Στη συμπλήρωση μιας δεκαετίας από το δημοψήφισμα που άλλαξε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, το Brexit δεν καταγράφεται στη βρετανική κοινωνία ως στιγμή εθνικής χειραφέτησης αλλά ως εμπειρία σταδιακής απομείωσης. Οι αριθμοί αποτυπώνουν μια χώρα που επαναξιολογεί την πιο καθοριστική της απόφαση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τρόπο σχεδόν απολογιστικό.
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μετρήσεις, μόλις το 30% των Βρετανών εξακολουθεί να θεωρεί ότι η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε σωστή επιλογή. Αντίθετα, το 57% την αντιμετωπίζει πλέον ως στρατηγικό σφάλμα. Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά ένα συνολικό αίσθημα απώλειας θέσης, επιρροής και σταθερότητας.
Το 2016, όταν οι κάλπες έκλεισαν, το 51,9% των ψηφοφόρων είχε επιλέξει την έξοδο και το 48,1% την παραμονή. Σε απόλυτους αριθμούς, περίπου 17,4 εκατομμύρια πολίτες τάχθηκαν υπέρ του Brexit και 16,15 εκατομμύρια υπέρ της παραμονής. Το Λονδίνο και η ευρύτερη μητροπολιτική του ζώνη, η Σκωτία με ποσοστό 62% και η Βόρεια Ιρλανδία με 56%, είχαν στηρίξει το Bremain, ενώ η Ουαλία, παρά τα οφέλη που αντλούσε από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, ψήφισε κατά 52,5% υπέρ της εξόδου.
Η γεωγραφία εκείνης της ψήφου παραμένει σήμερα ένα πολιτικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί.
Οι οικονομικές προσδοκίες που δεν επιβεβαιώθηκαν
Η βασική επιχειρηματολογία του στρατοπέδου της εξόδου βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: την απελευθέρωση από τον ευρωπαϊκό δημοσιονομικό μηχανισμό, την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και την αναβάθμιση της Βρετανίας σε παγκόσμιο εμπορικό παίκτη χωρίς περιορισμούς.
Στην πράξη, το οικονομικό αποτύπωμα της εξόδου υπήρξε διαφορετικό. Εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και βρετανικών think tanks συγκλίνουν ότι η οικονομία της χώρας έχει χάσει μεταξύ 2,5% και 5% του ΑΕΠ σε σχέση με την πορεία που θα είχε εάν παρέμενε στην ΕΕ. Η απώλεια αυτή δεν εμφανίστηκε ως απότομη κρίση, αλλά ως σταδιακή επιβράδυνση επενδύσεων, εμπορικών ροών και παραγωγικότητας.
Η σύγκριση με την ελληνική εμπειρία των Μνημονίων χρησιμοποιείται συχνά στον δημόσιο διάλογο: η Ελλάδα έχασε περίπου το 25% του ΑΕΠ της, όμως στη βρετανική περίπτωση η βραδύτερη φθορά δημιούργησε ένα πιο ύπουλο πολιτικό αποτέλεσμα, καθώς δεν υπήρξε ένα σαφές σημείο κατάρρευσης αλλά μια διαρκής αίσθηση υστέρησης.
Η επιχειρηματική κοινότητα κατέγραψε επίσης απώλειες στην πρόσβαση στην ενιαία αγορά, αύξηση γραφειοκρατίας και μείωση της ελκυστικότητας του Λονδίνου ως χρηματοπιστωτικού κόμβου.
Πολιτικός σεισμός και θεσμική αποδόμηση
Η δεκαετία του Brexit υπήρξε εξίσου ταραχώδης στο πολιτικό πεδίο. Η χώρα πέρασε από έξι πρωθυπουργικές ηγεσίες, σε ένα περιβάλλον συνεχών ανατροπών και κρίσεων εμπιστοσύνης.
