Δύο βασικά συμπεράσματα προκύπτουν από τη νέα δημοσκόπηση της Pulse: αφενός η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές προβάδισμα και ενισχύει οριακά τη θέση της, αφετέρου η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) του Αλέξη Τσίπρα συνεχίζει την ανοδική της πορεία, εδραιώνοντας τη δεύτερη θέση. Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται εγκλωβισμένο στα ίδια ποσοστά, ενώ η εικόνα των ψηφοφόρων για τις κυβερνητικές συνεργασίες και τον χρόνο των εκλογών αποτυπώνει ένα πολιτικό σκηνικό με αρκετές αντιφάσεις.
Η εικόνα της πρόθεσης ψήφου: Δύο κερδισμένοι και ένας μεγάλος χαμένος
Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία ανεβαίνει στο 30%, κερδίζοντας μισή ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση. Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα καταγράφει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, φτάνοντας στο 17%, μειώνοντας τη διαφορά από τη ΝΔ κατά μία μονάδα.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ παραμένει καθηλωμένο στο 11,5%, χωρίς να εμφανίζει δυναμική ανάκαμψη, παρά το γεγονός ότι φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό αντίπαλο της κυβέρνησης. Η στασιμότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ΕΛ.Α.Σ. διευρύνει πλέον αισθητά τη διαφορά της από το κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη.
Στις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, η «Ελπίδα για Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού υποχωρεί στο 8,5%, ενώ η Ελληνική Λύση ανακτά μέρος των απωλειών της και ανεβαίνει στο 8%. Σταθερά παραμένουν το ΚΚΕ στο 7%, η Πλεύση Ελευθερίας στο 5%, η Φωνή Λογικής στο 3,5% και το ΜέΡΑ25 στο 3%.
Με τα σημερινά δεδομένα, η δημοσκόπηση οδηγεί σε εννιακομματική Βουλή, με τον ΣΥΡΙΖΑ και το κόμμα του Στέφανου Κασσελάκη να μένουν εκτός κοινοβουλευτικού ορίου.
Οι μετακινήσεις ψηφοφόρων ενισχύουν την ΕΛ.Α.Σ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δεξαμενές από τις οποίες αντλεί δύναμη η ΕΛ.Α.Σ.
Περισσότεροι από τους μισούς νέους ψηφοφόρους της (54%) προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σημαντικές είναι και οι μετακινήσεις από το ΠΑΣΟΚ (12%) αλλά και από τη Νέα Δημοκρατία (5%).
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί ως βασικός πόλος ανασύνθεσης της ευρύτερης Κεντροαριστεράς, απορροφώντας μεγάλο μέρος των απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ταυτόχρονα διεισδύοντας και σε άλλους πολιτικούς χώρους.
Καταλληλότητα για πρωθυπουργό: Σταθερό προβάδισμα Μητσοτάκη
Στην παράσταση νίκης και την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία δεν καταγράφονται ουσιαστικές μεταβολές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 30%, διατηρώντας προβάδισμα 13 μονάδων έναντι του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος βρίσκεται στο 17%. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ακολουθεί με 7%, παραμένοντας αρκετά χαμηλότερα.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά την άνοδο της ΕΛ.Α.Σ., το προσωπικό προβάδισμα του πρωθυπουργού εξακολουθεί να παραμένει σταθερό.
Το 45% θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά τη μορφή της επόμενης κυβέρνησης.
Το 45% των πολιτών δηλώνει ότι προτιμά κυβέρνηση αυτοδυναμίας, έναντι 38% που επιθυμεί κυβέρνηση συνεργασίας.
Η επιθυμία για αυτοδυναμία κυριαρχεί σχεδόν απόλυτα στους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, όπου ξεπερνά το 90%, ωστόσο αξιοσημείωτο είναι ότι περίπου ένας στους τρεις ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, της ΕΛ.Α.Σ., της Ελληνικής Λύσης και της «Ελπίδας» δηλώνει επίσης υπέρ μιας μονοκομματικής κυβέρνησης.
