23 Μάι 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Η «δίκη» του Μάνου Χατζιδάκι: Όταν ο Γκάτσος, ο Ελύτης και η γενιά του ’60 έστησαν το πιο απολαυστικό λαϊκό δικαστήριο της Αθήνας

Η «δίκη» του Μάνου Χατζιδάκι: Όταν ο Γκάτσος, ο Ελύτης και η γενιά του ’60 έστησαν το πιο απολαυστικό λαϊκό δικαστήριο της Αθήνας

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτιστική ιστορία της Ελλάδας που μοιάζουν βγαλμένες από θεατρικό έργο. Οχι επειδή είναι επινοημένες, αλλά επειδή η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε μυθοπλασία. Μία από αυτές είναι η περίφημη «δίκη» του Μάνου Χατζιδάκι το καλοκαίρι του 1963, ένα αυτοσχέδιο λαϊκό δικαστήριο που έστησαν φίλοι, ποιητές, ζωγράφοι και συγγραφείς με αφορμή το πιο αμφιλεγόμενο άγαλμα της μεταπολεμικής Αθήνας: τον ανδριάντα του Χάρι Τρούμαν.

Η υπόθεση θα μπορούσε να μοιάζει ασήμαντη αν δεν συμπύκνωνε μέσα της ολόκληρη την ατμόσφαιρα μιας εποχής. Την πολιτική φόρτιση μετά τη δολοφονία Λαμπράκη. Την ένταση ανάμεσα στην Αριστερά και τον φιλοαμερικανισμό. Την αγωνία για την αισθητική της Αθήνας. Μα πάνω απ’ όλα, την αίσθηση ότι η τέχνη, η πολιτική και η καθημερινή ζωή αποτελούσαν ακόμη ένα ενιαίο πεδίο σύγκρουσης.

Και στο κέντρο όλων αυτών, ο Μάνος Χατζιδάκις. Προκλητικός, παιγνιώδης, εγωκεντρικός, αστραφτερά ευφυής.

Το άγαλμα που δίχασε την Αθήνα

Η ιστορία ξεκινά όταν η κυβέρνηση Καραμανλή αποφασίζει να τοποθετήσει το άγαλμα του αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν στη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου. Η αντίδραση του πνευματικού κόσμου υπήρξε άμεση. Γλύπτες, ζωγράφοι, αρχιτέκτονες και ποιητές καταγγέλλουν την αισθητική και συμβολική βαρβαρότητα της επιλογής.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Μόραλης, ο Χρήστος Καπράλος, ο Δημήτρης Πικιώνης και άλλες κορυφαίες μορφές της ελληνικής τέχνης υποστηρίζουν πως το άγαλμα είναι κακότεχνο, δυσανάλογο και ξένο προς τον αθηναϊκό χώρο. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη γλυπτική. Αφορά τη θέση της Αμερικής στην Ελλάδα του Ψυχρού Πολέμου.

Και τότε εμφανίζεται ο Χατζιδάκις.

Με δήλωσή του στα «ΝΕΑ» στις 28 Μαΐου 1963, όχι μόνο υπερασπίζεται το άγαλμα, αλλά χλευάζει και τις αντιδράσεις των «ειδικών». Η παρέμβασή του πέφτει σαν δυναμίτης μέσα στον ήδη εκρηκτικό δημόσιο διάλογο.

Οταν η παρέα μετατράπηκε σε δικαστήριο

Η αντίδραση των φίλων του υπήρξε θυελλώδης. Ο Μίνως Αργυράκης, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Μόραλης και άλλοι αναζητούν εξηγήσεις. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της εποχής, υπήρξαν ακόμη και σκέψεις να… δείρουν τον Χατζιδάκι.

Την εκτόνωση αναλαμβάνει ο Νίκος Γκάτσος. Και το κάνει με τον μόνο τρόπο που θα μπορούσε να ταιριάξει σε αυτή τη γενιά: μετατρέποντας την οργή σε σάτιρα.

