Η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο σοκ. Η κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν οδήγησε τις τιμές του αργού πετρελαίου πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια, σηματοδοτώντας μια από τις πιο απότομες ανατροπές στην αγορά πετρελαίου της τελευταίας δεκαετίας.
Η άνοδος αυτή συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική κρίση που προκάλεσε η στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Τεχεράνη. Η αβεβαιότητα για την εξέλιξη του πολέμου τροφοδοτεί έντονη νευρικότητα στις αγορές, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι, αν η κρίση παραταθεί, οι τιμές ενδέχεται να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Άλμα τιμών και ιστορικά ρεκόρ στις αγορές
Σε μια εξαιρετικά ασταθή συνεδρίαση, το πετρέλαιο πλησίασε ακόμη και τα 120 δολάρια το βαρέλι μέσα σε λίγες ώρες, πριν περιορίσει μέρος των κερδών του όταν εμφανίστηκαν πληροφορίες ότι δυτικές κυβερνήσεις εξετάζουν μέτρα για την αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων.
Παρά τη μικρή υποχώρηση, οι πιέσεις παραμένουν ισχυρές. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης κατέγραφαν άνοδο περίπου 11%, με το αμερικανικό αργό και το διεθνές σημείο αναφοράς Brent να σημειώνουν μία από τις μεγαλύτερες ημερήσιες αυξήσεις σε δολάρια ανά βαρέλι που έχουν καταγραφεί ποτέ.
Η τελευταία φορά που η αγορά είχε δει τριψήφιες τιμές ήταν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, όταν το πετρέλαιο είχε ξεπεράσει τα 100 δολάρια για αρκετούς μήνες.
Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο της κρίσης
Ο βασικός λόγος της νέας ενεργειακής αναταραχής βρίσκεται στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο.
Περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται καθημερινά από το στενό αυτό με δεξαμενόπλοια. Η απειλή της Τεχεράνης ότι θα πλήξει πλοία που διασχίζουν την περιοχή έχει ουσιαστικά παραλύσει τη ναυσιπλοΐα και έχει προκαλέσει μεγάλες καθυστερήσεις στις παραδόσεις.
Η διαταραχή αυτή θεωρείται εξαιρετικά σοβαρή. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία της εταιρείας ενεργειακής ανάλυσης Rapidan Energy Group, η απώλεια περίπου του 20% της παγκόσμιας προσφοράς ξεπερνά κατά πολύ ακόμη και το επίπεδο διακοπών που είχε σημειωθεί κατά τη διάρκεια της Κρίσης του Σουέζ το 1956.
Η αγορά χωρίς «μαξιλάρι» παραγωγής
Η κρίση επιδεινώνεται από ένα δεύτερο πρόβλημα: την απώλεια της εφεδρικής παραγωγικής ικανότητας. Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί της περιοχής, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξαγωγή πετρελαίου προς τις διεθνείς αγορές.
Η εφεδρική παραγωγική ικανότητα λειτουργεί συνήθως ως «βαλβίδα ασφαλείας» για τις αγορές ενέργειας, καθώς επιτρέπει σε παραγωγούς να αυξήσουν γρήγορα την προσφορά όταν οι τιμές ανεβαίνουν. Στην παρούσα συγκυρία, αυτό το «μαξιλάρι» έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί.
Όπως επισημαίνει ο ιδρυτής της Rapidan, Μπομπ ΜακΝάλι, η αγορά βρίσκεται πλέον σε μια εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία. «Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά χωρίς πραγματικό απόθεμα. Δεν υπάρχει παραγωγός που να μπορεί να παρέμβει», σημειώνει.
Ταυτόχρονα, οι παραγωγοί της περιοχής αντιμετωπίζουν ακόμη ένα πρόβλημα: καθώς οι μεταφορές έχουν επιβραδυνθεί, οι αποθηκευτικοί χώροι γεμίζουν, αναγκάζοντας ορισμένες χώρες να περιορίσουν την παραγωγή.
Η άνοδος περνά και στην αντλία
Η εκτίναξη των τιμών του αργού μεταφέρεται ήδη στους καταναλωτές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η μέση τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά περίπου 50 σεντς μέσα σε μία εβδομάδα, φτάνοντας τα 3,48 δολάρια το γαλόνι, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα πολιτική πίεση στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι τιμές των καυσίμων αποτελούν έναν από τους βασικούς δείκτες που επηρεάζουν την καθημερινότητα των ψηφοφόρων.
Τα καλά και τα κακά νέα για την αγορά
Παρά τη σημερινή αναταραχή, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι τριψήφιες τιμές δεν θα αποτελέσουν μόνιμο φαινόμενο. Πριν από την έκρηξη της σύγκρουσης υπήρχε σημαντική υπερπροσφορά στην αγορά, γεγονός που κρατούσε το πετρέλαιο κοντά στα 60 δολάρια το βαρέλι.
Ο ιδρυτής της Pickering Energy Partners, Νταν Πίκερινγκ, επισημαίνει ότι τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια για το 2027 και το 2028 εξακολουθούν να διαπραγματεύονται γύρω στα 60 δολάρια, ένδειξη ότι οι αγορές θεωρούν την τρέχουσα κρίση προσωρινή.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι η διάρκεια της σύγκρουσης. Οι επενδυτές είχαν αρχικά εκτιμήσει ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα ήταν σύντομες. Η παράταση του πολέμου αλλάζει αυτή την εκτίμηση και αυξάνει τον γεωπολιτικό κίνδυνο.
Ο αναλυτής της εταιρείας ενεργειακών δεδομένων Kpler, Χομαγιούν Φαλακσάχι, προειδοποιεί ότι αν δεν αποκατασταθεί σύντομα η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές θα μπορούσαν να εκτιναχθούν ακόμη και στα 150 δολάρια το βαρέλι.
Διεθνείς παρεμβάσεις για να συγκρατηθεί η κρίση
Μπροστά στον κίνδυνο νέου ενεργειακού σοκ, οι κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν την ένταση στις αγορές. Οι υπουργοί Οικονομικών της ομάδας των G7 συναντώνται για να εξετάσουν την κοινή απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ επεξεργάζεται σχέδιο ασφάλισης για τα δεξαμενόπλοια που διασχίζουν τα Στενά του Ορμούζ, καθώς πολλές ναυτιλιακές ασφαλιστικές εταιρείες αρνούνται πλέον να καλύψουν πλοία στην περιοχή.
Ο Λευκός Οίκος εξετάζει επίσης την παροχή ναυτικής συνοδείας στα δεξαμενόπλοια, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί συγκεκριμένο σχέδιο, ενώ αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες δηλώνουν ότι δεν προτίθενται να επιστρέψουν στην περιοχή όσο συνεχίζεται η σύγκρουση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αγορά πετρελαίου εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο: όσο παραμένει κλειστός ο βασικός ενεργειακός διάδρομος του πλανήτη, τόσο ενισχύονται οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές και τόσο μεγαλώνει η διεθνής πίεση για πολιτική λύση στην κρίση.


