Η πτώση των δύο 17χρονων κοριτσιών από ταράτσα πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη δεν είναι μια «ακόμη τραγωδία» που θα χαθεί μέσα στον καθημερινό θόρυβο της επικαιρότητας. Είναι μια ρωγμή. Μια βαθιά χαρακιά. Μια στιγμή όπου η κοινωνία οφείλει να κοιτάξει κατάματα κάτι που εδώ και χρόνια αποφεύγει να παραδεχτεί: ότι μεγαλώνει παιδιά μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς ψυχικής εξάντλησης, φόβου, αγωνίας και αδιεξόδου.
Η φράση «Μαμά, μπαμπά, αυτός ο κόσμος…» μοιάζει να συμπυκνώνει την πραγματικότητα μιας γενιάς που δυσκολεύεται να ανασάνει. Παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας ότι πρέπει να προσπαθήσουν, να αντέξουν, να πετύχουν, να διακριθούν, να μη μείνουν πίσω. Παιδιά που μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι η αξία τους μετριέται με βαθμούς, επιδόσεις, «καλές» σχολές, «πλούσια» βιογραφικά και «στόχους ζωής». Και αν λυγίσουν, συχνά αισθάνονται πως δεν χωρούν μέσα στον κόσμο που τους παραδόθηκε.
Η Ελλάδα της τελευταίας δεκαπενταετίας παρήγαγε μια κοινωνία μόνιμης αγωνίας. Οικογένειες εξαντλημένες οικονομικά και ψυχικά. Γονείς που εργάζονται ασταμάτητα σε μόνιμο καθεστώς επισφάλειας. Νέους ανθρώπους που βλέπουν το μέλλον σαν ένα τραινάκι του τρόμου. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ακόμη και η εφηβεία χάνει κάθε δικαίωμα ανεμελιάς και μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς αξιολόγησης.
Οι Πανελλήνιες εξετάσεις αποτελούν ίσως το πιο σκληρό σύμβολο αυτής της κουλτούρας. Ενα σύστημα που παρουσιάζεται ως «αξιοκρατικό», αλλά στην πράξη λειτουργεί ως μηχανισμός μαζικού ψυχικού στρες και κοινωνικής διαλογής γραναζιών. Ενας μαραθώνιος αποστήθισης, πίεσης και φόβου αποτυχίας, που ξεκινά χρόνια πριν από την εξέταση και διαπερνά ολόκληρη την οικογενειακή ζωή.
Χιλιάδες παιδιά οδηγούνται σε ψυχολογική εξουθένωση για έναν διαγωνισμό που έχει μετατραπεί σε υπαρξιακή δοκιμασία αξίας. Η επιτυχία δεν παρουσιάζεται ως μία πιθανή διαδρομή με βάση τις επιλογές τους, αλλά ως προϋπόθεση αξιοπρέπειας και αποδοχής. Και πίσω από αυτόν τον μηχανισμό αναπαράγεται μια τεράστια βιομηχανία παραπαιδείας, άγχους και κοινωνικού ανταγωνισμού.
Η ψηφιακή εποχή πολλαπλασιάζει την πίεση. Οι έφηβοι μεγαλώνουν μέσα σε μια αδιάκοπη σύγκριση ζωών, σωμάτων, επιτυχιών και εικόνων. Η υπερέκθεση συχνά γεννά βαθύτερη μοναξιά. Πίσω από φωτισμένες οθόνες και «τέλειες» αναρτήσεις, χιλιάδες παιδιά βιώνουν αθόρυβα την αίσθηση ότι δεν είναι αρκετά.
Η συζήτηση, όμως, δεν μπορεί να περιοριστεί σε εύκολες ηθικολογίες περί «ευαίσθητης νεολαίας». Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά το μοντέλο κοινωνίας που διαμορφώσαμε. Μια κοινωνία όπου η εργασία εξαντλεί, οι ανθρώπινες σχέσεις πιέζονται ασφυκτικά και η χαρά αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ενοχή. Οπου η έννοια της επιτυχίας έγινε υποκατάστατο νοήματος.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε περισσότερη πίεση ούτε σε γενικόλογες εκκλήσεις για «ανθεκτικότητα». Βρίσκεται στην ανάγκη να ξαναχτιστούν δεσμοί εμπιστοσύνης ανάμεσα στην οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία. Να υπάρξουν πραγματικές δομές ψυχικής στήριξης. Να σταματήσει το σχολείο να λειτουργεί αποκλειστικά ως εξεταστικός μηχανισμός. Να ξαναδώσουμε στα παιδιά το δικαίωμα να αποτυγχάνουν χωρίς να αισθάνονται ότι καταρρέει ολόκληρη η ύπαρξή τους.
Γιατί το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι κάποια παιδιά λυγίζουν. Είναι ότι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε φυσιολογικό να μεγαλώνουν με τόσο βάρος στην ψυχή τους.






