Στην προστασία από τους αλλεπάλληλους κινδύνους που συνοδεύουν τη ραγδαία εξέλιξη του ψηφιακού περιβάλλοντος και της τεχνητής νοημοσύνης αναφέρθηκαν εκπρόσωποι φορέων και μέσων στην Task Force, κατά τη διάρκεια συζήτησης στην ημερίδα που διοργάνωσε η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, για το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την ασφάλεια των δημοσιογράφων, που πραγματοποιήθηκε σήμερα.
Ο Αναστάσιος Παπαθανασίου από τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, επεσήμανε πως το κυβερνοέγκλημα αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες απειλές για την κοινωνία, με τις ποινικές υποθέσεις να παρουσιάζουν γεωμετρική αύξηση και υψηλή πολυπλοκότητα. Πέρα από το οικονομικό έγκλημα, τόνισε, καταγράφεται έξαρση στη διαδικτυακή ρητορική μίσους, τις απειλές και τις συκοφαντικές δυσφημίσεις, φαινόμενα που στοχεύουν άμεσα δημοσιογράφους, με σκοπό την παρενόχληση ή τον εκφοβισμό τους.
Όπως τόνισε, στην εποχή της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, οι επιθέσεις γίνονται εξαιρετικά στοχευμένες και οι επιτήδειοι χρησιμοποιούν εργαλεία AI για την αυτοματοποιημένη μαζική παρενόχληση, τη δημιουργία deep fakes και την αλίευση δεδομένων μέσω εξελιγμένου social engineering (human hacking). Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, προτείνουμε τη θεσμοθέτηση ιδιώνυμου αδικήματος για εγκλήματα που τελούνται σε βάρος δημοσιογράφων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Παράλληλα, είναι κρίσιμη η αυστηρή τήρηση κανόνων κυβερνο-υγιεινής, όπως η χρήση πολυπαραγοντικής αυθεντικοποίησης και κρυπτογραφημένων καναλιών επικοινωνίας για την προστασία των πηγών.
Η Μαρίνα Ρήγου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ, υπογράμμισε πως η δημοσιογραφία αποτελεί συστατικό στοιχείο στον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, συνεπώς, κάθε πλήγμα στην ελευθερία του Τύπου συνιστά άμεσο πλήγμα για την ίδια τη δημοκρατία, σε μια περίοδο που οι παγκόσμιοι δείκτες καταγράφουν υποχώρηση και των δύο. Όπως τόνισε, η χρήση εξελιγμένων κατασκοπευτικών λογισμικών, όπως το Pegasus και το Predator, αποδεικνύει το εύρος της αυθαίρετης παρακολούθησης, χωρίς καμία ενέργεια από τον χρήστη. Παράλληλα, τόνισε, η έλευση της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης και των deep fakes μεταβάλλει ριζικά το πληροφοριακό περιβάλλον, καλλιεργώντας μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην αντικειμενική πραγματικότητα και υπονομεύοντας τη δημόσια σφαίρα. Κατέληξε λέγοντας πως η προστασία της ελευθεροτυπίας δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη ή ζήτημα τεχνολογικής κατάρτισης του δημοσιογράφου· απαιτεί ένα ισχυρό, διαφανές και υπεύθυνο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο δυστυχώς δέχεται πιέσεις διεθνώς.
Από την πλευρά της, η Βάλια Καϊμάκη, επίκουρη καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τόνισε πως σήμερα βιώνουμε μια πλήρως πλατφορμοποιημένη ενημέρωση, όπου η παραγωγή και η διακίνηση των ειδήσεων εξαρτάται ολοκληρωτικά από ιδιωτικές, πολυεθνικές τεχνολογικές υποδομές και αυτή η εξάρτηση δημιουργεί μια ασύμμετρη σχέση εξουσίας. Όπως τόνισε, οι πλατφόρμες ελέγχουν απόλυτα την ορατότητα του δημοσιογραφικού περιεχομένου, επιβάλλουν τους δικούς τους όρους και παραχωρούν δεδομένα ή μεταδεδομένα σε τρίτους, αγνοώντας τις ανάγκες ενός ελεύθερου Τύπου.
Όπως δήλωσε η κ. Καϊμάκη, αυτός ο διαρκής ψηφιακός κίνδυνος, ο φόβος της απώλειας πρόσβασης και η στοχοποίηση από οργανωμένες ομάδες, δημιουργούν ένα βαθύ αίσθημα ανασφάλειας που νομοτελειακά παράγει αυτολογοκρισία και αποφυγή κρίσιμων θεμάτων. Όπως τόνισε, η ψηφιακή ασφάλεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα στενά ατομικό, τεχνικό καθήκον του δημοσιογράφου που πρέπει να ξέρει να αφαιρεί μεταδεδομένα, αλλά αντίθετα, αποτελεί συλλογικό διακύβευμα και πρέπει να δημιουργηθούν οργανωμένες δομές με τη συμμετοχή της Πολιτείας, των ιδιοκτητών των μέσων και των ενώσεων, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα του πολίτη να επικοινωνεί, να καταγγέλλει και να ενημερώνει με ασφάλεια».
