Ο θάνατος του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, έπειτα από κοινές αμερικανοϊσραηλινές αεροπορικές επιδρομές, σηματοδοτεί το τέλος μιας 36ετούς διακυβέρνησης που σφράγισε μισό αιώνα αυταρχισμού στο Ιράν.
Όπως αναφέρουν οι N.Y Times (απόδοση από το KREPORT) λάχιστοι θα θρηνήσουν έναν ηγέτη που κατέστειλε βίαια τη διαφωνία, καταδίωξε μεταρρυθμιστικά κινήματα ως «δυτική υπονόμευση», ενίσχυσε τους Φρουρούς της Επανάστασης και αιματοκύλησε διαδηλώσεις, ενώ επένδυσε σε περιφερειακές παρεμβάσεις και σε ένα πυρηνικό πρόγραμμα που οδήγησε σε απομόνωση και φτώχεια.
Ωστόσο, η αποκεφαλιστική αυτή ενέργεια ανοίγει ένα επικίνδυνο κενό. Η θεοκρατία που επιχειρεί να ανατρέψει ο Τραμπ έχει ιστορικές ρίζες και σε αμερικανικές παρεμβάσεις — ιδίως στο πραξικόπημα του 1953 που στήριξε η CIA. Σήμερα, ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε στη δολοφονία ξένου ηγέτη χωρίς σαφή στρατηγική για την «επόμενη ημέρα», χωρίς ευρεία διεθνή στήριξη και χωρίς έγκριση του Κογκρέσου.
Η ελπίδα ότι η πτώση του Χαμενεΐ θα σημάνει το τέλος της θεοκρατίας είναι κατανοητή. Όμως δεν υπάρχει αξιόπιστη, οργανωμένη ιρανική αντιπολίτευση ικανή να αναλάβει την εξουσία. Παρά το σχέδιο διαδοχής που ευνοούσε κληρικούς, αμερικανικές εκτιμήσεις προειδοποιούν ότι το κενό μπορεί να καλυφθεί από σκληροπυρηνικές φράξιες των Φρουρών της Επανάστασης. Ο κίνδυνος εσωτερικών συγκρούσεων, εμφυλίου και περιφερειακής αποσταθεροποίησης είναι υπαρκτός.
Η πρόσφατη πρακτική του Τραμπ — επεμβάσεις σε επτά χώρες, αμφιλεγόμενη επιχείρηση στη Βενεζουέλα που άφησε άθικτους τους μηχανισμούς εξουσίας — δεν εμπνέει εμπιστοσύνη ότι θα δοθεί προτεραιότητα στη σταθερότητα του Ιράν. Η επίκληση «επικείμενης απειλής» δεν συνοδεύτηκε από τεκμηρίωση, ενώ δεν έχει παρουσιαστεί πειστικό σχέδιο που να διαφοροποιεί την τρέχουσα επιχείρηση από τα αποτυχημένα εγχειρήματα αλλαγής καθεστώτος σε Ιράκ και Αφγανιστάν.
Στο άμεσο μέλλον, οι ΗΠΑ πρέπει να αναμένουν αντίποινα. Παρά την αποδυνάμωση του ιρανικού στρατού, η Τεχεράνη διατηρεί ικανό οπλοστάσιο πυραύλων και δυνατότητες κυβερνοεπιθέσεων και επιθέσεων μέσω πληρεξουσίων. Ήδη σημειώθηκαν πλήγματα σε αμερικανικούς στόχους στον Κόλπο.
Πέρα από τις άμεσες απειλές, το μεγαλύτερο ρίσκο είναι θεσμικό και γεωπολιτικό: η μονομερής χρήση βίας χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση και διεθνή συναίνεση μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες, όπως έδειξε το 1953. Η διαχείριση της «μετά Χαμενεΐ» εποχής απαιτεί στρατηγική σαφήνεια, συνεργασία με το Κογκρέσο και οικοδόμηση διεθνούς συνασπισμού — στοιχεία που μέχρι στιγμής απουσιάζουν.
Οι Ιρανοί έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα για την προοπτική μιας πιο ανοιχτής κοινωνίας. Αξίζουν μια σταθερή και ελεύθερη προοπτική — αλλά αυτή δεν διασφαλίζεται αυτόματα από την πτώση ενός τυράννου.



