κρίση της Κάσου στο τεστ του 2026

Η κρίση του 2024 απέδειξε ότι Ελλάδα και Τουρκία μπορούν να φτάσουν πολύ κοντά σε ένα επικίνδυνο σημείο χωρίς να οδηγηθούν τελικά σε σύγκρουση.

Απέδειξε όμως και κάτι άλλο: η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει απαραίτητα επίλυση.

Το πρόβλημα απλώς μεταφέρεται στην επόμενη φάση.

Τώρα αυτή η επόμενη φάση πλησιάζει.

Η Αθήνα βρίσκεται μπροστά σε μια εξίσωση στην οποία δεν μπορεί να υπολογίζει ότι οι παραδοσιακές συμμαχίες θα λειτουργήσουν αυτόματα υπέρ της.

Η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Τουρκία. Η Ευρώπη αναζητά περισσότερες δυνατότητες άμυνας. Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία αναζητά αγορές και συμπαραγωγές. Το ΝΑΤΟ χρειάζεται τη γεωγραφική θέση της Τουρκίας. Και η Άγκυρα αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία για να αυξήσει τη διαπραγματευτική της αξία.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στη διπλωματική αποτροπή ή στην ενίσχυση των εξοπλισμών.

Χρειάζεται συνολική στρατηγική.

Και κυρίως χρειάζεται συνέπεια μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής.

Η δύσκολη εξίσωση μέχρι το 2027

Το βασικό ερώτημα για την Αθήνα δεν είναι εάν η Τουρκία θα κάνει κάποια στιγμή μια κίνηση που θα προκαλέσει ένταση.

Το πιθανότερο είναι ότι τέτοιες κινήσεις θα συνεχιστούν.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Ελλάδα θα μπορεί να τις αντιμετωπίζει χωρίς κάθε φορά να οδηγείται σε επιλογή ανάμεσα στην υποχώρηση και την επικίνδυνη κλιμάκωση.

Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου είναι η πιο άμεση δοκιμασία.

Τα F-35 και η τουρκική αμυντική βιομηχανία είναι η μακροπρόθεσμη πρόκληση.

Το Κυπριακό είναι η διπλωματική εξίσωση.

Και η προεκλογική περίοδος είναι ο παράγοντας που μπορεί να κάνει όλα τα παραπάνω δυσκολότερα.

Η Αθήνα έχει μπροστά της ένα διάστημα κατά το οποίο θα πρέπει να διαχειριστεί μια Τουρκία που έχει αυξήσει τη διεθνή της χρησιμότητα, χωρίς να επιτρέψει αυτή η εξέλιξη να μετατραπεί σε αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Κάσος ήταν η προειδοποίηση.

Η επανεκκίνηση του Great Sea Interconnector θα είναι το πρώτο μεγάλο τεστ για το εάν η Αθήνα έχει πλέον απαντήσει στο ερώτημα που έμεινε ανοιχτό τότε: τι ακριβώς θα κάνει όταν η Τουρκία επιχειρήσει ξανά να εμποδίσει στην πράξη μια ελληνική δραστηριότητα στη θάλασσα;

Δείτε επίσης