21 Ιούν 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Opinions
  • Μαρία Βασιλείου / Η Ιστορία ως Σώμα και Συναίσθημα

Μαρία Βασιλείου / Η Ιστορία ως Σώμα και Συναίσθημα

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Ο ηλεκτρισμένος παλμός ενός πλήθους που σχηματίστηκε από μια πηγαία ορμή. Ετερόκλητα υποκείμενα κινητοποιημένα από συγκρουόμενα συμφέροντα, μοιράζονται τον δημόσιο χώρο σε καθεστώς σιωπηρής ανοχής. Κορυφαίες στιγμές συλλογικής υπέρβασης που διακόπτουν ακόμα και την αίσθηση ροής του ίδιου του χρόνου. Και μια διάχυτη πίστη πως εκεί, στην αιχμή της κοινής μας δυνατότητας, θα εκτρέψουμε τον ποταμό της Ιστορίας. Έτσι αποδίδει ο Φλωμπέρ τις μέρες των οδοφραγμάτων του 1848 στο μεγάλο μυθιστόρημα της συγγραφικής του ωριμότητας, Συναισθηματική Αγωγή.

Της Μαρίας Βασιλείου*

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως γεγονός, αλλά ως μοτίβο. Τα επιμέρους επεισόδια μπορεί να διαφέρουν ριζικά, όμως η αλληλουχία τους – η μετάβαση, για παράδειγμα, από την ορμή στην απογοήτευση, από την κοινή προσδοκία στην πόλωση, παραμένει αναγνωρίσιμη. Η πορεία από την Τρίτη Γαλλική Επανάσταση του Φεβρουαρίου 1848 μέχρι τη δημοκρατική εκλογή του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη ως Πρώτου Προέδρου της Γαλλίας, λίγους μήνες αργότερα, είναι αποκαλυπτική μιας ιστορικής νομοτέλειας: Κάθε μεγάλη περίοδος παρατεταμένου χάους, πόλωσης, αστάθειας και διάψευσης των προσδοκιών, γεννά στο εκλογικό σώμα μια οργανική ανάγκη για τάξη, κανονικότητα και σταθερότητα. Κι αυτή είναι μια ανάγκη συναισθηματική, που δείχνει την κρισιμότητα της κατανόησης της Ιστορίας μέσα από το πρίσμα της συσχέτισης του υποκειμενικού και του συλλογικού βιώματος.   

Αν κι η επανάσταση του 1848 διήρκησε τρεις ημέρες (les trois glorieuses), η ισχύς της ανέτρεψε ό,τι θεωρούνταν δεδομένο: Η συνταγματική μοναρχία κατέρρευσε κι η Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία ανακηρύχθηκε, συνοδευόμενη από τη συγκρότηση μιας πολυσυλλεκτικής κυβέρνησης που έδειχνε να εκπληρώνει το μεγάλο κοινωνικό αίτημα για ουσιαστική εκπροσώπηση: στο σχηματισμό συμμετείχαν σοσιαλιστές των εργατικών κινημάτων, αστοί επιχειρηματίες, και διανοούμενοι όπως ο Λαμαρτίνος. Επιπλέον, το δικαίωμα ψήφου έγινε καθολικό για τους άνδρες, ενώ τα «Εθνικά Εργαστήρια» ιδρύθηκαν ως ένα άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της τρομερής οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1830 και τσάκισε εξίσου, στο βάθος του χρόνου της, την εργατική και την αστική τάξη. Η επαναστατική αυτή έκρηξη των 72 ωρών, λοιπόν, τροφοδοτούμενη από την οικονομική εξαθλίωση και τον πολιτικοκοινωνικό αποκλεισμό και πυροδοτημένη από την κρατική βαρβαρότητα και τους μηχανισμούς καταστολής της οδήγησε σε μια άμεση, πηγαία και βίαιη ανατροπή. Αντίθετα, το φαινόμενο των Αγανακτισμένων ήταν μια παρατεταμένη κατάσταση διαμαρτυρίας, μια συνθήκη που μετέτρεψε τον δημόσιο χώρο σε ζωντανό τόπο κοινωνικής δράσης και πολιτικής τοποθέτησης, και μάλιστα ενσώματης.

