Η ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν ήταν μια απρόβλεπτη κρίση. Δεν έπεσε από τον ουρανό, ούτε αιφνιδίασε τις αρμόδιες αρχές.
Αντιθέτως, ήταν μια επιδημιολογική απειλή για την οποία υπήρχαν έγκαιρες προειδοποιήσεις, σαφείς ευρωπαϊκές κατευθύνσεις και, κυρίως, ένα διαθέσιμο εργαλείο πρόληψης: ο εμβολιασμός. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε συνειδητά να τον απορρίψει. Όχι απλώς να τον καθυστερήσει ή να τον εξετάσει επιφυλακτικά, αλλά να τον αποκλείσει, αποθαρρύνοντας τους κτηνοτρόφους και απαξιώνοντας δημόσια όσους τον ζητούσαν, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές εισηγήσεις «παραμύθια».
Η επιλογή αυτή, που ελήφθη σε πλήρη αντίθεση με τις συστάσεις και την παρότρυνση των ευρωπαϊκών αρχών, είχε συγκεκριμένο κόστος. Κόστος οικονομικό, παραγωγικό, κοινωνικό, αλλά και θεσμικό. Και σήμερα, καθώς η επιδημία έχει αφήσει πίσω της χιλιάδες θανατωμένα ζώα, κατεστραμμένες εκμεταλλεύσεις και μια βαριά σκιά πάνω από τον πρωτογενή τομέα, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρχε εναλλακτική. Είναι γιατί δεν επιλέχθηκε.
Οι ευρωπαϊκές προειδοποιήσεις και το διαθέσιμο εργαλείο
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων είναι μια νόσος γνωστή στις ευρωπαϊκές κτηνιατρικές αρχές. Αν και σπάνια σε ορισμένες περιοχές, δεν είναι άγνωστη στον μεσογειακό χώρο και ιδίως στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει εδώ και χρόνια συγκεκριμένο πλαίσιο διαχείρισης: επιτήρηση, περιορισμό μετακινήσεων, θανάτωση μολυσμένων κοπαδιών, αλλά και –σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου– προληπτικό εμβολιασμό.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico, η Κομισιόν είχε ήδη από τα πρώτα κρούσματα επισημάνει στις ελληνικές αρχές ότι ο εμβολιασμός αποτελούσε νόμιμη, επιτρεπτή και αποτελεσματική επιλογή, ιδίως για περιοχές υψηλής συγκέντρωσης ζωικού κεφαλαίου. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν επέβαλλε τον εμβολιασμό, αλλά τον ενθάρρυνε, αφήνοντας την τελική απόφαση στα κράτη-μέλη. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είχε το «πράσινο φως» να προχωρήσει.
Παράλληλα, όπως καταγράφει η ερευνητική πλατφόρμα Solomon, υπήρχαν επανειλημμένες εισηγήσεις από κτηνιάτρους, συνεταιρισμούς και επιστημονικούς φορείς που ζητούσαν να δοθεί στους κτηνοτρόφους η δυνατότητα να εμβολιάσουν τα ζώα τους προληπτικά, με δικά τους έξοδα αν χρειαζόταν. Δεν ζητούσαν επιδότηση. Ζητούσαν άδεια.
Η στάση της Αθήνας: άρνηση και απαξίωση
Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης υπήρξε κατηγορηματική. Ο εμβολιασμός απορρίφθηκε ως «αχρείαστος», «αναποτελεσματικός» και, σε ορισμένες δημόσιες παρεμβάσεις, ως προϊόν «παραπληροφόρησης». Κυβερνητικά στελέχη και υπηρεσιακοί παράγοντες υποστήριξαν ότι η στρατηγική της καθολικής θανάτωσης των μολυσμένων κοπαδιών ήταν επαρκής και ότι ο εμβολιασμός θα δημιουργούσε προβλήματα στο εμπόριο και στην πιστοποίηση των ζώων.
Η ρητορική αυτή δεν περιορίστηκε σε τεχνικές επιφυλάξεις. Όπως καταγράφεται στο Solomon, κτηνοτρόφοι που ζητούσαν εμβολιασμό κατηγορήθηκαν εμμέσως ότι «κινδυνολογούν», ότι «δεν γνωρίζουν» ή ότι «υποκινούνται». Η λέξη «παραμύθια» ειπώθηκε δημοσίως και έμεινε. Ήταν μια επιλογή επικοινωνιακής σύγκρουσης με τον ίδιο τον κλάδο.
