Σε ποινή τέσσερις φορές ισόβιας κάθειρξης και επιπλέον 80 ετών και 3 μηνών (με εκτιτέα τα 25 έτη) καταδικάστηκε ο πρώην αστυνομικός της Βουλής, μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών.
Το δικαστήριο τον έκρινε ομόφωνα ένοχο για ένα ευρύ φάσμα κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων βιασμός κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, βιασμός ανηλίκων, κατάχρηση ανηλίκων από οικείο πρόσωπο, γενετήσιες πράξεις μεταξύ συγγενών, πορνογραφία ανηλίκων, καθώς και ενδοοικογενειακή βία και σωματική βλάβη μεθοδευμένου χαρακτήρα. Επιπλέον, καταδικάστηκε για οπλοφορία και οπλοχρησία κατ’ εξακολούθηση.
Απαλλάχθηκε μόνο από την κατηγορία της οπλοκατοχής σε βαθμό πλημμελήματος.
Αθώα η μητέρα – Το σκεπτικό περί «αδυναμίας αντίληψης του άδικου»
Αθώα κρίθηκε κατά πλειοψηφία (5-2) η μητέρα των παιδιών, η οποία ήταν συγκατηγορούμενη στην υπόθεση. Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι πράξεις που της αποδίδονταν δεν μπορούν να της καταλογιστούν, καθώς τελούσε υπό καθεστώς «αδυναμίας αντίληψης του άδικου», λόγω της ύπαρξης ενός κρίσιμου και πιεστικού διλήμματος.
Η ίδια είχε υποστηρίξει ότι ενεργούσε υπό φόβο και ασφυκτική πίεση, κάνοντας λόγο για απειλές που έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τη δική της και των παιδιών.
Το χρονικό της υπόθεσης και οι καταθέσεις των παιδιών
Η υπόθεση ήρθε στο φως τον Δεκέμβριο του 2024 και προκάλεσε ισχυρό κοινωνικό σοκ. Η δικογραφία περιέγραφε ένα περιβάλλον συστηματικής κακοποίησης εντός της οικογένειας, με επαναλαμβανόμενα περιστατικά σεξουαλικής βίας και σωματικής κακοποίησης.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της δίκης είχαν οι καταθέσεις των παιδιών, τα οποία περιέγραψαν με λεπτομέρειες όσα βίωναν μέσα στο σπίτι. Στις μαρτυρίες τους περιλαμβάνονταν τόσο πράξεις που αποδίδονται στον πατέρα όσο και περιστατικά βίας σε βάρος της μητέρας.
Τα στοιχεία της δικογραφίας ενισχύθηκαν από ιατροδικαστικά ευρήματα, μαρτυρικές καταθέσεις και πορίσματα πραγματογνωμόνων, τα οποία, σύμφωνα με το δικαστήριο, επιβεβαίωσαν τη συστηματικότητα και τη βαρύτητα των πράξεων.
Η δήλωση του συνηγόρου και η «δικαίωση»
Σε δήλωσή του μετά την έκδοση της απόφασης, ο συνήγορος υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας, Ιωάννης Μπαρκαγιάννης, έκανε λόγο για μια απόφαση που αποκαθιστά την αλήθεια και αποδίδει δικαιοσύνη.
Όπως σημείωσε, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση ως προς τη συγκατηγορούμενη, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να της καταλογιστεί ποινική ευθύνη, καθώς τελούσε υπό καθεστώς εξαναγκασμού, φόβου και τρόμου.
Την ίδια στιγμή, υπογράμμισε ότι η καταδίκη του βασικού κατηγορουμένου στηρίχθηκε σε πλήθος αποδεικτικών στοιχείων και συνιστά ουσιαστική δικαίωση για την εντολέα του, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα δύσκολη και μακρά δικαστική διαδικασία.
Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου κλείνει έναν κύκλο μιας υπόθεσης που ανέδειξε με δραματικό τρόπο τις αθέατες όψεις της ενδοοικογενειακής βίας και τα όρια της ποινικής ευθύνης υπό καθεστώς εξαναγκασμού.


