Πυρκαγιά, τραυματίες και νέα αποχώρηση από την πρώτη γραμμή
Μια ακόμη κρίση έρχεται να προστεθεί στο βεβαρημένο ιστορικό του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford, ενισχύοντας τα ερωτήματα για την επιχειρησιακή του αξιοπιστία. Στις 12 Μαρτίου, πυρκαγιά που εκδηλώθηκε σε χώρο πλυντηρίων τραυμάτισε περίπου 200 ναύτες, οδηγώντας την ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στην απόφαση να αποσύρει προσωρινά το πλοίο από την ενεργό δράση. Το σκάφος κατευθύνθηκε στην Κρήτη για επείγουσες επισκευές, οι οποίες εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν τουλάχιστον μία εβδομάδα.
Το περιστατικό δεν αποτελεί μεμονωμένη δυσλειτουργία, αλλά εντάσσεται σε μια μακρά αλυσίδα τεχνικών προβλημάτων που συνοδεύουν το πιο ακριβό πολεμικό πλοίο που έχει κατασκευαστεί ποτέ.
Καθυστερήσεις, υπερβάσεις και ένα πρόγραμμα εκτός ελέγχου
Η κατασκευή του Ford ξεκίνησε το 2009, με το πλοίο να εντάσσεται τελικά σε υπηρεσία τον Ιούλιο του 2017. Ωστόσο, η επιχειρησιακή του ετοιμότητα παρέμεινε ζητούμενο για χρόνια, με την πρώτη πλήρη αποστολή να πραγματοποιείται μόλις πέντε χρόνια αργότερα.
Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε ως αντικατάσταση των αεροπλανοφόρων κλάσης Nimitz, τα οποία επί δεκαετίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του αμερικανικού στόλου. Στην πράξη, όμως, εξελίχθηκε σε παράδειγμα προς αποφυγή. Το κόστος εκτοξεύθηκε από τα 10,5 στα 13,2 δισ. δολάρια, ενώ οι καθυστερήσεις ξεπέρασαν τα τρία χρόνια.
Η επιλογή να ενσωματωθούν σχεδόν δύο δωδεκάδες νέες και μη δοκιμασμένες τεχνολογίες περιέπλεξε δραματικά την ανάπτυξη. Παράλληλα, η δομή του προγράμματος επέτρεψε στον βασικό ανάδοχο να μετακυλήσει το κόστος έρευνας και ανάπτυξης στο Δημόσιο, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο άνω των 200 προμηθευτών σε όλη τη χώρα.
EMALS: Η «επανάσταση» που δεν λειτούργησε
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών Electromagnetic Launch System (EMALS), το οποίο αντικατέστησε τους παραδοσιακούς ατμοκίνητους καταπέλτες. Η τεχνολογία βασίζεται στην αποθήκευση τεράστιων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία απελευθερώνεται για να επιταχύνει τα αεροσκάφη κατά μήκος του καταστρώματος.
Στις προδιαγραφές του, το σύστημα υποτίθεται ότι θα μπορούσε να εκτελεί πάνω από 4.000 εκτοξεύσεις πριν από σοβαρή βλάβη. Στην πράξη, όμως, αποδείχθηκε πολύ λιγότερο αξιόπιστο: αναφορές του 2021 κατέγραψαν αστοχίες έπειτα από μόλις 181 εκτοξεύσεις, ενώ σύμφωνα με τις τελευταίες αξιολογήσεις του Πενταγώνου εξακολουθεί να απαιτεί εξωτερική τεχνική υποστήριξη.
Το πρόβλημα επιτείνεται από έναν κρίσιμο σχεδιαστικό περιορισμό: οι τέσσερις καταπέλτες του πλοίου δεν μπορούν να απομονωθούν ηλεκτρικά. Αυτό σημαίνει ότι η βλάβη σε έναν καταπέλτη οδηγεί σε απενεργοποίηση ολόκληρου του συστήματος, αναστέλλοντας πλήρως τις επιχειρήσεις εκτόξευσης – ένα σενάριο υψηλού ρίσκου σε συνθήκες μάχης.
Βλάβες στην καθημερινότητα: από τους καταπέλτες… στις τουαλέτες
Τα προβλήματα δεν περιορίζονται στα κρίσιμα οπλικά συστήματα. Το πλήρωμα αντιμετωπίζει καθημερινά δυσλειτουργίες ακόμη και στις βασικές υποδομές του πλοίου. Το νέο σύστημα αποχέτευσης, εμπνευσμένο από αντίστοιχα εμπορικών αεροσκαφών αλλά προσαρμοσμένο για 4.000 άτομα, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ευαίσθητο.
Εκθέσεις έχουν καταγράψει συχνές φραγές, που απαιτούν δαπανηρές διαδικασίες καθαρισμού με οξύ – με κόστος περίπου 400.000 δολάρια κάθε φορά. Το 2025, μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, σημειώθηκαν περισσότερες από 200 βλάβες στο σύστημα.
Οι ναύτες αναφέρουν ότι οι τουαλέτες τίθενται τακτικά εκτός λειτουργίας, επηρεάζοντας άμεσα την καθημερινότητα και το ηθικό του πληρώματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί ξένα αντικείμενα στο δίκτυο, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις για σκόπιμη δολιοφθορά.
Κρίση εμπιστοσύνης στο ίδιο το πλοίο
Η συσσώρευση τεχνικών προβλημάτων δημιουργεί ένα βαθύτερο ζήτημα: την εμπιστοσύνη του πληρώματος. Όταν βασικές λειτουργίες, όπως η υγιεινή, αποδεικνύονται αναξιόπιστες, τίθεται εύλογα το ερώτημα για την αξιοπιστία των κρίσιμων συστημάτων μάχης.
Η αδυναμία του EMALS να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις εντείνει τις ανησυχίες για το κατά πόσο το πλοίο μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε πραγματικές συνθήκες σύγκρουσης.
Ένα σύμβολο λανθασμένων προτεραιοτήτων
Η περίπτωση του Ford αναδεικνύει, σύμφωνα με την ανάλυση του Dan Grazier στο Responsible Statecraft, ένα διαχρονικό πρόβλημα στον σχεδιασμό αμυντικών προγραμμάτων: την υπερίσχυση πολιτικών και οικονομικών σκοπιμοτήτων έναντι της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.
Η επιλογή πολλαπλών νέων τεχνολογιών, η διόγκωση του κόστους και η κατανομή συμβολαίων σε ευρύ δίκτυο προμηθευτών δημιούργησαν πολιτικά και οικονομικά οφέλη, αλλά υπονόμευσαν την αξιοπιστία του τελικού προϊόντος.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πλοίο που, παρά το εντυπωσιακό του κόστος και τη στρατηγική του σημασία, παραμένει ευάλωτο σε βλάβες και συχνά εκτός επιχειρησιακής δράσης. Ένα αεροπλανοφόρο που σχεδιάστηκε ως αιχμή του δόρατος, αλλά συνεχίζει να παλεύει με τα βασικά.






