05 Ιούν 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Opinions
  • Νίκος Κοτζιάς / Περί κριτικής στην αριστερά και του νέου «Μονόδρομου»

Νίκος Κοτζιάς / Περί κριτικής στην αριστερά και του νέου «Μονόδρομου»

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Με μια εκτενή ανάρτηση με σαφείς αιχμές προς το εσωτερικό της Αριστεράς και τις νέες πολιτικές διεργασίες στον χώρο, ο Νίκος Κοτζιάς επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση υπερασπιζόμενος το δικαίωμα της κριτικής και καταγγέλλοντας αυτό που περιγράφει ως λογική «μονοδρόμου» και εσωκομματικής στοχοποίησης όσων διαφωνούν.

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών ανατρέχει σε κρίσιμες στιγμές της πολιτικής του διαδρομής, από τη συγκυβέρνηση του 1989 και τη Συμφωνία των Πρεσπών έως τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ, για να υποστηρίξει ότι η Αριστερά κινδυνεύει όταν μετατρέπει την ενότητα σε επιβολή σιωπής και την πολιτική πίστη σε προσωποκεντρική συμμόρφωση.

Περί κριτικής στην αριστερά και του νέου «Μονόδρομου»

Οι φορείς της πολεμικής σε κάθε ελεύθερη έκφραση κριτικής για τα τεκτενόμενα και τις συμπεριφορές στην αριστερά, θεωρούν εαυτό ως μοναδική και αποκλειστική λύση, μοναδική συνταγή επιτυχίας. Σημειώνω: όχι την καλύτερη λύση, αλλά «την μόνη δυνατή».

Όποτε κάποιος αντιστάθηκε στους «μονοδρομικούς» εμφανιζόντουσαν τα τρολ, τα γιουσουφάκια και οι παρέες τους προκειμένου να δολοφονήσουν τον χαρακτήρα του. Τον κατηγορούσαν ότι με την κριτική του δυσκολεύει να κυβερνήσει η υποτιθέμενη υπό διαμόρφωση «κυβερνώσα αριστερά». Το επιχείρημα αυτό ακούστηκε και στο παρελθόν, συνοδευόμενο πάντα με τις ανάλογες βρώμικες επιθέσεις. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «βρώμικο 1989». Τότε αντιτάχθηκα εντός της ηγεσίας του ΚΚΕ και παραιτήθηκα πρώτος από δεκάδες χιλιάδες συντρόφους και συντρόφισσες για το σχέδιο συμπόρευσης και συγκυβέρνησης με τον Μητσοτάκη πατέρα. Τότε βρεθήκαμε απέναντι σε μια «κυβερνησιμότητα» χωρίς αρχές και χωρίς αξίες που το μόνο που επεδίωκε ήταν να βάλει τον Α. Παπανδρέου φυλακή. Πρώτος άνοιξα δημόσιο μέτωπο στην συμπόρευση με τη δεξιά και για αυτό δέχτηκα το μεγαλύτερο μέρος από τον τότε καταιγισμό ύβρεων και συκοφαντιών, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το 2018 και το «σήμερα».

Τα ίδια ακούγαμε επί χούντας, ιδιαίτερα ως προς τις προτάσεις του Μαρκεζίνη. Τότε ήμουν μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ. Τα άκουσα το 1977, όταν συνδιοργάνωσα αγώνες, πριν από όλα την ιστορική απεργία της Λάρκο που έσπασε την εισοδηματική πολιτική του Καραμανλή, το 1989-1992 όταν αντιστάθηκα στο «βρώμικο 1989», όπως και το 2007 όταν ανέτρεψα σχέδια της διαπλοκής. Τα άκουσα στις Πρέσπες όπου σήκωσα το μεγαλύτερο βάρος των προσωπικών ύβρεων και 49 δικάσιμες, καθότι έγραψα την Συμφωνία, την διαπραγματεύτηκα και την υπέγραψα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και πολλές άλλες έζησα τις καταιγιστικές επιθέσεις του κυρίαρχου συστήματος αλλά και από φανατικά γιουσουφάκια. Ουδέποτε παραιτήθηκα από αυτό που θεωρούσα σωστό. Πάντα υπερασπίστηκα ότι θεωρούσα ως δίκαιο. Έτσι πράττω και σήμερα. Υπερασπίζομαι την γνώμη μου και αυτό που θεωρώ ως αλήθεια. Και αυτό είναι θέμα συνέπειας και αξιοπρέπειας που φαίνεται να απουσιάζει από τους συκοφάντες της «εγωπάθειας».

Ανάλογα συνέβησαν το 2017-8 όταν υποστήριξα ότι έπρεπε να τελειώνουμε με την συγκυβέρνηση με τον Καμένο, ότι υπήρχε, όπως και αποδείχτηκε, πλειοψηφία για μια προοδευτική διακυβέρνηση. Τότε υπήρχαν οι συνθήκες για την συγκρότηση μιας νέας πλειοψηφίας που την δημοσιοποίησα ήδη στα τέλη του 2016. Για μια ακόμα φορά τα γνωστά γιουσουφάκια με βρίζανε. Σήμερα λένε ότι ήταν λάθος τους που συμπορεύτηκαν τόσο μεγάλο διάστημα μαζί του. Τότε γιατί δεν παραδέχονται ότι και οι ύβρεις τους ήταν λάθος; Για να μπορούν να τις επαναλαμβάνουν; Και όταν ακόμα και ο Καμένος αναγκάστηκε να μου ζητήσει δημόσια και εγγράφως συγγνώμη στα δικαστήρια, εκείνοι οι σύντροφοι της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ που συμπορεύτηκαν μαζί του αντί να ζητήσουν και εκείνοι συγγνώμη, οργάνωσαν συστηματικές επιθέσεις δια των ελεγχόμενων από αυτούς ΜΜΕ.

