Η σύγκρουση με το Ιράν εξελίσσεται σε μια αργή, δαπανηρή και στρατηγικά ασαφή εμπλοκή, διαψεύδοντας τις αρχικές προβλέψεις για μια σύντομη και καθοριστική νίκη. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι ένα βαθύτερο πρόβλημα: Η αδυναμία κατανόησης τουτου αντιπάλου.
Η μέθη της «εύκολης νίκης»
Στις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, στη δημόσια συζήτηση στις ΗΠΑ κυριάρχησε η γνώριμη αυτοπεποίθηση και κομπορρημοσύνη. Η ιδέα ότι η αμερικανική ισχύς μπορεί να αναδιαμορφώσει εκ νέου τη Μέση Ανατολή βρήκε πρόθυμους υποστηρικτές σε ισχυρά μιντιακά κέντρα. Ο πόλεμος παρουσιάστηκε ως μια «γενεαλογική ευκαιρία» για επαναχάραξη ισορροπιών, με το ρίσκο να θεωρείται διαχειρίσιμο και το αποτέλεσμα σχεδόν προδιαγεγραμμένο.
Οι όποιες επιφυλάξεις αντιμετωπίστηκαν ως ηττοπάθεια. Κι όμως, η ιδέα ότι η σύγκρουση θα ολοκληρωνόταν μέσα σε εβδομάδες κατέρρευσε γρήγορα. Στη θέση της βεβαιότητας, αναδύεται τώρα η αμηχανία.
Από τη βεβαιότητα στο αδιέξοδο
Η συζήτηση πλέον έχει μετατοπιστεί. Το ερώτημα δεν είναι πότε θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά πώς μπορεί να τελειώσει χωρίς στρατηγική ή πολιτική ήττα. Η φράση «πείτε μου πώς τελειώνει αυτό», που σημάδεψε τον πόλεμο στο Ιράκ, επανέρχεται με ανησυχητική επικαιρότητα.
Η πραγματικότητα στο πεδίο είναι πεισματάρα. Το Ιράν παραμένει λειτουργικό, δεν έχει απομονωθεί πλήρως, και συνεχίζει να προξενεί αυξανόμενο κόστος τόσο στις ΗΠΑ όσο και στους συμμάχους τους. Ταυτόχρονα, η αδυναμία συγκρότησης ενός ευρύτερου διεθνούς συνασπισμού –ιδίως από την Ευρώπη και τον Κόλπο– περιορίζει τη στρατηγική ευελιξία της Ουάσινγκτον.
Το λάθος της «ορθολογικής» ανάγνωσης
Στον πυρήνα των εσφαλμένων αμερικανικών υπολογισμών βρίσκεται μια βασική παραδοχή: ότι το Ιράν λειτουργεί ως ένας «ορθολογικός» δρών που θα υποχωρήσει υπό την πίεση του κόστους. Όπως θα έκανε σχεδόν οποιαδήποτε χώρα της Δύσης. Η παραδοχή αυτή αγνοεί την ιδεολογική δομή του καθεστώτος αλλά και βασικές εθνολογικές αλήθειες.
Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν συγκροτείται γύρω από οικονομικούς δείκτες ευημερίας και ανάπτυξης, γύρω από επιτόκια και σπρεντς, αλλά γύρω από την επιβίωση της επανάστασης του 1979 και τη διατήρηση ενός ρόλου περιφερειακής ισχύος. Για τους σκληρούς πυρήνες εξουσίας, και ιδιαίτερα για τους Φρουρούς της Επανάστασης, ο συμβιβασμός δεν είναι εργαλείο – είναι υπαρξιακή απειλή.
Η ανθεκτικότητα που υποτιμήθηκε
Η Τεχεράνη δεν αιφνιδιάστηκε. Δεκαετίες κυρώσεων και απομόνωσης έχουν διαμορφώσει ένα σύστημα αλλά και μία ολόκληρη κοινωνία που λειτουργεί υπό πίεση. Το λεγόμενο «maximum pressure» δεν οδήγησε σε κατάρρευση το καθεστώς· το έκανε πιο δυνατό ενώ ταυτόχρονα συσπείρωσε τους πολίτες, ακόμη κι αυτούς που μέχρι πρότινος δεν το ανέχονταν.
Το ίδιο έχει συμβεί άλλωστε και με τους Χούθι στην Υεμένη.
Παράλληλα, η ικανότητα του Ιράν να επιχειρεί μέσω πληρεξουσίων –από τη Χεζμπολάχ έως τους Χούθι– επιτρέπει τη διασπορά της σύγκρουσης και τη μεταφορά του κόστους σε πολλαπλά μέτωπα. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή πολέμου που δεν απαιτεί συμβατική υπεροχή για να είναι αποτελεσματικός. Ένα drone των 10.000 δολαρίων μπορεί να κάνει ζημιά εκατομμυρίων ακόμη κι αν δεν πλήξη κανέναν στόχο και απλά αναχαιτιστεί από πανάκριβους πυραύλους.
