Σε ποινή φυλάκισης καταδικάστηκε από το αρμόδιο δικαστήριο καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για την παράνομη διακίνηση προσωπικών δεδομένων και υλικού σεξουαλικού περιεχομένου (revenge porn).
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο κατηγορούμενος, μετά τον τερματισμό της σχέσης του με το θύμα, απέστειλε γυμνές φωτογραφίες της γυναίκας στον ανήλικο γιο της, με προφανή στόχο τον διασυρμό και την ψυχολογική εξόντωσή της. Η υπόθεση, που εκδικάστηκε σε κλίμα έντονης φόρτισης, αναδεικνύει τις κενές ζώνες στην προστασία της ιδιωτικότητας και τις σοβαρές πειθαρχικές ευθύνες που προκύπτουν για το Υπουργείο Παιδείας, καθώς ο καταδικασθείς διατηρεί ακόμη την ιδιότητα του λειτουργού της εκπαίδευσης.
Ο εν λόγω εκπαιδευτικός, μη μπορώντας να αποδεχτεί τον χωρισμό από τη σύντροφό του, επέλεξε τον πιο χυδαίο και ηθικά εξουθενωτικό τρόπο για να την εκδικηθεί.
Η κατάχρηση της τεχνολογίας ως μέσο ψυχικής εξόντωσης
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει το μέγεθος της κοινωνικής παθογένειας. Ένας άνθρωπος που από τη θέση του όφειλε να διδάσκει ήθος και σεβασμό, μετατράπηκε σε έναν ψηφιακό εκβιαστή, χρησιμοποιώντας το προσωπικό υλικό της πρώην συντρόφου του ως μέσο επιβολής και πόνου.
Η πράξη αυτή δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο «ξέσπασμα» ενός πληγωμένου άνδρα, αλλά μια βαθιά πολιτική πράξη έμφυλης κυριαρχίας. Η χρήση του «revenge porn» (όρος που συχνά επικρίνεται, καθώς δεν πρόκειται για «εκδίκηση» αλλά για σεξουαλική κακοποίηση μέσω διαδικτύου) είναι η σύγχρονη μετεξέλιξη του πατριαρχικού ελέγχου. Ο δράστης θεωρεί ότι το σώμα της γυναίκας τού ανήκει ακόμη και μετά τον χωρισμό και πως έχει το δικαίωμα να το «εργαλειοποιήσει» για να την τιμωρήσει επειδή άσκησε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής της.
Η καταδίκη του είναι μια πρώτη δικαίωση, όμως το ψυχικό τραύμα που προκάλεσε τόσο στη γυναίκα όσο και στο παιδί της είναι ανυπολόγιστο. Το γεγονός ότι επέλεξε ως παραλήπτη τον γιο του θύματος δείχνει έναν προσχεδιασμένο δόλο που ξεπερνά κάθε λογική, στοχεύοντας στον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Μετά την πρωτόδικη καταδίκη του, ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, φτάνοντας έως τον Άρειο Πάγο, επιδιώκοντας την αθώωσή του. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη του για παραβίαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων και για κατ’ εξακολούθηση συκοφαντική δυσφήμηση, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών με αναστολή.


