18 Ιούλ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Opinions
  • Μαρία Βασιλείου/ Βαρδιάνος στο drakkar: Oι Amon Amarth, o Erling Haaland και η κυριαρχία του νέο-νορδικού

Μαρία Βασιλείου/ Βαρδιάνος στο drakkar: Oι Amon Amarth, o Erling Haaland και η κυριαρχία του νέο-νορδικού

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

«Ro!»… Μια ιαχή, μια κίνηση, μια αόρατη πολεμική γαλέρα, σώματα στοιχισμένα, ρυθμός και συμβολισμός – μια ολοκληρωμένη ενσώματη κοινωνική τελετουργία. Εάν το αποκορύφωμά της ήταν ο συγχρονισμός 157.000 σωμάτων στο Όσλο κατά την υποδοχή της νορβηγικής εθνικής ομάδας, η πρώτη καταγραφή της εντοπίζεται στη συναυλία των Amon Amarth στο metal φεστιβάλ Bloodstock του 2009, κι έκτοτε συμβαίνει σχεδόν σε κάθε ζωντανή εμφάνιση των Σουηδών metallers. Στο φετινό Μουντιάλ, καθώς η Νορβηγία γινόταν το αγαπημένο παιδί του παγκόσμιου κοινού, το γήπεδο μετατρεπόταν αντίστοιχα σε ένα drakkar που μας χωρούσε όλους – παίκτες, θεατές και τηλεθεατές. Δεν είναι όμως αυτό, το αόρατο ερέτμισμα, το μοναδικό κοινό ανάμεσα στη σουηδική μπάντα και την ομάδα του Σόλμπακεν. Είναι η αναγωγή τους στο ίδιο αφήγημα της εποχής: τη νέα πολιτισμική κατασκευή του νορδικού.  

Της Μαρίας Βασιλείου*

Τα σημάδια ήταν εκεί, καιρό τώρα. Πρώτα το hygge και το Scandinavian minimalism κατέλαβαν το διαδίκτυο και τον Τύπο με την ίδια ευκολία που καταλήφθηκε η Νορθουμβρία το 793. Ύστερα οι σειρές. Vikings, Last Kingdom, Norsemen – ξανθές πλεξούδες και δρύινα μακρόπλοια παρελαύνουν στις οθόνες ασταμάτητα εδώ και χρόνια. Ακόμη και στην ελληνική διαφημιστική αρένα, σήμερα, οι Βίκινγκς προβάλλονται ως οικείες φυσιογνωμίες της καθημερινότητάς μας για να κατευθύνουν με τη χαριτωμένη αγριάδα τους την αγοραστική μας προτίμηση. Στον κινηματογράφο, οι auteurs Robert Eggers και Cristian Mungiu έδωσαν τις δικές τους εκδοχές της νορδικής παράδοσης – η μία ιστορικοφανής, η άλλη σύγχρονη – σε δύο από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της τρέχουσας δεκαετίας, τον Άνθρωπο του Βορρά και το Φιορδ. Ακόμη και η μεταφορά της Ταπισερί της Μπαγιέ στο Βρετανικό Μουσείο φάνηκε να εντάσσεται στο ευρύτερο κλίμα, αν κρίνει κανείς από την εντυπωσιακή για τα μουσειακά δεδομένα προπώληση της έκθεσης, παρότι οι Νορμανδοί δεν ήταν Βίκινγκς αλλά οι εξευγενισμένοι απόγονοί τους. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί· αυτό κάνει διαχρονικά ο μηχανισμός του lifestyle, επιβιώνει κατασκευάζοντας καταναλωτικές τάσεις, διαμορφώνοντας αισθητικές κι επινοώντας έννοιες που μπορούν εύκολα να μεταφραστούν σε υλικά και θεάματα, προς κτήση και απόλαυση. Το πραγματικό ζήτημα είναι αλλού: στο ότι αυτές οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις της συλλογικής μας φαντασίωσης για έναν μακρινό Βορρά ενδύονται συγκεκριμένο νόημα. Και στο ότι αυτή η φαντασιακή κατασκευή φτάνει στο σημείο να θεωρηθεί μια καθολικώς αποδεκτή, κοινή και αυτονόητη πραγματικότητα.  