Ο ασύμμετρος πόλεμος ως στρατηγικό εργαλείο
Το πρώτο μεγάλο σφάλμα ήταν η υποτίμηση του ασύμμετρου πολέμου. Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει τον αντίπαλο, αρκεί να τον φθείρει.
Μαζικές επιθέσεις με drones χαμηλού κόστους, συνδυασμένες με πυραυλικά πλήγματα, έχουν τη δυνατότητα να διαταράξουν ενεργειακές υποδομές, να πλήξουν τη ναυσιπλοΐα και να δημιουργήσουν διαρκή αβεβαιότητα στις αγορές. Η κανονικότητα διαταράσσεταθ χωρίς να απαιτείται ολοκληρωτικός πόλεμος.
Το Στενό του Ορμούζ και το παγκόσμιο σοκ
Το δεύτερο κρίσιμο λάθος αφορά το Στενό του Ορμούζ. Η υπόθεση ότι το Ιράν δεν θα προχωρούσε σε μια τόσο δραστική κίνηση αποδείχθηκε επισφαλής.
Η απειλή –ή και η μερική υλοποίηση– αποκλεισμού του περάσματος έχει ήδη ταρακουνήσει τις ενεργειακές αγορές.
Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται ανοδικά, με σενάρια που αγγίζουν τα 120 δολάρια το βαρέλι, ενώ ενισχύονται οι φόβοι για μια σπάνια, συγχρονισμένη παγκόσμια ύφεση σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκλείσει με νάρκες ή με άλλους τρόπους το θαλάσσιο πέρασμα. Αρκεί να ρίχνει που και που μία ρουκέτα σε ένα εμπορικό πλοίο για να εκτοξεύσει τα ασφάλιστρα στον… Αλάχ!
Η κοινωνία που δεν εξεγείρεται
Το τρίτο σφάλμα αφορά την προσδοκία εσωτερικής κατάρρευσης. Η ιδέα ότι η στρατιωτική πίεση θα πυροδοτούσε λαϊκή εξέγερση δεν επιβεβαιώθηκε.
Οι λόγοι είναι απτοί: ο φόβος καταστολής, η πρόσφατη εμπειρία βίαιης αντιμετώπισης διαδηλώσεων, αλλά και η συσπείρωση που προκαλεί μια εξωτερική επίθεση. Όταν οι βομβαρδισμοί πλήττουν και αμάχους, η εσωτερική πολυφωνία συχνά υποχωρεί μπροστά σε ένα αντανακλαστικό εθνικής άμυνας.
Το όριο της στρατιωτικής ισχύος
Η επιμονή ότι κρίσιμες υποδομές –όπως το πυρηνικό πρόγραμμα– μπορούν να «εξαλειφθούν» πλήρως μέσω αεροπορικών πληγμάτων αγνοεί μια βασική πραγματικότητα: η γνώση δεν βομβαρδίζεται. Όσο υπάρχει τεχνογνωσία και μερικά κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου, η δυνατότητα ανασυγκρότησης παραμένει.
Αντίστροφη μέτρηση χωρίς καθαρή στρατηγική
Η κατάσταση εισέρχεται σε μια επικίνδυνη φάση. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει τελεσίγραφο για το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, απειλώντας με πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν. Την ίδια στιγμή, οι δηλώσεις του κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις: από την ολοκλήρωση του πολέμου έως την πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης.
Η αντίφαση αυτή αποτυπώνει το στρατηγικό κενό. Η Ουάσινγκτον φαίνεται να παραδέρνει μεταξύ αποκλιμάκωσης και επίδειξης ισχύος, χωρίς σαφή οδικό χάρτη.
Ένας πόλεμος που επαναπροσδιορίζει τα πάντα
Η σύγκρουση με το Ιράν λειτουργεί ως υπενθύμιση των ορίων της στρατιωτικής υπεροχής σε έναν κόσμο πολυεπίπεδων συγκρούσεων αλλά και διαφορετικών εθνολογικών και ιστορικών χαρακτηριστικών. Η ισχύς παραμένει κρίσιμη, αλλά δεν αρκεί όταν ο αντίπαλος δεν παίζει με τους ίδιους κανόνες και όταν αψηφά ακόμη και την απειλή περί επιστροφής στη “λίθινη εποχή”.
Το βασικό σφάλμα δεν ήταν επιχειρησιακό. Ήταν αναλυτικό. Η αποτυχία κατανόησης των κινήτρων, της ανθεκτικότητας και της στρατηγικής κουλτούρας του Ιράν οδήγησε σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή τέλος. Και όσο αυτό το έλλειμμα κατανόησης παραμένει, το ερώτημα θα συνεχίσει να αιωρείται: πώς μπορεί να τελειώσει αυτός ο πόλεμος;