Ακόμη και στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» των αναποφάσιστων ή αποστασιοποιημένων ψηφοφόρων, περίπου το 30% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Οι συνεργασίες παραμένουν γρίφος
Παρότι σημαντικό ποσοστό των πολιτών θεωρεί πιθανές τις κυβερνήσεις συνεργασίας, οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων εμφανίζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις.
Στους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, το ΠΑΣΟΚ αποτελεί με μεγάλη διαφορά την πρώτη επιλογή για πιθανή συγκυβέρνηση, συγκεντρώνοντας 52%.
Στην αντίπερα όχθη, οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται διχασμένοι. Το 32% δεν επιθυμεί συνεργασία με κανένα κόμμα, το 20% προκρίνει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και το 18% με την ΕΛ.Α.Σ., γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία του κόμματος να διαμορφώσει σαφή κυβερνητική ταυτότητα.
Αντίστοιχα, στους ψηφοφόρους της ΕΛ.Α.Σ., σχεδόν οι μισοί (45%) θεωρούν φυσικό κυβερνητικό εταίρο το ΠΑΣΟΚ.
Οι πολίτες διχάζονται για τον χρόνο των εκλογών
Παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η κυβέρνηση θα εξαντλήσει την τετραετία, σχεδόν οι μισοί πολίτες θα προτιμούσαν προσφυγή στις κάλπες μέσα στο 2026.
Συνολικά, το 46% τάσσεται υπέρ πρόωρων εκλογών, ενώ το 33% προτιμά την ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας έως το 2027.
Η διαφορά αποτυπώνεται έντονα και στις κομματικές βάσεις. Το 72% των ψηφοφόρων της ΝΔ επιθυμεί εκλογές το 2027, ενώ το 78% των ψηφοφόρων της ΕΛ.Α.Σ. ζητά κάλπες μέσα στο 2026. Στο ΠΑΣΟΚ, οι απόψεις είναι σχεδόν μοιρασμένες, γεγονός που αντανακλά την αβεβαιότητα που επικρατεί στη βάση του κόμματος.
Το ενδεχόμενο κόμματος Σαμαρά συνεχίζει να επηρεάζει τις ισορροπίες
Η δημοσκόπηση καταγράφει αύξηση της δυνητικής εκλογικής απήχησης ενός πιθανού κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι «σίγουρα» ή «μάλλον» θα το ψήφιζαν αυξάνεται στο 13%, ενώ το ενδιαφέρον είναι ότι η μεγαλύτερη επιρροή καταγράφεται στους ψηφοφόρους της «Ελπίδας για Δημοκρατία», αλλά και στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη».
Αντίθετα, στους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας η σχετική απήχηση εμφανίζεται μειωμένη σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις.
Η ακρίβεια παραμένει το κυρίαρχο πρόβλημα
Παρά τις πολιτικές ανακατατάξεις, η καθημερινότητα εξακολουθεί να καθορίζει τις προτεραιότητες των πολιτών.
Το 89% θεωρεί την ακρίβεια το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, ποσοστό που παραμένει συντριπτικό. Παράλληλα, αυξάνεται ελαφρώς η ανησυχία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με το 56% να δηλώνει ότι ανησυχεί πολύ ή αρκετά για τις εξελίξεις.
Η πολιτική εικόνα αποκτά χαρακτηριστικά διπολισμού
Η νέα μέτρηση της Pulse δείχνει ότι το πολιτικό σκηνικό τείνει να αποκτήσει χαρακτηριστικά διπολικής αντιπαράθεσης, με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί καθαρό προβάδισμα και την ΕΛ.Α.Σ. να εδραιώνεται ως βασικός αντίπαλος πόλος. Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να ανακτήσει πολιτική δυναμική, ενώ τα μικρότερα κόμματα αναζητούν σταθερό εκλογικό αποτύπωμα. Ωστόσο, η μεγάλη βαρύτητα που εξακολουθούν να δίνουν οι πολίτες στην ακρίβεια και η έντονη συζήτηση για τον χρόνο των εκλογών δείχνουν ότι η τελική κρίση των ψηφοφόρων θα εξαρτηθεί πρωτίστως από την οικονομική πραγματικότητα και λιγότερο από τις δημοσκοπικές ισορροπίες.