Ο μύθος είναι λόγος, είναι ένας τρόπος να βλέπει κανείς τον κόσμο, έλεγε ο Roland Barthes. Είναι μια δευτερογενής μορφή έκφρασης κι ένα μη αυτόνομο σημειολογικό σύστημα, που χρειάζεται να στηριχθεί σε ένα ήδη υπάρχον για να υπάρξει επάνω του – σε μια γλώσσα, σε μια εικόνα, σε ένα σώμα. Με απλά λόγια, ο μύθος παίρνει κάτι και το κάνει να σημαίνει κάτι περισσότερο: ένα γκολ δεν είναι απλώς αυτό που είναι – ένα ποδοσφαιρικό στιγμιότυπο – αλλά μπορεί να σημαίνει ισχύ, δύναμη, ικανότητα ή άλλα πράγματα. Αντίστοιχα, ένα τραγούδι μπορεί να σημαίνει κοινότητα, ταυτότητα, παράδοση και ούτω καθεξής. Δεν πρόκειται για ένα βαθύτερο καταδηλωτικό νόημα· αντίθετα, ο μύθος γεννιέται ακριβώς τη στιγμή που το σημασιοδοτούμενο ιδεολογικοποιείται, πριν αντικαταστήσει, τελικά, την πραγματικότητα. Αυτή τη στιγμή, τόσο στο ποδόσφαιρο, όσο και στο metal, δεσπόζουν δύο εκδοχές του ίδιου κατά Barthes μύθου: Δυο θηριώδεις φιγούρες, η μία με ένα μικρόφωνο-τσεκούρι, η άλλη με ένα έμφυτο ένστικτο του στόχου, που ενσαρκώνουν τον ιδανικό Πολεμιστή του Βορρά. Erling Haaland και Johan Hegg – συντονιστές του παγκόσμιου «Row», είναι εκεί και κρατούν το ρυθμό, δίνουν το σύνθημα, δείχνουν τον ορίζοντα. Για πού, όμως;

Στο φετινό Μουντιάλ, παρακολουθήσαμε ζωντανά και ίσως ανατροφοδοτήσαμε περαιτέρω, ως καταναλωτές-χρήστες των κοινωνικών δικτύων, τη σύγκρουση δύο κοσμοαντιλήψεων. Όχι αυτή που έχουν επισημάνει οι αθλητικοί αναλυτές, δηλαδή την αναμέτρηση ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική realpolitik και το λατινοαμερικάνικο αυτοσχεδιασμό του χαρισματικού παίκτη, αλλά τη σύγκρουση δύο πολιτισμικών αφηγημάτων. Το πρώτο είναι ένας παλιός, γνωστός δυτικός μύθος: Ο Μέσι ως ένα ακατέργαστο διαμάντι που ανακαλύφθηκε στην περιφέρεια, στον παγκόσμιο Νότο, και μεταφέρθηκε στη Δύση για να αποκαλυφθεί η αληθινή του λάμψη. Η Μπαρτσελόνα, ως μια από τις κορυφαίες της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής βιομηχανίας, κι έχοντας στη διάθεσή της το κεφάλαιο, την τεχνολογία και την επιστήμη, παρενέβη στο σώμα «διορθώνοντας» την «ατέλεια» της φύσης, κατασκευάζοντας, έτσι, ένα παγκόσμιο προϊόν κορυφαίας αξίας. Είναι ένα αφήγημα όπου ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού συμπλέκεται με τον μετα-αποικιακό και τεχνοκρατικό φιλελευθερισμό που αξιοποιεί ορθά τους πόρους, επενδύει στην ανάπτυξη και ευνοεί την αυτοπραγμάτωση των υποκειμένων. Το δεύτερο αφήγημα αντανακλά τον πυρήνα του νέο‑νορδικού: Ο Χάαλαντ ως η ενσάρκωση της αδάμαστης φύσης και της αυθεντικής κουλτούρας του Βορρά. Το μόνο που θα μπορούσε να επιβληθεί σε αυτό το δοσμένο από τη φύση πανίσχυρο σώμα είναι ένα ακόμα ισχυρότερο πνεύμα, σφυρηλατημένο από τον αρχαίο νόμο και τους παλιούς τρόπους: τον κλειστό κοινοτισμό, τη λιτή διαβίωση, τα αυστηρά όρια σε πόρους, κτήσεις, κοινωνικούς ρόλους, την τήρηση των φυσικών και κοινωνικών κανόνων, το σεβασμό στον πατέρα – και τον πατέρα των πάντων, Όντιν. Πολλές είναι οι σχετικές με τον Χάαλαντ πληροφορίες που διοχετεύονται στα μέσα, είτε από τον ίδιο στα κοινωνικά δίκτυα είτε ως συμβατικές ειδήσεις, που το επιβεβαιώνουν, από τις φωτογραφίες που τον δείχνουν να κόβει ξύλα στο δάσος με τσεκούρι ως τη διάδοση των διατροφικών του συνηθειών, από τις αναφορές του στον πατέρα του ως μέντορα και σημείο αναφοράς της ζωής του ως τη δωρεά της σπάνιας έκδοσης του Heimskringla στη βιβλιοθήκη του Bryne, της πόλης του. Ένα τέλειο δείγμα του νορδικού πολιτισμού που έχει βαθιές ρίζες τόσο στο έδαφος της πατρίδας όσο και στην ιστορία της.

