Υπάρχουν συναυλίες που απλώς διασκεδάζουν το κοινό και υπάρχουν εκείνες που μετατρέπονται σε συλλογικές εμπειρίες. Η εμφάνιση των The Cure στο Ejekt Festival, το βράδυ της 15ης Ιουλίου στο ΟΑΚΑ, ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Χιλιάδες άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών βρέθηκαν στον περιβάλλοντα χώρο του Ολυμπιακού Σταδίου για να συναντήσουν ξανά τον Robert Smith και την μπάντα που εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες αποτελεί σημείο αναφοράς για την alternative, τη new wave και τη gothic rock σκηνή.
Δεν ήταν μια συναυλία νοσταλγίας. Ήταν μια υπενθύμιση ότι ο χρόνος μπορεί να αλλάζει τα πρόσωπα, όχι όμως την ουσία της μεγάλης μουσικής.
Η ετήσια συνάντηση των «Κιουράδων»
Από νωρίς το απόγευμα, το ΟΑΚΑ γέμισε από ανθρώπους που μεγάλωσαν με τους Cure αλλά και από νεότερους που ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά ένα συγκρότημα-θρύλο. Βαμμένα πρόσωπα, μαύρα ρούχα, χαρακτηριστικά χτενίσματα και μπλουζάκια με εξώφυλλα ιστορικών δίσκων συνέθεταν το γνώριμο σκηνικό μιας κοινότητας που παραμένει ζωντανή δεκαετίες μετά τη δημιουργία της.
Ο Robert Smith εμφανίστηκε όπως ακριβώς τον περιμένουν οι θαυμαστές του: μαύρα ρούχα, ανακατεμένα μαλλιά, έντονο μακιγιάζ στα μάτια και τα χαρακτηριστικά κόκκινα χείλη. Λιγομίλητος, όπως πάντα, περιορίστηκε σε λίγα «Thank you» και «I love you», αφήνοντας τη μουσική να μιλήσει για εκείνον.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη δύναμή του. Ένας από τους πιο εσωστρεφείς frontmen στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής εξακολουθεί να επικοινωνεί με εκατομμύρια ανθρώπους, χωρίς να χρειάζεται μεγάλες δηλώσεις ή θεατρικές κινήσεις.
Ένα ταξίδι από το χθες στο σήμερα
Η συναυλία άνοιξε ιδανικά με τα Plainsong και Pictures of You, δίνοντας από τα πρώτα λεπτά το στίγμα της βραδιάς. Το A Night Like This θύμισε γιατί η κιθάρα του Smith παραμένει τόσο εκφραστική, ενώ το Lovesong, γραμμένο για τη σύζυγό του Mary, αποτέλεσε μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές του προγράμματος.
Ξεχωριστή στιγμή ήταν και το Burn, όπου ο Smith ανέλαβε το φλάουτο, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά πόσο πολυδιάστατος μουσικός παραμένει.
Στο Fascination Street, τα βλέμματα στράφηκαν στον Eden Gallup, ο οποίος αντικαθιστά προσωρινά στο μπάσο τον πατέρα του Simon Gallup, λόγω προβλήματος υγείας. Η παρουσία του όχι μόνο δεν άφησε κενά, αλλά επιβεβαίωσε τη συνοχή μιας μπάντας που λειτουργεί με αξιοθαύμαστη αρμονία.
Όχι μια συναυλία επιτυχιών, αλλά μια μουσική αφήγηση
Οι Cure δεν επέλεξαν τον εύκολο δρόμο μιας παράθεσης επιτυχιών. Αντίθετα, παρουσίασαν ένα πρόγραμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στο νέο υλικό και στα τραγούδια που τους καθιέρωσαν.
Το πρόσφατο άλμπουμ Songs of a Lost World βρήκε τη θέση του δίπλα σε κλασικά έργα της δισκογραφίας τους, δείχνοντας ότι ο Robert Smith εξακολουθεί να δημιουργεί με την ίδια καλλιτεχνική συνέπεια. Άλλωστε, ο ίδιος έχει ήδη προαναγγείλει πως νέο υλικό βρίσκεται καθ’ οδόν.
Η μετάβαση από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του A Forest στις φωτεινότερες μελωδίες των In Between Days και Just Like Heaven έγινε σχεδόν αβίαστα. Το κοινό ακολούθησε αυτή τη μουσική διαδρομή, άλλοτε χορεύοντας και άλλοτε βυθισμένο στη χαρακτηριστική μελαγχολία που μόνο οι Cure μπορούν να δημιουργήσουν.