Η περίοδος των διαδοχικών πρωθυπουργών περιλαμβάνει τις θητείες των Ντέιβιντ Κάμερον, Τερέζα Μέι, Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ και την επόμενη φάση πολιτικής ανασύνθεσης υπό τους Εργατικούς. Η περίπτωση της Λιζ Τρας παραμένει ενδεικτική της αστάθειας, καθώς η πρωθυπουργία της κατέρρευσε μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.
Το Συντηρητικό Κόμμα υπέστη βαθιά διάβρωση, χάνοντας τη συνοχή του γύρω από το ευρωπαϊκό ζήτημα, ενώ το Εργατικό Κόμμα του Κιρ Στάρμερ κλήθηκε να διαχειριστεί ένα πολιτικό τοπίο όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν είχε σαφή ιδεολογική κατεύθυνση.
Η άνοδος του Νάιτζελ Φάρατζ, μέσα από τη μετεξέλιξη του UKIP σε Reform UK, αναζωπύρωσε το ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα, το οποίο πλέον λειτουργεί ως μόνιμος παράγοντας πίεσης στο πολιτικό σύστημα.
Η διεθνής θέση της Βρετανίας μετά το Brexit
Η φιλοδοξία της Βρετανίας να μετατραπεί σε «παγκόσμια Βρετανία» εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου αποδείχθηκε δυσκολότερη στην πράξη. Η στρατηγική βασίστηκε στην ενίσχυση της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» με τις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ανάπτυξη αυτόνομων εμπορικών συμφωνιών.
Ωστόσο, η διεθνής συγκυρία άλλαξε. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική πολιτική σκηνή εισήγαγε νέα ένταση στις διατλαντικές σχέσεις, ενώ η ανάγκη ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ζητήματα ασφάλειας επανέφερε τη Βρετανία σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση.
Σήμερα, το Λονδίνο επανεμφανίζεται στον ευρωπαϊκό γεωπολιτικό πυρήνα κυρίως μέσω του σχήματος Ε3, δίπλα στο Παρίσι και το Βερολίνο, με τους Εμανουέλ Μακρόν και Φρίντριχ Μερτς να αποτελούν κρίσιμους συνομιλητές στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Η εμπλοκή στο ουκρανικό και το μεσανατολικό ζήτημα έδωσε στο Λονδίνο περιορισμένη αλλά υπαρκτή διπλωματική ορατότητα, χωρίς όμως να ανατρέψει τη συνολική εικόνα μείωσης επιρροής σε σχέση με την προ-Brexit εποχή.
Μετανάστευση, βίζες και το νέο καθεστώς κινητικότητας
Ένα από τα πιο ορατά αποτελέσματα της εξόδου υπήρξε η αναδιαμόρφωση της κινητικότητας των πολιτών. Η εισαγωγή συστήματος βίζας τύπου ESTA για την είσοδο στη Βρετανία αποτέλεσε συμβολική αντιστροφή της προηγούμενης ευρωπαϊκής ελευθερίας μετακίνησης.
Για πολλούς Ευρωπαίους ταξιδιώτες, η διαδικασία θεωρήθηκε ένδειξη διοικητικής απομάκρυνσης από την ήπειρο. Ταυτόχρονα, το μεταναστευτικό ζήτημα μετατράπηκε σε κεντρικό πολιτικό πεδίο σύγκρουσης.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον να δημιουργήσει κέντρα κράτησης σε τρίτες χώρες, όπως η Ρουάντα, προκάλεσε έντονες δικαστικές αντιδράσεις και τελικά ακυρώθηκε ή περιορίστηκε από τα βρετανικά δικαστήρια. Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην Ευρώπη, όπου αντίστοιχες πολιτικές εξετάζονται πλέον με διαφορετική θεσμική μορφή, ενώ στην Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι έχουν ήδη δοκιμαστεί παρόμοια σχήματα.
Η μετανάστευση εξελίχθηκε σε κεντρικό πεδίο εκλογικής αντιπαράθεσης, με έντονη επίδραση στη δημόσια σφαίρα.