Το επιχείρημα του εμπορίου και τα πραγματικά δεδομένα
Κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης υπήρξε ότι ο εμβολιασμός θα έθετε σε κίνδυνο τις εξαγωγές, καθώς ορισμένες αγορές αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά τα εμβολιασμένα ζώα. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Politico, η ίδια η ΕΕ διαθέτει μηχανισμούς διαχωρισμού εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων κοπαδιών, καθώς και πιστοποιήσεις που επιτρέπουν τη συνέχιση του εμπορίου.
Πολλές χώρες έχουν χρησιμοποιήσει τον εμβολιασμό ως προσωρινό εργαλείο ανάσχεσης, χωρίς μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην εμπορική τους δραστηριότητα. Το ζήτημα, συνεπώς, δεν ήταν η απαγόρευση, αλλά η πολιτική επιλογή.
Το κόστος της απόφασης
Το τίμημα αυτής της επιλογής υπήρξε βαρύ. Χιλιάδες ζώα θανατώθηκαν, όχι μόνο μολυσμένα αλλά και προληπτικά. Ολόκληρες εκμεταλλεύσεις χάθηκαν. Κτηνοτρόφοι βρέθηκαν χωρίς εισόδημα, περιμένοντας αποζημιώσεις που συχνά καθυστερούν ή δεν καλύπτουν το πραγματικό κόστος.
Πέρα από το άμεσο οικονομικό πλήγμα, υπήρξε και μακροπρόθεσμη ζημιά: απώλεια γενετικού υλικού, διάλυση οικογενειακών μονάδων, ερήμωση ορεινών και μειονεκτικών περιοχών. Όλα αυτά σε έναν κλάδο ήδη πιεσμένο από το αυξημένο κόστος ζωοτροφών και ενέργειας.
Θεσμικό και πολιτικό αποτύπωμα
Η υπόθεση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων ανέδειξε κάτι βαθύτερο από μια λανθασμένη διαχείριση κρίσης. Ανέδειξε μια συγκεκριμένη σχέση της κεντρικής εξουσίας με την επιστημονική γνώση, την ευρωπαϊκή σύσταση και τον ίδιο τον παραγωγικό κόσμο. Όταν η ΕΕ λέει «μπορείς και καλό είναι να το κάνεις» και η Αθήνα απαντά «είναι παραμύθια», το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό.
Όπως επισημαίνει το Solomon, η άρνηση του εμβολιασμού δεν συνοδεύτηκε από ένα εναλλακτικό, εξίσου αποτελεσματικό σχέδιο πρόληψης. Αντιθέτως, η χώρα οδηγήθηκε σε μια πολιτική διαχείρισης εκ των υστέρων, με συνεχείς εστίες και διαρκή ανασφάλεια.
Ένα μάθημα που δεν έχει ακόμη αφομοιωθεί
Η κρίση μπορεί να υποχωρεί, αλλά το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα αλλάξει κάτι την επόμενη φορά; Θα αναγνωριστεί ότι η πρόληψη, ακόμη κι αν έχει κόστος, είναι φθηνότερη από την καταστροφή; Ή θα επαναληφθεί το ίδιο μοτίβο άρνησης, απαξίωσης και καθυστέρησης;
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν ήταν απλώς μια ζωονόσος. Ήταν ένας καθρέφτης. Και αυτό που αντανακλά δεν αφορά μόνο την κτηνοτροφία, αλλά τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις όταν η επιστήμη, η Ευρώπη και η κοινωνία λένε «πρόλαβε», και η εξουσία απαντά «δεν χρειάζεται».
Τι λέει η ΕΕ – Τι έκανε η Ελλάδα
Τι λέει η ΕΕ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της κτηνιατρικής νομοθεσίας για τις ζωονόσους, προβλέπει ρητά ότι ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς αιγοπροβάτων αποτελεί επιτρεπτό και θεμιτό εργαλείο πρόληψης, ιδίως σε περιπτώσεις αυξημένου επιδημιολογικού κινδύνου. Όπως προκύπτει από ευρωπαϊκά έγγραφα και ρεπορτάζ του Politico, η Κομισιόν είχε επισημάνει προς τις ελληνικές αρχές ότι ο προληπτικός εμβολιασμός μπορούσε να εφαρμοστεί συμπληρωματικά στα μέτρα περιορισμού, χωρίς να παραβιάζεται το ενωσιακό πλαίσιο ούτε να αποκλείεται αυτομάτως η εμπορική δραστηριότητα. Η τελική επιλογή, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πρακτική, ανήκει στο κράτος-μέλος, με γνώμονα την προστασία της παραγωγής και τη δημόσια υγεία.