Στήνεται έτσι ένα «Έκτακτο Λαϊκό Δικαστήριο». Πρόεδρος ο Γκάτσος. Εισαγγελέας ο Οδυσσέας Ελύτης. Συνήγορος υπεράσπισης ο νεαρός τότε Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Μάρτυρες ο Μίνως Αργυράκης, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Μίκης Θεοδωράκης. Απών αλλά παρών μέσω επιστολής ο Γιάννης Τσαρούχης.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα τριώρο λεκτικό πανηγύρι, ένα αριστούργημα αυτοσαρκασμού, πολιτικού χιούμορ και καλλιτεχνικής ειρωνείας.

Ελύτης εναντίον Χατζιδάκι

Το εντυπωσιακό στοιχείο της «δίκης» δεν είναι μόνο το χιούμορ της. Είναι ο τρόπος που φωτίζει τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών της.

Ο Ελύτης εμφανίζεται αυστηρός, σχεδόν τελετουργικός, μετατρέποντας την υπόθεση σε ποιητικό κατηγορητήριο. Ο Γκάτσος λειτουργεί σαν σαρκαστικός σκηνοθέτης που κρατά ισορροπία ανάμεσα στην παρωδία και τη φιλία. Ο Θεοδωράκης παίζει τον ρόλο του πολιτικοποιημένου λαϊκού συνθέτη που βλέπει παντού ιδεολογικές συγκρούσεις.

Και ο Χατζιδάκις; Ο Χατζιδάκις παραμένει απολαυστικά απρόβλεπτος.

Στην απολογία του αυτομυθοποιείται, αυτοσαρκάζεται και ταυτόχρονα προκαλεί. Δηλώνει ότι έκανε διάσημους τον Κακογιάννη, τη Μελίνα Μερκούρη, τη Νάνα Μούσχουρη και μέχρι και τον ίδιο τον Θεοδωράκη. Υπερασπίζεται το δικαίωμά του να λέει ό,τι σκέφτεται, ακόμη κι αν εξοργίζει τους πάντες.

Πίσω από την υπερβολή διακρίνεται ο πυρήνας της προσωπικότητάς του: η άρνηση να ενταχθεί σε στρατόπεδα.

Η γενιά που μπορούσε να διαφωνεί χωρίς να ακυρώνει

Σήμερα, διαβάζοντας τα πρακτικά αυτής της αλλόκοτης «δίκης», δύσκολα αποφεύγει κανείς τη νοσταλγία. Οχι μόνο για τα πρόσωπα, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο συνυπήρχαν.

Ο Ελύτης μπορούσε να συγκρουστεί με τον Χατζιδάκι και το ίδιο βράδυ να πίνουν μαζί. Ο Θεοδωράκης μπορούσε να σατιρίζει τον φίλο και αντίπαλό του χωρίς να διακόπτεται ο διάλογος. Η πολιτική ένταση δεν ακύρωνε την πνευματική κοινότητα.

Η «δίκη Χατζιδάκι» λειτουργεί σήμερα σαν φωτογραφία μιας Αθήνας που χάθηκε. Μιας πόλης όπου οι καλλιτέχνες διαφωνούσαν δημόσια, αυτοσχεδίαζαν, γελούσαν, έγραφαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και αντιμετώπιζαν ακόμη και τα σοβαρότερα ζητήματα με παιγνιώδη ευφυΐα.

Ο Τρούμαν έμεινε, η εποχή έφυγε

Το άγαλμα του Τρούμαν παρέμεινε για δεκαετίες σημείο αντιπαράθεσης, βανδαλισμών και πολιτικών συμβολισμών. Ομως η πραγματική κληρονομιά εκείνης της ιστορίας δεν βρίσκεται στο μπρούντζινο άγαλμα.

Βρίσκεται σε εκείνο το αυτοσχέδιο δικαστήριο όπου ο Γκάτσος διάβαζε Εγγονόπουλο, ο Ελύτης απήγγελλε στίχους σαν κατηγορητήριο, ο Θεοδωράκης πολιτικολογούσε, ο Λυκουρέζος αυτοσχεδίαζε νομικά επιχειρήματα και ο Χατζιδάκις υπερασπιζόταν το δικαίωμα στην πρόκληση.

Ηταν μια στιγμή όπου η ελληνική διανόηση δεν φοβόταν ούτε τη γελοιότητα ούτε τη σύγκρουση. Και ίσως γι’ αυτό έμοιαζε τόσο ζωντανή.

Δείτε επίσης