Παραδόξως, από την ίδια αφετηρία ξεκινά και η ανατροπή του μύθου. Η καθημερινή ρουτίνα του Haaland είναι κλινικά ελεγχόμενη, η εκγύμνασή του βασίζεται σε πρωτόκολλα τελευταίας τεχνολογίας, η βιομετρία και η φυσικοθεραπεία παρακολουθούν κάθε λεπτομέρεια του σώματός του. Η υπεροχή του είναι προϊόν της ίδιας τεχνολογικής βιομηχανίας που τελειοποίησε τον Μέσι – όμως στην περίπτωσή του παρουσιάζεται ως φυσικότητα. Αυτή ακριβώς η «φυσικοποίηση» είναι το τελευταίο στάδιο του μηχανισμού του μύθου: η τεχνολογικά παραγόμενη υπεροχή μετατρέπεται σε αρχέγονη δύναμη, και ως τέτοια γίνεται κοινώς παραδεκτή. Έτσι, η σύγκρουση δεν συμβαίνει στ’ αλήθεια ανάμεσα στη φύση και την τεχνολογία, αλλά ανάμεσα σε δύο δυτικά αφηγήματα που βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση, περίπου όπως ο Ρομαντισμός του 18ου και της βιομηχανικής επανάστασης. Ο Μέσι γίνεται μια αναπαράσταση του Νότου που βασίζει τη σωτηρία του στη Δύση· ο Χάαλαντ ενσαρκώνει τον αυτόνομο Βορρά. Και μέσα σε αυτή την αντίθεση, το νέο‑νορδικό αναδεικνύεται ως το νέο ζητούμενο: η κοινοτική αυτονομία, η αρμονική σχέση με τη φύση, η αποχή από τον καταναλωτισμό και την αλλοτριωτική αστική ζωή, η τελετουργικότητα – εν ολίγοις, ό,τι σηματοδοτεί μια κατάσταση επιστροφής στο προνεωτερικό.

Σε ένα παράλληλο -ή μάλλον υπό γωνία- σύμπαν, εκείνο του metal, αυτές τις μέρες έλαβε χώρα ένα αναπάντεχο γεγονός: οι Amon Amarth έβγαλαν ακουστικό τραγούδι. Το πρώτο σε μια δισκογραφική πορεία είκοσι οκτώ ετών και δώδεκα album γεμάτων με συνθέσεις μελωδικού death που άλλοτε κατευθύνεται προς τα μονοπάτια του κλασικού heavy, άλλοτε βουτά στα υπόγεια του ακραίου, πάντοτε όμως υπηρετεί το ίδιο καλλιτεχνικό όραμα: μια μουσική ερμηνεία της σκανδιναβικής μυθολογίας και θρησκείας, ιστορίας και παράδοσης. Μέσα από αυτές τις ηχητικές εικόνες του παγανιστικού Βορρά, και παρά το ότι το όνομά τους προέρχεται από το τολκινικό σύμπαν, οι Amon Amarth έχουν καταφέρει να καθιερωθούν ως φορείς μιας αδιάσπαστης πολιτισμικής συνέχειας. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, η πρώτη τους ακουστική κατάθεση, αποκτά τη δική της βαρύτητα – και τόσο οι θεματολογικές όσο και οι πραγματολογικές τους επιλογές το επιβεβαιώνουν.  

“Upphaf” σημαίνει «απαρχή». Πρόκειται για την αρχή των πάντων, την κοσμογονική αφετηρία, τη στιγμή που το χάος αποκτά μορφή. Οι Amon Amarth μελοποίησαν τις πέντε πρώτες στροφές από τo Völuspa – το πιο γνωστό ποίημα της Ποιητικής Edda, της βασικής συλλογής σκανδιναβικών μυθολογικών ποιημάτων. Η σύνθεσή του έγινε περίπου το 1.000 μ.Χ., κι αντανακλά κι ενσωματώνει τις αρχαίες θρησκευτικές παραδόσεις που μεταδίδονταν προφορικά πριν αποτυπωθούν σε γραπτό κείμενο. Θεωρείται το θεμέλιο της νορδικής μυθολογίας και βασική πηγή της σημερινής μας γνώσης για τη θρησκεία και την κοσμοαντίληψη των Βίκινγκς, ό,τι ξέρουμε, κοινώς, για το Ράγκναροκ, τον Θωρ και τη Βαλχάλα. Στο απόσπασμα που ανοίγει το ποίημα, η võlva, η μάντισσα, κάνει την επίκλησή της. Απευθύνεται στον Όντιν και δηλώνει ότι θα αφηγηθεί αυτά που έγιναν παλιά. Θυμάται την αρχή του χρόνου και τους γίγαντες που της έδωσαν ψωμί. Μιλά για το Yggdrasil, το δέντρο με τις εννέα ρίζες – τους εννέα κόσμους. Μιλά για την αρχέγονη άβυσσο, το Ginnungagap, τον τόπο χωρίς μορφή και ύλη, τον τόπο της γυμνής δυνατότητας, και το πώς οι γιοι του Borr δημιούργησαν τη Midgard, τον κόσμο των ανθρώπων. Ο χρόνος δεν είχε ακόμα ρυθμιστεί, η κοσμική τάξη δεν είχε εμφανιστεί, κι ο ήλιος, η σελήνη και τ’ αστέρια ήταν τόσο νέα που δεν είχαν ακόμα ταξινομηθεί στον ουρανό. Το να στρέφεται ένα metal συγκρότημα στην Edda και στη μυθολογία των Βίκινγκς είναι μια κοινοτοπία που κρατά δεκαετίες, δεν υπάρχει τίποτα πρωτότυπο στην πρώτη του ανάγνωση. Όμως αυτό που επιχειρούν εδώ οι Amon Amarth γίνεται αξιοπρόσεκτο λόγω της ξεκάθαρης πραγματολογικής αντιστροφής: Δεν είναι μια περίπτωση escapism, διαφυγής από τα προβλήματα της πραγματικότητας, ούτε καν μια μεταφορά για τη σύγχρονη κοινωνία. Είναι το ίδιο μια κραυγή κοινωνικής κριτικής και μια αντιπρόταση – ένα μήνυμα που απευθύνεται σε όλους.

