Θεωρητικά, όταν η κυβέρνηση διατείνεται πώς η υπόθεση των βουλευτών και πρώην υπουργών που αναφέρονται στις δικογραφίες της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι πρέπει να αξιολογηθούν “κατά περίπτωση”, έχει δίκιο. Το δε “αυτομαστίγωμα”, πώς όλα αυτά αποτελούν φαινόμενο του ελληνικού πολιτικού συστήματος, δεν συνάδει με κάποιες από τις περιπτώσεις για τις οποίες ζητείται η άρση της βουλευτικής ασυλίας. Και δεν αναφερόμαστε, φυσικά, σε εκείνες που συνιστούν συναλλαγή με προτροπή σε κραυγαλέα παρανομία.
Το ρουσφέτι ( από την τουρκική λέξη με αραβική ρίζα, rüşvet), στην Εσπερία το ονομάζουν και lobbying, συχνά απαντάται στην πολιτική ορολογία με τη λέξη “sleaze” (πολιτική διαφθορά). Για παράδειγμα, στη Βρετανία ερευνήθηκαν ή και καταδικάσθηκαν στο παρελθόν βουλευτές των δύο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας (Tories, Labours) για ανάλογες περιπτώσεις, από την υπόθεση “Cash for Questions” (επί πληρωμή κατάθεση ερωτήσεων ή νομοσχεδίων για λογαριασμό εταιρειών) την δεκαετία του ’90, έως το “Greensill Scandal” στο οποίο είχε εμπλακεί ο πρώην πρωθυπουργός Ντέϊβιντ Κάμερον. Οι Βρετανοί βουλευτές (MP’s), μάλιστα, έχουν αναγαγάγει τη διαφθορά σε …επιστήμη αφού, το 2024, αρκετοί αντιμετώπισαν κατηγορίες γιατί έπαιζαν σε εταιρεία στοιχημάτων την ημερομηνία των εκλογών!
Δεν χεριάζετα μάλλον να θυμίσουμε τις εκατοντάδες εταιρείες lobbying που εδρεύουν στις Βρυξέλλες και την επί χρήματι συνεργασία με ευρωβουλευτές για την προώθηση επιχειρηματικών ή κρατικών συμφερόντων- το Qatargate αποτελεί την πιό πρόσφατη τέτοια περίπτωση, ενώ άλλοι ευρωβουλευτές βρέθηκαν εκτεθειμένοι για “δωράκι” που έπαιρναν από την Huawei.
Στην υποτίθεται προηγμένη κοινοβουλευτικά Βρετανία έχουν προ πολλού διαχωρίσει τι συνιστά νόμιμο ρουσφέτι στο πλαίσιο των καθηκόντων του βουλευτή και τι παρανομία. Εκεί υπάρχει ο θεσμός των “caseworkers” (διαχειριστές υποθέσεων) που είναι υπάλληλοι του πολιτικού τους γραφείου με ρόλο την εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων. Οι πιό συνηθισμένες εξυπηρετήσεις που αναλαμβάνουν είναι θέματα μετανάστευσης (βίζες), παρεμβάσεις στο NHS (το βρετανικό ΕΣΥ), στεγαστικά δάνεια, επιτάχυνση έκδοσης συντάξεων και φορολογικές εκκρεμότητες.
Έχουν σχέση όλα αυτά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις δικογραφίες Κοβέσι; Εν τινί μέτρω, ναι. Όπου, δηλαδή, οι παρεμβάσεις ορισμένων βουλευτών αφορούσε την διευκόλυνση ψηφοφόρου, που είχε τα προσόντα και τήρησε τις νόμιμες διαδικασίες, με σκοπό να αρθεί τυχόν αδικία σε βάρος του για την εξσφάλιση επιδότησης. Πόσες τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν στους ογκώδεις φακέλλους για τους 11+2 βουλευτές και πρώην υπουργούς μένει να φανεί μετά την άρση της ασυλίας τους και την ποινική τους αξιολόγηση.
Υπάρχουν, όμως, και οι “σκαστές” περιπτώσεις που οι εγκαλούμενοι προτρέπουν σε παρανομία με την παραβίαση των διαδικασιών, ακόμα και πλαστογραφίες και άλλα που εμπίπτουν σε βαριά πλημελλήματα ή και κακουργήματα. Αυτοί δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από το …αθώο ρουσφέτι.
Στην υπόθεση που συνταράσσει την κυβέρνηση και προκαλεί μείζονα πολιτική αντιπαράθεση υπάρχουν, όμως, και δύο ακόμα πλευρές. Η πρώτη αφορά αυτόν τον κ. Μελά, πρόεδρο την επίμαχη περίοδο του αμαρτωλού ΟΠΕΚΕΠΕ. Μία απλή ερώτηση: αυτός ο “κύριος” που ήταν και υποψήφιος ευρωβουλευτής της Ν.Δ (ίσως για να μεταφέρει την “τεχνογνωσία” του στην Ευρωβουλή) έκανε κάποια άλλη δουλειά στον οργανισμό εκτός από το να διευθετεί παράνομα και μη βουλευτικά αιτήματα; Και δη με αυτόν τον κυνισμό του αυτονόητου που κάλυπτε τις πράξεις του.
Η δεύτερη αφορά την πιθανή “κοινωνική συνενοχή” που αναδύεται από αυτή την αλυσίδα της συναλλαγής του βουλευτή με το κράτος. Ο αιτών γνωρίζει πότε παρανομεί, ο βουλευτής διαμεσολαβεί επίσης γνωρίζοντας ότι διεκπεραιώνει μία παρανομία και το κράτος (στο πρόσωπο του “κάθε Μελά”) γνωρίζει ότι την υλοποιεί. Δυστυχώς, πολλοί τα θεωρούν όλα αυτά μία σχεδόν “κανονική” λειτουργία του πολιτικού συστήματος, κάποιοι δε ίσως θα έκαναν το ίδιο στη θέση των αιτούντων την παρανομία.
Στις ευρωπαϊκές αναλογίες, πολλοί βουλευτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με κατηγορίες, κάποιοι καταδικάσθηκαν και τέθηκαν εκτός κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Σχεδόν πουθενά, όμως, δεν καταγράφεται να καταρρέει κόμμα εξουσίας για τέτοιες συναλλαγές. Ίσως γιατί ο ψηφοφόρος αντιλαμβάνεται την σχέση του με την εξουσία ως δίαυλο μέσω του οποίου επιδιώκει όφελος. Η ιδεολογική ταύτιση παρέλκει ή, έστω, περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, πάντως, υπάρχουν τα προς περαιτέρω διερεύνηση και αξιολόγηση αδικήματα που περιγράφονται στις δικογραφίες. Δεν είναι όλα ίδια. Γι αυτό και δεν πρέπει να δωθεί η δυνατότητα σε όσους βουλευτές παρανόμησαν να καλυφθούν πίσω από εκείνους που υλοποίησαν ρουσφέτια (κακώς) σε βάρος πραγματικών και άμεμπτών δικαιούχων που δεν είχαν πρόσβαση στην κοινοβουλευτική Κορώνη…