Η επιστροφή σε επιμέρους ευρωπαϊκές δομές
Παρά τη θεσμική αποχώρηση, η Βρετανία έχει αρχίσει να επανασυνδέεται με επιμέρους ευρωπαϊκά προγράμματα. Η συμμετοχή σε ερευνητικά σχήματα όπως το Horizon και η συζήτηση για επιστροφή σε εκπαιδευτικά προγράμματα τύπου Erasmus αποτυπώνουν την ανάγκη ανασύνδεσης με τα ευρωπαϊκά δίκτυα γνώσης.
Στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας, η απώλεια πρόσβασης σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις κατέδειξε τη σημασία της κλίμακας που προσφέρει η ΕΕ. Η βρετανική επιστημονική κοινότητα, παρά την υψηλή της ποιότητα, βρέθηκε αντιμέτωπη με περιορισμούς συνεργασιών και μειωμένη διεθνή δικτύωση.
Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή στρατηγική για την άμυνα και τη βιομηχανική πολιτική, μέσω εργαλείων όπως το SAFE και το EDIP, διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο στο οποίο η απουσία της Βρετανίας γίνεται αισθητή, αλλά και ενίοτε διαπραγματεύσιμη.
Το πολιτικό αδιέξοδο και η νέα εκλογική γεωγραφία
Η σημερινή πολιτική εικόνα της Βρετανίας αποτυπώνει ένα κατακερματισμένο σύστημα. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ στην πρώτη θέση με περίπου 27%, τους Εργατικούς στο 18-20%, τους Συντηρητικούς επίσης στο 18%, τους Πράσινους στο 14-16% και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες στο 12-13%.
Η εικόνα αυτή δεν θυμίζει δικομματισμό αλλά πολυκεντρικό σύστημα αστάθειας, όπου η πολιτική σταθερότητα που χαρακτήριζε το Ηνωμένο Βασίλειο για δεκαετίες έχει υποχωρήσει.
Η συζήτηση για πιθανή αποχώρηση του Κιρ Στάρμερ από την ηγεσία των Εργατικών ενισχύει το κλίμα αβεβαιότητας, ακόμη και μετά την εκλογική νίκη του 2024 που είχε δώσει στο κόμμα ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ένα «Breturn» που δεν έχει ακόμη μορφή
Στο παρασκήνιο, αναδύεται ένας νέος όρος: Breturn, η ιδέα μιας μερικής ή σταδιακής επαναπροσέγγισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρόκειται για πλήρη ανατροπή του Brexit, αλλά για πρακτικές επιστροφές σε επιμέρους τομείς συνεργασίας.
Στις Βρυξέλλες, η προοπτική αυτή αντιμετωπίζεται με συγκρατημένο ρεαλισμό. Η εμπειρία του Brexit έχει ενισχύσει την άποψη ότι η ΕΕ μπορεί να λειτουργεί πιο ομοιογενώς χωρίς τη βρετανική παρέμβαση, αλλά ταυτόχρονα έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός πιο ευέλικτου μοντέλου συνεργασίας στο μέλλον.
Για τη Βρετανία, το ερώτημα δεν αφορά πλέον το αν θα επιστρέψει, αλλά σε ποια μορφή μπορεί να συνυπάρξει με την Ευρώπη σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Μια δεκαετία μετά, η εκκρεμότητα παραμένει
Δέκα χρόνια μετά, το Brexit δεν έχει καταλήξει σε σταθερό αφήγημα. Παραμένει μια διαδικασία σε εξέλιξη, με οικονομικές απώλειες, πολιτικές ανακατατάξεις και μια κοινωνία που επαναξιολογεί τις επιλογές της.
Η Βρετανία δεν βρίσκεται εκτός Ευρώπης μόνο θεσμικά, αλλά και σε μια διαρκή διαπραγμάτευση με την ίδια της την ταυτότητα. Και αυτή η διαπραγμάτευση, περισσότερο από κάθε εκλογικό αποτέλεσμα, καθορίζει το επόμενο κεφάλαιο.