Στο videoclip του Upphaf, οι Amon Amarth οικειοποιούνται το ρόλο της võlva και στήνουν τη δική τους τελετουργική αφήγηση, γύρω από μια φωτιά στη μέση του δάσους τη νύχτα. Μακριά από τα φώτα του πολιτισμού, κάνουν ακριβώς ό,τι έκαναν οι βάρδοι πρόγονοί τους. Την ίδια στιγμή, ένα κίτρινο, όπως το χρώμα της πρώτης αυγής, άρα της νέας αρχής του Upphaf, πούλμαν ταξιδεύει από το δάσος στην πόλη και επιβιβάζει τρία άτομα: Μία νέα κοπέλα που αποχωρεί μετά από ένα μοναχικό και σιωπηλό βράδυ σε ένα μπαρ, με μόνη συντροφιά το κινητό της. Ένα νέο άντρα που ξέμεινε από αλκοόλ, πίνοντας και καπνίζοντας μόνος του στο σπίτι. Έναν ηλικιωμένο που έμεινε μόνος μετά το θάνατο της συντρόφου του. Όλοι επιλέγονται από τον μυστηριώδη οδηγό, κι οδηγούνται στην ίδια φωτιά, ν’ ακούσουν τον Ηegg ως σύγχρονο skald ν’ απαγγέλει το κοσμογονικό ποίημα, να γίνουν κοινότητα, να θυμηθούν ότι η αληθινή ζωή τους περιμένει. Ο μυστηριώδης οδηγός, φυσικά, υπαινίσσεται η σκηνοθεσία ότι είναι ο Όντιν, που συχνά μεταμορφώνεται όταν παρεμβαίνει στον κόσμο των ανθρώπων – άλλωστε, το τραγούδι γράφτηκε ως μια «ακτινογραφία νορδικού έπους», κατά την περιγραφή της ίδιας της μπάντας, και ως μια απόπειρα απόδοσης της προφορικής ιστορίας που «ψιθυρίζεται στη σκιά του “Πατέρα των Πάντων”».

Βεβαίως, οι Σουηδοί έχουν προβλέψει την παγίδα του εθνοκεντρισμού ή ακόμα και της εγκλωβισμένης νεοπαγανιστικής ερμηνείας, γι αυτό και οι εμφατικές δηλώσεις που συνοδεύουν την κυκλοφορία της ακουστικής αυτής κατάθεσης είναι μαεστρικά διατυπωμένες – και ριζοσπαστικές. Οι Amon Amarth επιχειρούν ένα ριζοσπαστικό άνοιγμα σε μια παγκόσμια κοινότητα που αποζητά το νόημα πέρα από την απομόνωση των κοινωνικών δικτύων και των αστικών τειχών. Τονίζουν τη συμπερίληψη και εισάγουν τον όρο «επική θετικότητα», για να σηματοδοτήσουν τη μετατόπιση της ερμηνείας του επικού από μια εξιστόρηση ηρωικών θανάτων  σε λαϊκή τελετουργία κοινοτισμού και συλλογικής συνείδησης, όσων κατακτώνται μέσα από την εκπλήρωση του φαντασιακού «μαζί». Το drakkar τους δεν αποκλείει κανέναν. Όσο τραβάμε το κουπί, θα πλέει προς το αιώνιο κρύο, την ώρα που κλιματική κρίση θα καίει τις πόλεις μας.

*Επικοινωνιολόγος

Δείτε επίσης