Η παρουσία των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα αποτέλεσε μια μορφή ενσώματης πολιτότητας, όπου η πολιτική συμμετοχή δεν συνέβη μέσα από θεσμικές διαδικασίες αλλά μέσα από την άμεση, φυσική παρουσία στο δημόσιο χώρο και την αναγωγή του σώματος σε μέσο πολιτικής πράξης. Η πολιτότητα επαναπροσδιορίστηκε ως βιωματική πρακτική βασισμένη στο δικαίωμα της παρουσίας, της παραμονής, της συνύπαρξης στο δημόσιο χώρο, κι οδήγησε στην κοινή αξίωση για ορατότητα. Η σωματική κι αισθητηριακή εμπειρία της πλατείας – το περπάτημα, η φυσική πρόσβαση, η ανάγνωση του χωρικού κειμένου και η επιλογή της τοποθέτησης του σώματος στον ανθρωπογεωγραφικό χάρτη ως συμπαραδήλωση, η όρθια στάση, η κόπωση κι η ευαλωτότητα, έγινε η κυτταρική δομή μιας συλλογικής συνείδησης που, χάρη στην εξοικείωση που πρόσφερε ο χρόνος, ξεπέρασε το όριο της απλής πολιτικής διαμαρτυρίας κι έγινε η καθαυτή δημοκρατική δυνατότητα. Στοιχεία καθημερινής ζωής, όπως το μοίρασμα του φαγητού, η ξεκούραση, η γιορτή, ενσωματώθηκαν υβριδικά, ως κοινωνικά τελετουργικά σε έναν ιδιότυπο κοινοτισμό, ενώ συστηματοποιήθηκε με ένα νέο τρόπο η πολυτροπική οργάνωση και λειτουργία του πολιτικού υποκειμένου επάνω στη συνισταμένη του ψηφιακού και του φυσικού χώρου – ας μην ξεχνάμε τον κομβικό ρόλο των κοινωνικών δικτύων στο συντονισμό και τη διάδοση των καλεσμάτων και στην κοινοποίηση οπτικοακουστικού υλικού και πληροφορίας. Οι δημοσκοπήσεις και οι σφυγμομετρήσεις της εποχής είναι αποκαλυπτικές για την ψυχοκοινωνική ποιότητα αυτού του βιώματος: Υπό τη σκέπη της αγανάκτησης, τα συναισθήματα της χαράς, του ενθουσιασμού και της πληρότητας κυριαρχούσαν στις απαντήσεις των συμμετεχόντων. Αυτή η επιφανειακή αντίφαση δεν αναιρεί τον χαρακτήρα και τη σκοπιμότητα αυτών των συναθροίσεων, υπενθυμίζει όμως εμφατικά την ισχυρή επίδραση της αίσθησης του ανήκειν στα -άτυπα έστω- μέλη μιας οργανικής συλλογικότητας και τις δυνατότητες που αυτή ενέχει ως πρωτογενής δημιουργική δύναμη. Από την άλλη, φυσικά, δεν μπορεί να αποσιωπηθεί η παράλληλη ύπαρξη – επουδενί συνύπαρξη – δύο διακριτών κόσμων μέσα στην ίδια πλατεία. Η άνω και η κάτω πλατεία συγκροτούσαν διαφορετικές πολιτικές φαντασιακές κοινότητες, που μοιράζονταν τον χώρο αλλά όχι το νόημά του. Η εγγύτητα δεν συνεπαγόταν κοινότητα· η παρουσία δεν σήμαινε ομοιογένεια. Η ενσώματη πολιτότητα των Αγανακτισμένων υπήρξε ταυτόχρονα πεδίο δημιουργικής συλλογικότητας και πεδίο σιωπηλού διαχωρισμού, μια εύθραυστη ισορροπία παράλληλων βιωμάτων που προανήγγειλε την επερχόμενη πόλωση: η εθνικοπατριωτική Άνω Πλατεία, η αριστερόστροφη Κάτω Πλατεία.

