Το θέμα που απασχολεί επί ένα τριήμερο τις εργασίες του συνεδρίου της Νέας Αριστεράς είναι η πολιτική συμμαχιών. Αν, δηλαδή, θα επιδιώξει εκλογικές συνεργασίες στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς με στόχο τον σχηματισμό ενός προοδευτικού μετώπου ή, στο όνομα της «ιδεολογικής καθαρότητας», θα επιλέξει αυτόνομη κάθοδο ή συνεργασία με κάποιες περιθωριακές ομάδες.
Στην μεγάλη εικόνα θα μπορούσε να ειπωθεί ότι είναι χαμένος χρόνος και κόπος να ασχολείται κανείς με ένα κόμμα που προήλθε από ένα μεγαλύτερο, δοκίμασε μία φορά την τύχη του (ευρωεκλογές) και απέτυχε και σήμερα καταγράφει δημοσκοπικά ποσοστό κάτω από το 2%- χωρίς ελπίδες να εκπροσωπηθεί (μόνο του) στην επόμενη Βουλή.
Δεν είναι έτσι. Η Νέα Αριστερά είναι ένα ιδιότυπο case study για την αριστερά που παλινδρομεί ανάμεσα σε αυτό που θα ήθελε και σε αυτό που μπορεί. Η πλειονότητα των στελεχών της μοιράστηκαν -πιθανώς αναγκαστικά- το όραμα του Αλέξη Τσίπρα για την “κυβερνώσα Αριστερά” την περίοδο πριν το 2015, κάποια απ΄ αυτά έγιναν υπουργοί, άλλοι προτίμησαν τη μοναξιά (Σακελλαρίδης) για να μην υποστούν τη βάσανο της διαχείρισης του μνημονίου.
Στην “Ιθάκη” του πρώην πρωθυπουργού ορισμένοι μπορεί να είδαν τις “φωτογραφίες” τους για την αναποφασιστικότητα και τα εμπόδια που έβαλαν στη διεύρυνση και τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ- την περίοδο μετά το 2019.
Την εποχή του Κασσελάκη δικαιώθηκαν με την αποχώρησή τους, προβλέποντας το “τσίρκο” που ακολούθησε, άλλοι πάλι τους καταλογίζουν ευθύνες γιατί εάν παρέμεναν εντός των τειχών, ίσως να εξελισσόταν ομαλότερα η αποδέσμευση.
Σήμερα πρέπει να αποφασίσουν τι ακριβώς θέλουν να είναι: ένα μικρό κόμμα που θα επαίρεται για τον ριζοσπαστισμό του και θα κινείται στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο, ή μία παράμετρος στη νέα περιπέτεια της ανασύνθεσης με κυβερνητική προοπτική;

Αν για τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη και τον Ευκλείδη Τσακαλώτο (όπως και για άλλους που θήτευσαν στην κυβέρνηση Τσίπρα) δεν τίθεται τέτοιο δίλημμα, είτε λόγω ιδεολογικής επιμονής είτε λόγω ηλικίας και απόστασης, πιά, από τα πράγματα, για άλλα στελέχη το ερώτημα είναι σαφές.
Ο Αλέξης Χαρίτσης και η Έφη Αχτσιόγλου -και άλλοι εκ των βουλευτών- είναι πολιτικά πρόσωπα με σημαντική κυβερνητική εμπειρία και πολιτική και τεχνοκρατική επάρκεια. Σε ένα μάλλον φτωχό πολιτικό τοπίο, με την αριστερά να μην έχει να προσφέρει αρκετές προσωπικότητες που να μπορούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση, αυτά τα πρόσωπα έχουν και ρόλο και μέλλον. Θα ήταν κρίμα να μην βρεθούν ξανά στο επίκεντρο, αυτή τη φορά με νέους όρους.
Τα συναινετικά διαζύγια στην πολιτική δεν είναι απαραίτητα κακή εξέλιξη. Ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν… παιδιά να πληγωθούν.
Πάντως, το παράδοξο αυτής της εχθροπάθειας που βγάζουν κάποιοι της Νέας Αριστεράς για τον πρώην πρωθυπουργό είναι αξιοσημείωτο. Θεωρούν, άραγε, πώς η συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση 2015-19 τους μόλυνε;


