Σε μια εκρηκτική εμφάνιση στο Οβάλ Γραφείο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε τη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, ισχυριζόμενος ότι η Τεχεράνη ετοιμαζόταν να επιτεθεί πρώτη. Την ίδια ώρα, άνοιξε μέτωπο με την Ισπανία, άφησε αιχμές κατά του Ηνωμένου Βασιλείου και έστειλε μηνύματα για την «επόμενη ημέρα» στην Τεχεράνη, παρουσία του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς.
«Ανάγκασα το Ισραήλ να παρέμβει»
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να ανατρέψει το αφήγημα περί ισραηλινής πρωτοβουλίας, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν σχεδίαζε επίθεση και ότι η Ουάσιγκτον έδρασε προληπτικά. Όπως ανέφερε, «δεν ήθελα να επιτεθούν πρώτοι», προσθέτοντας ότι η δική του στάση «ίσως ανάγκασε το Ισραήλ να παρέμβει».
Η τοποθέτηση αυτή διαφοροποιείται από προηγούμενες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος είχε αποδώσει την έναρξη των εχθροπραξιών στο Ισραήλ.
«Σχεδόν τα πάντα έχουν καταστραφεί»
Ο Τραμπ παρουσίασε μια εικόνα καθολικής αποδυνάμωσης των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Μίλησε για καταστροφή ναυτικού, αεροπορίας, ραντάρ και συστημάτων αεράμυνας, τονίζοντας ότι «σχεδόν τα πάντα έχουν καταστραφεί». Παράλληλα, εξήρε την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, κάνοντας λόγο για «φανταστική δουλειά».
Σε συνέντευξή του στο Politico, επανέλαβε ότι η ικανότητα αντίδρασης της Τεχεράνης φθίνει, ενώ διαβεβαίωσε πως τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών παραμένουν ισχυρά.
«Απεριόριστα πυρομαχικά» και καθεστώς έκτακτης ανάγκης
Ο πρόεδρος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «ουσιαστικά ανεξάντλητα» αποθέματα πυρομαχικών μεσαίας και ανώτερης ποιότητας. Παραδέχθηκε ότι σημαντικές ποσότητες υψηλής τεχνολογίας είχαν δοθεί στην Ουκρανία, αλλά διαβεβαίωσε ότι η παραγωγή έχει επιταχυνθεί, με τις αμυντικές βιομηχανίες να λειτουργούν υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης.
Το μήνυμα στόχευε τόσο στο εσωτερικό ακροατήριο όσο και σε πιθανούς αντιπάλους, με τον Λευκό Οίκο να επιχειρεί να εκπέμψει εικόνα επιχειρησιακής ετοιμότητας μεγάλης κλίμακας.
Μήνυμα για αλλαγή καθεστώτος – Επιφυλάξεις για Παχλαβί
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο πολιτικής μετάβασης στην Τεχεράνη, ο Τραμπ δήλωσε ότι το δυσμενέστερο σενάριο θα ήταν η αντικατάσταση της σημερινής ηγεσίας από «κάποιον εξίσου κακό». Εμφανίστηκε να προκρίνει μια λύση «από το εσωτερικό», με πρόσωπο που θα μπορούσε να «επιστρέψει τη χώρα στον λαό».
Υποβάθμισε τις πιθανότητες ανάληψης ηγετικού ρόλου από τον εξόριστο ακτιβιστή Ρεζά Παχλαβί, αν και αναγνώρισε ότι διαθέτει απήχηση. «Κάποιος που βρίσκεται ήδη εκεί ίσως είναι πιο κατάλληλος», σημείωσε.
Από την πλευρά του, ο Μερτς δήλωσε ότι Βερολίνο και Ουάσιγκτον κινούνται «στην ίδια σελίδα» ως προς την απομάκρυνση του ιρανικού καθεστώτος, εκφράζοντας την ελπίδα για ταχεία λήξη του πολέμου και εγκαθίδρυση νέας κυβέρνησης.
Ρήξη με την Ισπανία
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι ζήτησε τη διακοπή κάθε εμπορικής συναλλαγής με την Ισπανία, κατηγορώντας τη Μαδρίτη για εχθρική στάση και άρνηση παραχώρησης στρατιωτικών βάσεων για επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Στόχος των αιχμών του βρέθηκε ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την επιχείρηση «μονομερή στρατιωτική δράση».
Ο υπουργός Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες και η υπουργός Άμυνας Μαργαρίτα Ρόμπλες ξεκαθάρισαν ότι οι αμερικανικές βάσεις στην Ισπανία δεν χρησιμοποιούνται – ούτε θα χρησιμοποιηθούν – για ενέργειες που δεν καλύπτονται από τη διμερή συμφωνία και το διεθνές δίκαιο.
Δυσφορία για το Λονδίνο
Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε ενόχληση και για το Ηνωμένο Βασίλειο, σημειώνοντας ότι χρειάστηκαν ημέρες διαβουλεύσεων για την εξασφάλιση πρόσβασης σε βρετανικές βάσεις. Αν και το Λονδίνο επέτρεψε τη χρήση εγκαταστάσεων, δεν συμμετείχε ενεργά στην επιχείρηση.
Ο Τραμπ σχολίασε αιχμηρά ότι «δεν έχουμε να κάνουμε με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ», αναφερόμενος εμμέσως στον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ.
Προτροπή προς τους Ιρανούς: «Μην βγείτε ακόμη στους δρόμους»
Σε μια ακόμη παρέμβαση με ιδιαίτερο συμβολισμό, ο Τραμπ κάλεσε τους Ιρανούς πολίτες να μην διαδηλώσουν «ακόμη», επικαλούμενος τον κίνδυνο από τις συνεχιζόμενες επιθέσεις. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε παροτρύνει τον ιρανικό λαό να «ανακτήσει τον έλεγχο της κυβέρνησής του».
Η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου συνθέτει ένα πολυεπίπεδο μήνυμα: στρατιωτική ισχύς, πολιτική πίεση για αλλαγή καθεστώτος και ταυτόχρονη αναδιάταξη συμμαχιών, με ανοιχτά μέτωπα πλέον όχι μόνο στη Μέση Ανατολή αλλά και εντός της Δύσης.






