Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία το 2024 συνοδεύτηκε από μια φιλόδοξη υπόσχεση: την αναγέννηση της αμερικανικής ισχύος μέσω της αποδέσμευσης από τα «άγονα» διεθνή μέτωπα και την εστίαση στην εσωτερική οικονομία. Το δόγμα του κινήματος MAGA επανήλθε με έμφαση στον προστατευτισμό, τη μείωση των ελλειμμάτων και την ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης των ΗΠΑ.
Ωστόσο, ενάμιση χρόνο μετά, η εικόνα που διαμορφώνεται απέχει αισθητά από τις αρχικές διακηρύξεις, προκαλώντας ανησυχία σε διεθνές επίπεδο.
Δασμοί, ελλείμματα και αποτυχία ανασυγκρότησης
Από τις πρώτες κινήσεις της νέας διακυβέρνησης ήταν η επιβολή υψηλών δασμών, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή οικονομικού προστατευτισμού από τη χώρα που για δεκαετίες υπερασπιζόταν την ελευθερία των αγορών. Η επιλογή αυτή στόχευε στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος και στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Στην πράξη, όμως, τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά. Το δημοσιονομικό έλλειμμα συνεχίζει να διευρύνεται, το δημόσιο χρέος αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, ενώ η πολυπόθητη παραγωγική ανασυγκρότηση δεν έχει επιτευχθεί. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν αποσύρθηκαν από διεθνείς συγκρούσεις, αλλά ενεπλάκησαν σε νέες, με κορυφαία την κρίση με το Ιράν, η οποία πυροδότησε παγκόσμια ενεργειακή αναταραχή.
Πολιτική χωρίς στρατηγικό βάθος
Διεθνείς αναλυτές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η πολιτική της αμερικανικής ηγεσίας χαρακτηρίζεται από έλλειψη προετοιμασίας και στρατηγικού σχεδιασμού. Η επιλογή του Τραμπ να παρακάμπτει τον μηχανισμό έμπειρων διπλωματών και να βασίζεται σε προσωπικές εκτιμήσεις και στενό κύκλο συνεργατών εντείνει την αίσθηση αστάθειας.
Η ρητορική του, συχνά επιθετική και ανορθολογική, επιβαρύνει το διεθνές κλίμα, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι τέτοιοι τόνοι σπανίζουν ακόμη και σε ιστορικές περιόδους έντονων γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων.
Οι αγορές ως μοναδικός «φρένο»
Σε αυτό το περιβάλλον, οι διεθνείς αγορές φαίνεται να λειτουργούν ως ο βασικός μηχανισμός εξισορρόπησης. Η αντίδρασή τους στις εξελίξεις, και κυρίως ο φόβος μιας μεγάλης χρηματοπιστωτικής αναταραχής, αποτελεί τον βασικό περιοριστικό παράγοντα στις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Ενδεικτικό είναι ότι, παρά την ενεργειακή κρίση, οι τιμές του πετρελαίου διατηρούνται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, αποφεύγοντας τα ακραία σενάρια. Ο πληθωρισμός στην Ευρώπη εκτιμάται ότι θα παραμείνει ελεγχόμενος, κοντά στο 2,5%, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι αγορές δεν έχουν απορρυθμιστεί πλήρως.
Αναδιάταξη δυνάμεων: Ευρώπη, Κίνα και Καναδάς
Η πολιτική Τραμπ επιταχύνει μια ευρύτερη ανακατανομή ισχύος. Η Κίνα ενισχύει τη θέση της, επεκτείνοντας την παρουσία της στον Παγκόσμιο Νότο και αναθερμαίνοντας σχέσεις με ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η Γερμανία και η Ισπανία.
Την ίδια στιγμή, ο Καναδάς επαναπροσδιορίζει τις εμπορικές του στρατηγικές, επιδιώκοντας απεξάρτηση από τις ΗΠΑ, ενώ η Ευρώπη στρέφεται σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες, προετοιμαζόμενη για πιθανή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Η φθίνουσα ηγεμονία και το πολιτικό ρίσκο
Το βασικό συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι ότι η αμερικανική επιρροή δεν έχει πλέον τον καθοριστικό χαρακτήρα του παρελθόντος. Οι διεθνείς συσχετισμοί έχουν μεταβληθεί, με περισσότερες χώρες να διαθέτουν οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.
Η ηγεμονία των ΗΠΑ εμφανίζει σημάδια υποχώρησης, ενώ το πολιτικό μέλλον του Τραμπ συνδέεται άμεσα με τις ενδιάμεσες εκλογές. Η εσωτερική πίεση αυξάνεται, καθώς το κόστος ενέργειας και η περιορισμένη ανάπτυξη προκαλούν δυσαρέσκεια ακόμη και στο εσωτερικό του MAGA.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι αγορές λειτουργούν ως τελευταίο καταφύγιο ορθολογισμού και οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτατα, το ερώτημα που κυριαρχεί είναι αν η αμερικανική πολιτική θα προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες ή αν θα συνεχίσει να κινείται σε τροχιά αστάθειας με παγκόσμιες συνέπειες.






