«Το μεγάλο συμπέρασμα από την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να πηγαίνουν σε πόλεμο μόνο όταν είναι απαραίτητο», γράφει ο αρθρογράφος της The Washington Post, Μαξ Μπουτ. Η εμπλοκή σε προληπτικούς πολέμους, βασισμένους σε ασαφείς απειλές και αμφισβητούμενες πληροφορίες, χωρίς καθορισμένο τελικό στόχο, άφησε βαθύ αποτύπωμα στη στρατηγική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε καταγγείλει τον πόλεμο στο Ιράκ ως «το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία της χώρας μας» και είχε δεσμευτεί να μετρά την επιτυχία του με βάση τους πολέμους στους οποίους οι ΗΠΑ δεν θα εμπλακούν. Ωστόσο, τα απομονωτικά του ένστικτα συγκρούονταν διαρκώς με τη ρητορική επίδειξης ισχύος και τις επαναλαμβανόμενες απειλές προς τρίτες χώρες.
Το Σάββατο, η πλάστιγγα έγειρε ξανά προς τη στρατιωτική επιλογή. Ο πρόεδρος που είχε αυτοχαρακτηριστεί «πρόεδρος της ειρήνης» εξαπέλυσε νέα μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά του Ιράν, τη δεύτερη μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο.
Αιφνιδιασμός, χωρίς εξήγηση και χωρίς Κογκρέσο
Η απόφαση ελήφθη χωρίς δημόσια προετοιμασία. Ο Τραμπ δεν εξήγησε γιατί επέλεξε τη στρατιωτική δράση ούτε ποιον ακριβώς στόχο επιδιώκει. Δεν ζήτησε έγκριση από το Κογκρέσο, ούτε επιχείρησε να διαμορφώσει κλίμα συναίνεσης στην αμερικανική κοινή γνώμη.
Αντί αυτού, ανήρτησε ένα σύντομο νυχτερινό βίντεο, αφού οι αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ είχαν ήδη ξεκινήσει. Οι δικαιολογίες του, σύμφωνα με τον Μπουτ, θύμιζαν τις δραματικές αλλά τελικά αναξιόπιστες αιτιάσεις του Τζορτζ Μπους πριν από την εισβολή στο Ιράκ.
Η «άμεση απειλή» και τα κενά των πληροφοριών
Ο Τραμπ δήλωσε ότι στόχος είναι «η υπεράσπιση του αμερικανικού λαού μέσω της εξάλειψης επικείμενων απειλών από το ιρανικό καθεστώς», επικαλούμενος το πυρηνικό και το πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ωστόσο, μόλις το περασμένο καλοκαίρι ο ίδιος υποστήριζε ότι είχε «εξαλείψει πλήρως» το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Σήμερα, το παρουσιάζει ως άμεσο κίνδυνο. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει παραδεχθεί ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις επανεκκίνησης του εμπλουτισμού ουρανίου από τον Ιούνιο.
Αντίστοιχα, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι το Ιράν αναπτύσσει ενεργά διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν το αμερικανικό έδαφος. Η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας είχε εκτιμήσει ότι, εφόσον το επέλεγε, η Τεχεράνη θα μπορούσε να κατασκευάσει έναν τέτοιο πύραυλο έως το 2035. Οι εγκαταστάσεις πυραύλων υπέστησαν σοβαρές ζημιές τον Ιούνιο, ενώ τα στοιχεία για πρόγραμμα ICBM παραμένουν ελλιπή.
Από τη συμφωνία στην αλλαγή καθεστώτος;
Στο τέλος του διαγγέλματός του, ο Τραμπ απηύθυνε ανοιχτή έκκληση στον ιρανικό λαό να «αναλάβει την κυβέρνησή του», μιλώντας για «ώρα ελευθερίας» και «μοναδική ευκαιρία για γενιές». Η ρητορική αυτή σηματοδοτεί μετατόπιση προς τη λογική αλλαγής καθεστώτος.
Η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη αποστασιοποίησή του από την προώθηση της δημοκρατίας ως στρατηγικού στόχου των ΗΠΑ, αλλά και με τις προσπάθειες για διαπραγμάτευση νέας πυρηνικής συμφωνίας με την Τεχεράνη. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: εγκαταλείπεται η διπλωματική οδός ή η στρατιωτική πίεση λειτουργεί ως μοχλός για επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών;
Χωρίς χερσαία στρατεύματα, χωρίς σαφή στρατηγική
Σε αντίθεση με τον πόλεμο του 2003, αυτή τη φορά δεν υπάρχουν χερσαίες δυνάμεις. Αυτό περιορίζει τον κίνδυνο αμερικανικών απωλειών, αλλά καθιστά αδύνατη την επιβολή αλλαγής καθεστώτος διά της βίας.
Οι πρώτες επιδρομές φέρεται να στόχευσαν κορυφαία στελέχη του καθεστώτος, ακόμη και τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Ακόμη κι αν ορισμένοι εξουδετερώθηκαν, το Ιράν παραμένει μια χώρα 93 εκατομμυρίων κατοίκων, με βαθιά εδραιωμένο σύστημα εξουσίας και ισχυρές, αδίστακτες δυνάμεις ασφαλείας.
Η εξόντωση προσώπων είναι επιχειρησιακά εφικτή. Η ανατροπή ολόκληρου καθεστώτος μέσω αεροπορικών πληγμάτων προϋποθέτει συνθήκες που δεν διαφαίνονται.
Ο κίνδυνος κλιμάκωσης και τα όρια της ισχύος
Ο Τραμπ προέτρεψε τους Ιρανούς να εξεγερθούν. Αν μια νέα εξέγερση κατασταλεί αιματηρά, ποια θα είναι η αμερικανική απάντηση; Πόσο συχνά μπορούν οι ΗΠΑ να επαναλαμβάνουν αεροπορικές εκστρατείες;
Παρά τη στρατιωτική υπεροχή ΗΠΑ και Ισραήλ, τα αποθέματα κατευθυνόμενων όπλων και συστημάτων αναχαίτισης έχουν ήδη επιβαρυνθεί από τις επιχειρήσεις του 2025 στο Ιράν και κατά των Χούθι στην Υεμένη. Ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς θα μπορούσε να δημιουργήσει επιχειρησιακά κενά, με επιπτώσεις και σε άλλα κρίσιμα μέτωπα, όπως η ασφάλεια της Ταϊβάν.
Λίγο πριν από τις επιθέσεις, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα μακροχρόνιου πολέμου στη Μέση Ανατολή. Παρόμοιες διαβεβαιώσεις είχαν προηγηθεί τόσο πριν από το Ιράκ όσο και πριν από το Βιετνάμ επί Λίντον Μπ. Τζόνσον.
Οι πόλεμοι εξελίσσονται πέρα από τις αρχικές προβλέψεις. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η στρατιωτική εμπλοκή χωρίς σαφή αναγκαιότητα και καθορισμένο τέλος παράγει μακροχρόνιες δεσμεύσεις. Στην παρούσα συγκυρία, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί αναπόφευκτη επιλογή.




