Η πρώτη μεγάλη δημοσκόπηση μετά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα και της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού αποτυπώνει μια βαθιά αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα και ποσοστά αντίστοιχα των ευρωεκλογών, ωστόσο το βασικό πολιτικό γεγονός είναι η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, η υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ και η ανάδειξη δύο νέων πόλων που διεκδικούν πλέον τον χώρο της αντιπολίτευσης.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει κυρίαρχη
Στην εκτίμηση ψήφου η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 28,6%, διατηρώντας διαφορά 13,5 ποσοστιαίων μονάδων από τη δεύτερη ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, η οποία καταγράφεται στο 15,1%.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι παρά τις πολιτικές φθορές και τις πιέσεις από την ακρίβεια και την καθημερινότητα, η κυβερνητική παράταξη εξακολουθεί να κινείται στα επίπεδα των ευρωεκλογών και να μην αντιμετωπίζει άμεση απειλή στην εκλογική της κυριαρχία.
Την ίδια στιγμή, όμως, η εικόνα της αντιπολίτευσης μεταβάλλεται ριζικά.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει ως βασικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της έρευνας είναι η άμεση ανάδειξη της ΕΛ.Α.Σ. στη δεύτερη θέση.
Με ποσοστό 15,1%, το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ξεπερνά το ΠΑΣΟΚ και καταλαμβάνει τον χώρο που μέχρι πρόσφατα διεκδικούσαν πολλοί διαφορετικοί πολιτικοί σχηματισμοί.
Η δημοσκόπηση δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός αντλεί κυρίως δυνάμεις από τον καταρρέοντα ΣΥΡΙΖΑ, απορροφώντας περίπου τα δύο τρίτα των πρώην ψηφοφόρων του, ενώ καταγράφει εισροές και από τη Νέα Αριστερά, το ΠΑΣΟΚ, το ΜέΡΑ25, την Πλεύση Ελευθερίας αλλά και από τη Νέα Δημοκρατία.
Η πολιτική σημασία του ευρήματος είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να επανασυσπειρώνει μεγάλο μέρος του προοδευτικού ακροατηρίου που είχε διασκορπιστεί μετά τις διπλές εκλογικές ήττες του 2023.
Το ΠΑΣΟΚ μπροστά σε στρατηγικό αδιέξοδο
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως ο μεγάλος χαμένος της νέας συγκυρίας.
Από το 15,9% που κατέγραφε στα τέλη Απριλίου, υποχωρεί στο 12,4%, χάνοντας την προοπτική να εξελιχθεί σε κυρίαρχη δύναμη της Κεντροαριστεράς. Η διαφορά από την ΕΛ.Α.Σ. φτάνει πλέον τις 2,7 μονάδες, ενώ η απόσταση από την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» περιορίζεται στις 1,9 μονάδες.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα για την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, καθώς η στρατηγική της αυτόνομης πορείας δοκιμάζεται από την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα και την παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με τον κίνδυνο να χάσει τον κεντρικό ρόλο που διεκδικούσε στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Η Μαρία Καρυστιανού μετατρέπεται σε σταθερό πολιτικό παίκτη
Η δεύτερη μεγάλη ανατροπή αφορά τη Μαρία Καρυστιανού.
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» καταγράφει 10,5% στην εκτίμηση ψήφου και εδραιώνεται στην τέταρτη θέση, σε μικρή απόσταση από το ΠΑΣΟΚ.
Το κόμμα της αντλεί δυνάμεις από ένα ευρύ και ετερόκλητο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, προσελκύει ψηφοφόρους από τη Νίκη, τη Φωνή Λογικής, την Ελληνική Λύση, την Πλεύση Ελευθερίας, το ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ αλλά και τη Νέα Δημοκρατία.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η απήχησή της δεν περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο, αλλά συνδέεται περισσότερο με το αίτημα πολιτικής ανανέωσης και την αναζήτηση μιας διαφορετικής μορφής εκπροσώπησης.
Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ αποκτά ιστορικές διαστάσεις
Το πιο δραματικό στοιχείο της δημοσκόπησης αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ.
Με ποσοστό μόλις 1,3% στην εκτίμηση ψήφου, το κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα την περίοδο 2015-2019 και αποτέλεσε τον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας για περισσότερο από μία δεκαετία κινείται πλέον σε επίπεδα πολιτικής περιθωριοποίησης.
Η δημιουργία της ΕΛ.Α.Σ. φαίνεται να απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής του βάσης, επιβεβαιώνοντας ότι ο χώρος που οικοδομήθηκε γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα εξακολουθεί να ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το πρόσωπό του.
Η μάχη για την «εναλλακτική κυβέρνηση»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απαντήσεις για το ποιος μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η ΕΛ.Α.Σ. συγκεντρώνει 15,2%, ξεπερνώντας το ΠΑΣΟΚ που βρίσκεται στο 12,4%. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν καταγράφει μόνο εκλογική δυναμική, αλλά αναγνωρίζεται ήδη από σημαντικό μέρος των πολιτών ως δυνητικός διεκδικητής της εξουσίας.
Παράλληλα, το 29,3% απαντά «κανένα», στοιχείο που φανερώνει ότι παραμένει ισχυρό το έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι στο σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Η εικόνα των πολιτικών αρχηγών
Στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 26,3%.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας με 15,1%, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η επιστροφή του συνοδεύεται από άμεση πολιτική αναβάθμιση. Ακολουθούν ο Νίκος Ανδρουλάκης με 8,2%, ο Κυριάκος Βελόπουλος με 7,3% και η Μαρία Καρυστιανού με 7,1%.
Το 18,7% επιλέγει αυθόρμητα την απάντηση «κανένας», ποσοστό που παραμένει από τα υψηλότερα της τελευταίας περιόδου.
Δύο διαφορετικές δυναμικές στην αντιπολίτευση
Τα ποιοτικά στοιχεία της δημοσκόπησης αποκαλύπτουν και τη διαφορετική φυσιογνωμία των δύο νέων κομμάτων.
Ο Αλέξης Τσίπρας αξιολογείται θετικότερα σε ζητήματα όπως η αντιμετώπιση της ακρίβειας, η εξωτερική πολιτική και η δυνατότητα να νικήσει εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η Μαρία Καρυστιανού υπερέχει σε θέματα που σχετίζονται με την κινητοποίηση πολιτών οι οποίοι απέχουν από την πολιτική, την ενίσχυση του κράτους δικαίου και την καλλιέργεια αισθήματος ελπίδας και προοπτικής.
Πρόκειται για δύο διαφορετικά πολιτικά αφηγήματα: το πρώτο διεκδικεί κυβερνησιμότητα και επιστροφή στην εξουσία, ενώ το δεύτερο επενδύει στη διαμαρτυρία, την ανανέωση και την έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Ένας νέος πολιτικός χάρτης διαμορφώνεται
Η δημοσκόπηση της GPO δεν καταγράφει απλώς μετακινήσεις ψηφοφόρων. Αποτυπώνει τη γέννηση ενός νέου πολιτικού σκηνικού.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη δύναμη χωρίς άμεσο αντίπαλο που να απειλεί την κυριαρχία της. Ωστόσο, η αντιπολίτευση εισέρχεται σε φάση ανασύνθεσης, με τον Αλέξη Τσίπρα να επανέρχεται ως βασικός πόλος της Κεντροαριστεράς και τη Μαρία Καρυστιανού να αποκτά ρόλο πρωταγωνιστή.
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά στην πιο δύσκολη καμπή των τελευταίων ετών, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να ολοκληρώνει έναν κύκλο που ξεκίνησε με την εκλογική του εκτίναξη πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.