Ένα encore γεμάτο ύμνους
Όταν η μπάντα επέστρεψε στη σκηνή, ήταν σαφές ότι ερχόταν η ώρα των τραγουδιών που σημάδεψαν γενιές.
Lullaby, Hot Hot Hot, The Lovecats, Close To Me, Friday I’m In Love, Why Can’t I Be You? και φυσικά το εμβληματικό Boys Don’t Cry προκάλεσαν διαδοχικά κύματα ενθουσιασμού.
Στο τέλος, ο Robert Smith αγκάλιασε τον εαυτό του, χαμογέλασε αμήχανα και αποχώρησε σχεδόν αθόρυβα, μέσα σε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα που έμοιαζε περισσότερο με ευχαριστώ παρά με αποχαιρετισμό.
Ο χρόνος περνά, η ουσία μένει
Στα 67 του χρόνια, ο Robert Smith δεν διαθέτει πλέον την εκρηκτικότητα των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Η φωνή του έδειξε στιγμές κόπωσης προς το τέλος της συναυλίας, ενώ και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δυσκολεύτηκε σε ορισμένα σημεία.
Όμως αυτό δεν είχε καμία σημασία.
Όσοι βρέθηκαν στο ΟΑΚΑ δεν πήγαν για να βαθμολογήσουν μια φωνητική επίδοση. Πήγαν να δουν έναν καλλιτέχνη που διαμόρφωσε τις μουσικές τους αναμνήσεις. Και εκείνος τους αντάμειψε με σχεδόν τρεις ώρες αφοσίωσης, εξαιρετικής μουσικής και μιας μπάντας που εξακολουθεί να λειτουργεί με αξιοθαύμαστη ποιότητα.
Εκεί όπου ίσως εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ως μουσικός. Η κιθάρα, το μπάσο, οι εναλλαγές στους ήχους και η διαρκής επικοινωνία με τους υπόλοιπους μουσικούς απέδειξαν πως σήμερα απολαμβάνει περισσότερο από ποτέ τον ρόλο του δημιουργού και του οργανοπαίκτη.
Οι Cure εξακολουθούν να βρίσκουν νέους ακροατές
Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού ανήκε στις γενιές που μεγάλωσαν με τους Cure. Άνθρωποι που έζησαν την έκρηξη της new wave, του MTV και της alternative σκηνής των δεκαετιών του ’80 και του ’90.
Υπήρχαν όμως και αρκετοί νεότεροι.
Χαρακτηριστική ήταν η εικόνα ενός μικρού κοριτσιού που μέχρι το Friday I’m In Love έδειχνε σχεδόν αδιάφορο. Από τις πρώτες νότες του τραγουδιού άρχισε να χορεύει, να τραγουδά και να καταγράφει τη στιγμή με το κινητό της. Ίσως εκείνο το βράδυ να γεννήθηκε ακόμη μία θαυμάστρια των Cure.
Δεν είναι εύκολο σήμερα ένα συγκρότημα με τόσο ιδιαίτερη αισθητική να κερδίζει νέες γενιές. Κι όμως, οι Cure εξακολουθούν να το πετυχαίνουν χωρίς να αλλάζουν ταυτότητα ή να ακολουθούν τάσεις.
Μια μπάντα που δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στις ταμπέλες
Post-punk, gothic rock, new wave, alternative rock. Οι χαρακτηρισμοί συνοδεύουν τους Cure εδώ και δεκαετίες, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να τους περιορίσουν.
Η μουσική τους παραμένει μοναδική γιατί δεν γράφτηκε για να υπηρετήσει ένα είδος, αλλά για να εκφράσει συναισθήματα. Φωτεινά και σκοτεινά. Ρομαντικά και μελαγχολικά. Εσωστρεφή αλλά ταυτόχρονα καθολικά.
Αυτό εξηγεί γιατί, πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση του συγκροτήματος, οι συναυλίες τους εξακολουθούν να λειτουργούν σχεδόν θεραπευτικά για όσους τις παρακολουθούν.
Στις 15 Ιουλίου στο ΟΑΚΑ, οι Cure δεν επιχείρησαν να αποδείξουν ότι παραμένουν νέοι. Απέδειξαν κάτι σημαντικότερο: ότι η αυθεντικότητα δεν έχει ηλικία. Και όταν μια μπάντα έχει γράψει τραγούδια όπως τα A Forest, Pictures of You, Just Like Heaven, Friday I’m In Love και Boys Don’t Cry, δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να ανέβει στη σκηνή. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η μουσική.