Τι έκανε η Ελλάδα
Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε εξαρχής τον εμβολιασμό ως επιλογή πολιτικής. Δεν προχώρησε ούτε σε πιλοτική εφαρμογή ούτε σε στοχευμένη άδεια για προληπτικό εμβολιασμό σε ζώνες υψηλού κινδύνου, παρά τα αιτήματα κτηνοτρόφων και επιστημονικών φορέων. Αντιθέτως, επέλεξε αποκλειστικά τη στρατηγική της θανάτωσης μολυσμένων και ύποπτων κοπαδιών, ενώ δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών και υπηρεσιακών παραγόντων χαρακτήρισαν τις εκκλήσεις υπέρ του εμβολιασμού «υπερβολές» ή ακόμη και «παραμύθια». Όπως καταγράφει η ερευνητική πλατφόρμα Solomon, η στάση αυτή συνοδεύτηκε από διοικητική άρνηση να δοθεί άδεια ακόμη και σε κτηνοτρόφους που δήλωναν διατεθειμένοι να καλύψουν οι ίδιοι το κόστος.
Όταν η πρόληψη γίνεται πολιτικό ρίσκο
Η υπόθεση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων φωτίζει μια διαχρονική αδυναμία της ελληνικής διοίκησης: τη δυσκολία να επενδύσει στην πρόληψη όταν αυτή συνεπάγεται πολιτικό κόστος στο παρόν, έστω κι αν υπόσχεται μικρότερη ζημιά στο μέλλον. Ο εμβολιασμός, αν και επιτρεπτός και ενθαρρυνόμενος από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, αντιμετωπίστηκε όχι ως τεχνικό εργαλείο αλλά ως πολιτικός κίνδυνος – ένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε να δημιουργήσει ερωτήματα, αντιδράσεις ή ευθύνες.
Η επιλογή της άρνησης προσέφερε, βραχυπρόθεσμα, μια αίσθηση ελέγχου. Απέφυγε τη σύγκρουση με εμπορικούς φόβους, την ανάγκη εξηγήσεων και την παραδοχή ότι η κρίση ίσως απαιτούσε ένα πιο σύνθετο μείγμα μέτρων. Όμως, αυτή η φαινομενική ασφάλεια αποδείχθηκε εύθραυστη. Όταν η επιδημία επεκτάθηκε, το κόστος δεν ήταν πλέον διαχειρίσιμο ούτε επικοινωνιακά ούτε οικονομικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια απαξίωση των φωνών που ζητούσαν εμβολιασμό –με χαρακτηρισμούς όπως «παραμύθια»– λειτούργησε αποτρεπτικά για έναν ουσιαστικό διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τον παραγωγικό κόσμο. Το μήνυμα ήταν σαφές: η απόφαση είχε ληφθεί και δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση.
Η σύγκριση με την ευρωπαϊκή πρακτική είναι αναπόφευκτη. Σε άλλα κράτη-μέλη, ο εμβολιασμός χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο ανάσχεσης, με προσωρινό χαρακτήρα και σαφείς δικλίδες ασφαλείας. Στην Ελλάδα, μετατράπηκε σε «κόκκινη γραμμή», όχι επειδή το απαγόρευε η ΕΕ, αλλά επειδή το πολιτικό σύστημα δεν ήθελε να ανοίξει έναν δύσκολο φάκελο.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά το επόμενο ξέσπασμα, την επόμενη κρίση στον πρωτογενή τομέα, την επόμενη στιγμή που η επιστήμη θα προτείνει πρόληψη και η πολιτική θα κληθεί να αποφασίσει αν θα την ακούσει. Αν το μάθημα της ευλογιάς δεν αφομοιωθεί, ο κύκλος της άρνησης και του κόστους κινδυνεύει να επαναληφθεί.