Αν δεχθούμε ότι οι Αγανακτισμένοι ήταν ένα κίνημα αντίδρασης στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που έγινε και πολιτική, δεν μπορούμε να μην διακρίνουμε ότι συμπύκνωσε και έδωσε σχήμα στην κυρίαρχη αλλά αδιαμόρφωτη δομή του αισθάνεσαι, που βρήκε κοινό τόπο υπό την ομπρέλλα του «Όχι», αλλά δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτή την κοινή άρνηση σε κατάφαση, σε ένα «Ναι», όχι ως συγκεκριμμένη πορεία, αλλά ως βασικό προσανατολισμό. Από αυτή την συλλογιστική αφετηρία εκκινούν συνήθως οι κριτικές αποτιμήσεις του κινήματος οι οποίες εστιάζουν στην απόπειρα αποτύπωσης της συσχέτισης των Αγανακτισμένων με το εκλογικό φαινόμενο που ακολούθησε και τις κομματικές εξελίξεις που φτάνουν μέχρι και τη σημερινή ημέρα ως σχέση αιτίας και αιτιατού. Ωστόσο, το να μιλούμε για την πλατεία ως «προθάλαμο κομμάτων» ίσως να υποβαθμίζει το βάθος του κινήματος και να εμποδίζει την πλήρη ερμηνεία του. Περισσότερο από ένα εκλογικό φαινόμενο, οι Αγανακτισμένοι ήταν ένα εργαστήριο πολιτικής υποκειμενικότητας, μια πολιτική εμπειρία που δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί, πόσο μάλλον να ταυτιστεί με την πολιτική συμπεριφορά: η τελευταία υπαγορεύεται από ένα δομημένο, οριοθετημένο και ορατό πλαίσιο λειτουργίας· η πρώτη αποτελεί τη συνισταμένη άφατων και ανεξέλεγκτων, εσωτερικευμένων διεργασιών και ζυμώσεων του κοινωνικού, του ενσώματου, του χωρικού, του υπαρξιακού, του διαγενεακού και του πολιτισμικού στοιχείου. Η μεταγενέστερη εργαλειοποίηση του κινήματος από κόμματα και εξωτερικούς παράγοντες δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του ως κοινωνικού και βιωματικού γεγονότος. Η αποτυχία των πολιτικών μορφωμάτων που εκμεταλλεύτηκαν το πλαίσιο λόγου και την ορμή του δεν είναι αποτυχία του ίδιου του φαινομένου της πλατείας – είναι αποτυχία της εκπροσώπησής του. Αυτό φάνηκε, άλλωστε, εξαρχής και στον τρόπο που το κίνημα αντιμετωπίστηκε από τα κόμματα, τους συνδικαλιστικούς φορείς, τις νεολαίες και τις λοιπές προϋπάρχουσες οργανωτικές δομές συλλογικοτήτων κατά την εμφάνισή του, καθώς δεν μπορούσε να ταξινομηθεί και να ερμηνευθεί με τα διαθέσιμα κανονιστικά και θεσμικά εργαλεία – άλλωστε, τί ήταν οι Αγανακτισμένοι αν όχι η προσπάθεια μιας κοινωνίας να αρθρώσει λόγο μέσα σε συνθήκες θεσμικής απονομιμοποίησης;

Είναι λοιπόν ώρα πια, δεκαπέντε έτη μετά, οι Αγανακτισμένοι να καταχωρηθούν ως ένα κοινωνικό ξέσπασμα που τελείωσε όπως εμφανίστηκε και μπορεί πλέον να μελετηθεί ως μεμονωμένο φαινόμενο στο ιστορικό του πλαίσιο; Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι οι τρόποι του κινήματος ενσωματώθηκαν στη μητρική του συστήματος, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι αποτέλεσαν δομικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας σε κρίση. Ας επανέλθουμε στις μέρες του 1848, κι ας θυμηθούμε πώς τελείωσαν: με την εκλογή εκείνου που υποσχέθηκε «επιστροφή στην κανονικότητα, στην τάξη και την ανάπτυξη» ως Πρώτου Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας: τον μετέπειτα Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ’, ο οποίος ανέτρεψε το πολίτευμα και παρέμεινε στο θρόνο για 19 ακόμα έτη, πριν την πτώση του κατά τη διάρκεια του γαλλο-πρωσικού πολέμου, και έχοντας για πετράδι του αυτοκρατορικού του στέμματος τη «μητρόπολη του 19ου αιώνα», το ίδιο το Παρίσι του Haussmann, όπως και το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Η Συναισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ δεν είναι μόνο μια ελεγεία της νεότητας ως φορέα δημιουργικής ορμής και ανατρεπτικής δύναμης, αλλά και μια μελέτη της συναισθηματικής αντιστροφής, από την έκσταση στην κόπωση, από τη φόρα στην εξάντληση, από την εξέγερση στο μετατραυματικό άγχος. Ο Φλωμπέρ δεν κατηγορεί τη γενιά του, ούτε ειρωνεύεται τις διαψεύσεις της, παρά το συχνά κυνικό του βλέμμα. Αντιλαμβάνεται αυτή τη μετάπτωση ως φυσική νομοτέλεια του κοινωνικού μας κόσμου. Στη συγκλονιστική τελευταία σκηνή του έργου, οι γερασμένοι πια, Φρεντερίκ και Ντελοριέ, προσπαθούν να ανασυνθέσουν την πιο «ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους», την αποτυχημένη τους απόπειρα να επισκεφθούν, ως έφηβοι, έναν οίκο ανοχής. Η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής, μας ψιθυρίζει ο Φλωμπέρ, είναι το να στέκεσαι ακριβώς στο κατώφλι του μέλλοντος.

*Επικοινωνιολόγος

Δείτε επίσης