Σήμερα πάλι, μου ζητάνε να αρνηθώ όλα όσα έμαθα για δημοκρατία και αριστερά και να αποδεχτώ ένα νέο είδος προσωπολατρίας για έναν άξιο και χαρισματικό πολιτικό, ένα κόμμα που δεν έχει ούτε καν μια κάποια προσωρινή διοικούσα επιτροπή, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες ιδρύσεις. Και το κυριότερο η πλευρά του δεν απαντά σε τρία θεμελιακά ερωτήματα που έθεσα:

α) Είναι αντίπαλος μόνο ο Μητσοτάκης ή και η Ολιγαρχία, πρωτίστως αυτοί που πλούτησαν στον συνεταιρισμό τους με τον Μητσοτάκη και οι οποίοι χρηματοδοτούν όποιον βρουν «έτοιμο από καιρό» ως λέει ο Καβάφης; Προσωπικά θεωρώ αντίπαλο το σύμπλεγμα αυτών των δυνάμεων.

β) Πότε γνώρισε ο ΣΥΡΙΖΑ την μέγιστη ήττα; Το 2019 που έχασε 140.000 ψήφους, παρά τις τεράστιες δυσκολίες που πέρασε ως κυβέρνηση ή το 2023 που έχασε 841.000 ψήφους; Το ορθό είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε όχι ως κυβέρνηση υπό τον Τσίπρα, αλλά ως αντιπολίτευση. Για αυτό, αντί να βρίζουν κάποιοι, ας κάνουν τον κόπο να απαντήσουν ευθέως.

γ) Το πλέον θεμελιακό ερώτημα που τους απευθύνω είναι πολύ απλό: επιτρέπεται η κριτική σε οποιοδήποτε τμήμα της αριστεράς ή όχι; Και αν δεν την επιτρέπουν, ερωτώ: νομίζουν ότι αυτή η προσέγγιση είναι αριστερή; Και γιατί, επί παραδείγματι, πρέπει να αποδεχτεί κανείς ως καλό το ότι το Μανιφέστο της «ΕΛΑΣ» δεν είχε μια λέξη για την ασφάλεια και την άμυνα της χώρας, για την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά μας θέματα και κατά προέκταση να του απαγορευτεί η κριτική σε αυτή την έλλειψη; Και γιατί είναι καλό που στην «Διακήρυξη» γίνεται λόγος για δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, ενώ λείπουν τα κύρια αιτήματα, η απαίτηση απομάκρυνσης των κατοχικών στρατευμάτων και της κατάργησης της Συνθήκης Εγγυήσεως; Δεν δικαιούται κανείς να έχει γνώμη για τέτοια θέματα και να αξιολογεί τα όσα λέγονται; Κάποιοι να πάψουν, επιτέλους, να θέλουν μανιωδώς να λογοκρίνουν.

Ή γιατί δεν μιλά η διακήρυξη της ΕΛΑΣ για τον πατριωτισμό, αλλά εισάγει τον νεολογισμό «νέος πατριωτισμός» που ως γνωστό τον επεξεργαστήκαμε στη δεκαετία του 1990 στο ΥΠΕΞ όταν ο Σημίτης δεν ήθελε να ακούει την λέξη «πατριωτισμό» και προσπαθήσαμε εμείς οι προοδευτικοί υπηρεσιακοί υπάλληλοι (δεν είχε και πολλούς) να κατασκευάσουμε έναν συμβιβαστικό όρο που να εμπεριέχει τον όρο «πατριωτισμό». Με άλλα λόγια, ο όρος «νέος πατριωτισμός» είναι ένας άτυπος συμβιβασμός εντός του ΥΠΕΞ, προϊόν της εποχής της κυριαρχίας του Σημιτισμού και κατά προέκταση κάθε άλλο παρά είναι νέος και αυθεντικός. Απλά αναρωτιέμαι ποιόν συμβιβασμό εκφράζει σήμερα ώστε να καταστεί αναγκαία η επανάληψή του και μάλιστα ως το καινούργιο στην αριστερά;

Ή είναι αριστερή η πολιτική που επιτρέπει την συμμετοχή κάθε καριερίστα, κάθε αντικομουνιστή, καθένα με αντιδραστικές ιδέες αρκεί να γουστάρει τον αρχηγό της μίας ή της άλλης μερίδας της αριστεράς; Και στο όνομα της αγάπης στον «Αρχηγό» οφείλει κανείς να αποδέχεται όλα από αυτούς; να απολογείται για λογαριασμό τους; Να απαιτείται από τους άλλους να υποταχτούνε στις απόψεις τους;

Ε! όχι! Στην αριστερά υπάρχουν ακόμα αρχές, αξίες, ηθική και ιδεολογικές απόψεις.

Και για να τελειώνω, παραμένω οπαδός της εσωκομματικής δημοκρατίας, της δημοκρατικής οργάνωσης των κομμάτων της αριστεράς και της συλλογικότητας. Όλα αυτά τα θεωρώ δύναμη και εγγύηση για την λήψη ορθών αποφάσεων. Η απουσία τους πρέπει να γίνεται αντικείμενο κριτικής, το απαιτούν τα «όπλα της κριτικής» (Μαρξ) από όλη την ιστορική διαδρομή της αριστεράς.

Δείτε επίσης