Η ευρωπαϊκή διάσταση της Νέας Δημοκρατίας βρέθηκε στο επίκεντρο του 16ου Συνεδρίου του κόμματος, μέσα από τις παρεμβάσεις δύο κορυφαίων ευρωπαίων αξιωματούχων, του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και της προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μετσόλα. Και οι δύο επέλεξαν να αναδείξουν τον ρόλο της Ελλάδας στην Ευρώπη, αλλά και τη θέση του Κυριάκος Μητσοτάκης στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό, στέλνοντας σαφές πολιτικό μήνυμα στήριξης προς την κυβέρνηση και τη ΝΔ.
Η αναφορά Γιούνκερ στον Καραμανλή και την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας
Ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ συνέδεσε ευθέως τη Νέα Δημοκρατία με την ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας, κάνοντας ειδική αναφορά στον ιδρυτή του κόμματος, Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Όπως είπε, η ΝΔ είναι ένα κόμμα που «γνωρίζει πολύ καλά», υπενθυμίζοντας ότι ιδρύθηκε από τον ηγέτη που «έφερε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην Ελλάδα και την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Η αναφορά αυτή λειτούργησε ως σύνδεση της σημερινής κυβερνητικής παράταξης με τη στρατηγική επιλογή της μεταπολιτευτικής ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.
Ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν στάθηκε ιδιαίτερα και στη σχέση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή ιδέα, χαρακτηρίζοντας τη χώρα «γενέτειρα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας» και τόπο «από όπου ξεκίνησε ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής».
Οι αναφορές στην κρίση και τη μάχη για την παραμονή στο ευρώ
Ιδιαίτερο βάρος είχε η προσωπική αναδρομή του Γιούνκερ στην περίοδο της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Περιγράφοντας τις συγκρούσεις και τις πιέσεις που υπήρχαν εντός της Ευρώπης, αποκάλυψε ότι πολλές φορές βρέθηκε σχεδόν μόνος στην προσπάθεια να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη.
Υπενθύμισε ότι τόσο ως πρόεδρος του Eurogroup όσο και ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θεωρούσε «καθήκον» του να κρατήσει τη χώρα στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αυτή τη φράση επιχείρησε να επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση τη δραματική περίοδο των διαπραγματεύσεων και την πολιτική σημασία της παραμονής της Ελλάδας στο κοινό νόμισμα.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η χώρα έχει πλέον αφήσει πίσω της εκείνη τη φάση, κάνοντας λόγο για δημοσιονομική και οικονομική ανάκαμψη, ενίσχυση των εξαγωγών και αυξημένη ελκυστικότητα για ξένες επενδύσεις.
Η προσωπική στήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη
Το πιο πολιτικά φορτισμένο σημείο της παρέμβασης Γιούνκερ ήταν η αναφορά του στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν μίλησε σε ιδιαίτερα θερμούς τόνους, περιγράφοντάς τον ως «σπουδαίο πρωθυπουργό» που επανέφερε την Ελλάδα «στην καρδιά της ευρωπαϊκής διαδικασίας».
Υπογράμμισε ότι ο έλληνας πρωθυπουργός απολαμβάνει σεβασμού τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης, ενώ τόνισε ότι η Ελλάδα σήμερα συγκαταλέγεται στα κράτη-μέλη με ηγετικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
Η φράση του «πάντα σε εμπιστευόμουν και πάντα ήσουν άξιος αυτής της εμπιστοσύνης» αποτύπωσε και τη μακροχρόνια προσωπική σχέση των δύο πολιτικών.
Μετσόλα: «Η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα μετασχηματισμού»
Ανάλογο τόνο είχε και η παρέμβαση της Ρομπέρτα Μετσόλα, η οποία εστίασε κυρίως στη σημερινή εικόνα της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη.
Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περιέγραψε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας και αστάθειας, σημειώνοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται ηγέτες με «διαύγεια και αποφασιστικότητα». Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως παράδειγμα πολιτικού που διαθέτει ευθύτητα, πολιτικό θάρρος και ικανότητα λήψης αποφάσεων.
Η Μετσόλα στάθηκε ιδιαίτερα στον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, μιλώντας για εκτεταμένες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που μετέτρεψαν τη χώρα σε «παράδειγμα βέλτιστης πρακτικής».
Η Ελλάδα ως ενεργειακός και γεωπολιτικός κόμβος
Στην παρέμβασή της, η Ρομπέρτα Μετσόλα έδωσε έμφαση και στη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα εξελίσσεται σε κρίσιμο ενεργειακό κόμβο και σε βασικό πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή της Μεσογείου.
Επισήμανε ακόμη ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ η ανεργία έχει υποχωρήσει κάτω από το 10%, παρουσιάζοντας την ελληνική περίπτωση ως παράδειγμα ανάκαμψης εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Το κοινό νήμα των δύο παρεμβάσεων ήταν σαφές: η Ελλάδα εμφανίζεται ξανά, στα μάτια των ευρωπαίων συνομιλητών της κυβέρνησης, ως χώρα με ενεργό ρόλο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις και όχι ως η «ειδική περίπτωση» της προηγούμενης δεκαετίας.