Ο Βασίλης Βασιλόπουλος, υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων της ΕΡΤ, τόνισε πως ο σύγχρονος δημοσιογράφος είναι μόνιμα συνδεδεμένος, γεγονός που διευρύνει επικίνδυνα το πεδίο των πιθανών κυβερνοεπιθέσεων, ενώ μια επιτυχημένη επίθεση fishing σε έναν υπάλληλο μπορεί να εκθέσει ολόκληρο τον οργανισμό ενημέρωσης. Σήμερα, τόνισε, αντιμετωπίζουμε έναν εφιάλτη, καθώς οι δημοσιογράφοι στοχοποιούνται ως «λογαριασμοί υψηλής αξίας» (whales) για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων ή την υποκλοπή ευαίσθητου υλικού.
Ο ίδιος υπογράμμισε πως υπάρχει, δυστυχώς, τεράστιο έλλειμμα γνώσης γύρω από τον GDPR, το Digital Services Act (DSA) και το AI Act. Η άγνοια αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο εξοντωτικών ευρωπαϊκών προστίμων για τα μέσα ενημέρωσης.
Κατά τον κ. Βασιλόπουλο, προς αποφυγήν των κινδύνων αυτών πρέπει να εισακουστούν τρεις συγκεκριμένες προτάσεις: Πρώτον, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πρέπει να υποχρεούνται να χρηματοδοτούν άμεσες εκστρατείες ενημέρωσης μόλις εντοπίζεται επίθεση fishing. Δεύτερον, απαιτείται η θεσμοθέτηση προγραμμάτων δια βίου μάθησης σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια, καθώς η τεχνολογία αλλάζει καθημερινά. Τρίτον, η ρήτρα αναβάθμισης δεξιοτήτων που υπάρχει στις συλλογικές συμβάσεις των δημοσίων μέσων -η οποία προβλέπει εκπαιδευτική άδεια και επίδομα- πρέπει να επεκταθεί στον ιδιωτικό τομέα και να προσαρμοστεί στις σύγχρονες ανάγκες της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.
Στην εισήγησή του, ο εκπρόσωπος του Αθηναϊκού Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ) στην task force, Χρυσόστομος Μπίκατζικ, εστίασε στη μετάβαση από τον θεωρητικό προβληματισμό στην πρακτική θωράκιση του δημοσιογράφου στο πεδίο. Κυρίως μέσα από τον ρόλο του Εθνικού Σχεδίου Δράσης που δεν χρειάζεται να έχει αυστηρά δεσμευτικές διατάξεις, αλλά να λειτουργεί ως οδηγός που δίνει σαφή κατεύθυνση, πάνω στην οποία θα αναλάβουν δράση τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης, οι δημοσιογράφοι και οι συνδικαλιστικές ενώσεις.
Επίσης πρότεινε να γίνουν κοινές παραδοχές για την Ψηφιακή Ασφάλεια, γιατί αυτό δεν αποτελεί ένα απλό τεχνικό ζήτημα, αλλά συνιστά ηθικό, πολιτικό και δημοκρατικό καθήκον, καθώς οι ψηφιακές απειλές, οι επιθέσεις και η ψηφιακή τρομοκρατία έχουν ως μοναδικό στόχο να επιβάλλουν τη σιωπή μέσω του φόβου και να καταστρέψουν ολοκληρωτικά την αξιοπιστία του δημοσιογράφου (μέσω δολοφονίας χαρακτήρων, λιντσαρίσματος, doxing και συντονισμένων εκστρατειών ψηφιακής λάσπης) και η τεχνητή νοημοσύνη πολλαπλασιάζει αυτά τα φαινόμενα σε δευτερόλεπτα, «πνίγοντας» την αλήθεια μέσα στον ψηφιακό θόρυβο.
Επίσης, επεσήμανε τη ανάγκη για «πρακτικά εργαλεία» για την αντιμετώπιση του Ψηφιακού Αναλφαβητισμού και συγκεκριμένα μέτρα ψηφιακής άμυνας και «ψηφιακής υγιεινής», με καθολική χρήση ισχυρών κωδικών πρόσβασης (passwords) και διαχείριση της πρόσβασης κρυπτογράφησης συσκευών, προσεκτική διαχείριση των μεταδεδομένων και του γεωεντοπισμού, ψηφιακό detox) και αφαίρεση προσωπικών πληροφοριών από δημόσιους καταλόγους, τεκμηρίωση των επιθέσεων και Πρωτόκολλο Αποστασιοποίησης Πληροφορίας & Υποστήριξη σε περιπτώσεις μαζικών επιθέσεων. Κλείνοντας, τόνισε ότι η διαβούλευση που ξεκινά είναι μια ευκαιρία για να ασκηθεί πίεση από κοινού, ώστε να συγκεκριμενοποιηθούν αυτοί οι στόχοι για το μέλλον.




