Η καισαρική τομή, μια επέμβαση που για δεκαετίες συνδέθηκε με τη διάσωση ζωών, εξελίσσεται σήμερα σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα φαινόμενα της σύγχρονης μαιευτικής. Τα δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αποτυπώνουν μια εντυπωσιακή μεταβολή: από το 6,7% των γεννήσεων το 1990, οι καισαρικές έφτασαν το 22% το 2023, καταγράφοντας υπερτριπλασιασμό σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η διπλή όψη της αύξησης
Στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, η αύξηση αυτή έχει σαφή ερμηνεία. Η πρόσβαση σε καισαρική τομή αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη μείωση της μητρικής και νεογνικής θνησιμότητας, η οποία παραμένει υψηλή. Εκεί, η επέμβαση λειτουργεί ως δείκτης βελτίωσης των συστημάτων υγείας.
Αντίθετα, στις ανεπτυγμένες χώρες, όπου οι θάνατοι κατά τον τοκετό έχουν περιοριστεί εδώ και δεκαετίες, η εκρηκτική άνοδος των καισαρικών προκαλεί έντονο προβληματισμό. Η αύξηση δεν συνδέεται με περαιτέρω βελτίωση της επιβίωσης μητέρας και νεογνού, γεγονός που μετατοπίζει τη συζήτηση από την αναγκαιότητα στη χρήση.
Πέρα από τους ιατρικούς λόγους
Σύμφωνα με την έρευνα του Βύρωνα Κοτζαμάνη, η άνοδος των καισαρικών εξηγείται μόνο εν μέρει από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως η αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνοποίησης ή οι πολλαπλές κυήσεις λόγω υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Ένα σημαντικό ποσοστό των επεμβάσεων, ιδίως στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν φαίνεται να υπαγορεύεται από αυστηρά ιατρικά κριτήρια. Οι διεθνείς επιστημονικές ενώσεις επισημαίνουν ότι οι «υπερβάλλουσες» καισαρικές ενέχουν κινδύνους για τη μητέρα και το παιδί, ενώ επιβαρύνουν αδικαιολόγητα τα συστήματα υγείας.
Η Διεθνής Ομοσπονδία Γυναικολογίας και Μαιευτικής έχει ήδη κινητοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, προτείνοντας πολιτικές περιορισμού της κατάχρησης της μεθόδου.
Το όριο της ισορροπίας
Το ερώτημα για το «ιδανικό» ποσοστό καισαρικών παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Ωστόσο, διαμορφώνεται μια ευρεία συναίνεση: ποσοστά κάτω του 10% υποδηλώνουν ελλιπή πρόσβαση σε απαραίτητες υπηρεσίες, ενώ ποσοστά άνω του 20-25% υποδεικνύουν πιθανή υπερβολική χρήση χωρίς πρόσθετο όφελος για τη δημόσια υγεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούν τα ποσοστά τους κάτω από 20%, επιτυγχάνοντας ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και αποφυγής περιττών επεμβάσεων.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστική εξαίρεση. Τα στοιχεία δείχνουν μια διαρκή και έντονη αύξηση: από 57,8% το 2019 σε 62,2% το 2023, κατατάσσοντας τη χώρα στην πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το παράδοξο γίνεται εντονότερο αν συγκριθεί με χώρες όπως η Ισπανία ή η Ιρλανδία, όπου τα ποσοστά παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα, παρά τις παρόμοιες δημογραφικές τάσεις ως προς την ηλικία τεκνοποίησης ή την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Ήδη από το 2016, στο πλαίσιο συνεργασίας με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είχε επισημανθεί η ανάγκη λήψης μέτρων για τον περιορισμό της τάσης. Ωστόσο, τα δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής επιβεβαιώνουν ότι η ανοδική πορεία συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.
Κόστος, κίνδυνοι και δημόσια πολιτική
Οι υψηλοί δείκτες καισαρικών δεν αποτελούν μόνο ιατρικό ζήτημα, αλλά και οικονομικό. Το κόστος ενός τοκετού με καισαρική είναι σημαντικά υψηλότερο από έναν φυσιολογικό, επιβαρύνοντας τόσο τις οικογένειες όσο και το δημόσιο σύστημα υγείας, συμπεριλαμβανομένου του ΕΟΠΥΥ.
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, τίθεται ζήτημα δημόσιας υγείας. Οι μη αναγκαίες επεμβάσεις αυξάνουν τον κίνδυνο επιπλοκών και δημιουργούν ένα πρότυπο ιατρικής πρακτικής που απομακρύνεται από την τεκμηριωμένη ανάγκη.
Η ανάγκη για παρέμβαση
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Από τη μία πλευρά, οι επαγγελματίες υγείας καλούνται να επαναξιολογήσουν πρακτικές και κίνητρα. Από την άλλη, οι γυναίκες και οι οικογένειες χρειάζονται καλύτερη ενημέρωση για τις επιλογές και τους κινδύνους.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυξημένα ποσοστά καισαρικών κατάφεραν να τα περιορίσουν μέσω συνδυασμού πολιτικών: κατευθυντήριες οδηγίες, έλεγχος των πρακτικών και ευρείες καμπάνιες ενημέρωσης.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση έχει πλέον χαρακτήρα επείγοντος. Η «επιδημία» των καισαρικών δεν αφορά μόνο τους αριθμούς· αφορά το ίδιο το μοντέλο φροντίδας της μητρότητας και την ισορροπία ανάμεσα στην ιατρική ανάγκη και την υπερβολή.


