Η υπόθεση δεν ξεκίνησε με την περιβόητη «τροπολογία Κεφαλογιάννη». Ξεκίνησε νωρίτερα, με κάτι πολύ πιο σοβαρό και πολύ πιο επικίνδυνο: τη διαρροή περίπου 70.000 αρχείων από δικογραφία που περιείχαν προσωπικά δεδομένα ψυχολόγου, θεραπευομένων, παιδιών και ενηλίκων. Ένα γεγονός θεσμικά εκρηκτικό, που θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμό για το κράτος δικαίου, την προστασία των ευάλωτων και την ίδια τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Αντί γι’ αυτό, το δημόσιο ενδιαφέρον μετατοπίστηκε γρήγορα αλλού. Το λόμπι της συνεπιμέλειας –ένα ετερόκλητο αλλά εξαιρετικά θορυβώδες σύμπλεγμα αυταρχικών κύκλων, ακροδεξιών και αποδεδειγμένα κακοποιητικών συμπεριφορών που βαφτίζονται «γονικά δικαιώματα»– βρήκε την ευκαιρία για μια ακόμη επίθεση. Αυτή τη φορά, με όχημα τη σκόπιμη σύγχυση γύρω από μια τροπολογία, παρουσίαζοντάς την ως σκοτεινή μεθόδευση.
Όταν το «ελληνικό Fox» πανηγυρίζει, κάτι δεν πάει καλά
Όταν το εγχώριο τηλεοπτικό οικοσύστημα τύπου Fox News ανεβαίνει στα κάγκελα για μια νομοθετική ρύθμιση, αυτό από μόνο του θα έπρεπε να λειτουργεί ως καμπανάκι. Ακόμη περισσότερο όταν η «είδηση» διοχετεύεται από τον άμεσο αντίδικο της νομοθετούσας πολιτικού: τον πρώην σύζυγό της, ο οποίος –διόλου τυχαία– διεκδικεί υποχρεωτική συνεπιμέλεια.
Δεν πρόκειται απλώς για σύγκρουση συμφερόντων. Πρόκειται για μια ωμή προσπάθεια εργαλειοποίησης του δημόσιου λόγου, όπου η προσωπική δικαστική διαμάχη μετατρέπεται σε πολιτικό αφήγημα, και μάλιστα με τη συνδρομή πρόθυμων μέσων και οργανωμένων ψηφιακών δικτύων.
Μια κακογραμμένη τροπολογία, όχι μια θεσμική τομή
Ας είμαστε καθαροί: η τροπολογία είναι κακογραμμένη. Φλύαρη, πρόχειρη, με τη γνωστή αλλοπρόσαλλη νομοτεχνική αισθητική που έχει χαρακτηρίσει μεγάλο μέρος της παραγωγής του υπουργείου Δικαιοσύνης επί Φλωρίδη. Ακόμη κι έτσι, όμως, δεν λέει αυτό που της αποδίδουν.
Δεν εισάγει κάποια «επανάσταση» υπέρ ή κατά της συνεπιμέλειας. Δεν ανατρέπει δικαστικές κρίσεις. Δεν στήνει μηχανισμό «δεύτερης δίκης», όπως κραυγάζει η προπαγάνδα. Αυτό που κάνει είναι σαφώς πιο περιορισμένο – και πολύ λιγότερο δραματικό.
Η πραγματική θεσμική εκτροπή έχει ήδη συντελεστεί
Η ουσιαστική τομή, για να μην πούμε η θεσμική αθλιότητα, έχει ήδη γίνει με τον νόμο Τσιάρα. Εκείνος ήταν που επέβαλε την υποχρεωτική συνεπιμέλεια ως σχεδόν μονόδρομο για τους δικαστές, ανεξαρτήτως των πραγματικών συνθηκών, των ενδείξεων κακοποίησης, της βούλησης του παιδιού ή της καθημερινής του ασφάλειας. Εκείνος ήταν που μετέτρεψε την επιμέλεια από ζήτημα συμφέροντος του τέκνου σε μαθηματικό τύπο «ίσου χρόνου».
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η επίμαχη διάταξη απλώς επιχειρεί να μετριάσει τις συνέπειες της εφαρμογής του νόμου. Προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, κατόπιν προσφυγής στο δικαστήριο. Κάτι απολύτως ανάλογο με την αναστολή ποινής μέχρι το εφετείο στο ποινικό δίκαιο. Ούτε πρωτοφανές, ούτε σκανδαλώδες.
Ο οπαδισμός δεν είναι πολιτική – και σίγουρα δεν είναι παιδική προστασία
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση. Είναι ο οπαδισμός. Η μετατροπή ενός εξαιρετικά ευαίσθητου κοινωνικού ζητήματος σε πεδίο ιδεολογικού πολέμου, όπου όποιος αμφισβητεί τη δογματική συνεπιμέλεια βαφτίζεται αυτομάτως «εχθρός των πατέρων». Σε αυτό το έδαφος ευδοκιμεί μια οργανωμένη και πολυμέτωπη επίθεση: αντιδικαιωματιστές, αντιγουοκιστές, εθνικιστές, ρατσιστές, μισογύνηδες, τρανσφοβικοί και ομοφοβικοί βρίσκουν κοινή γλώσσα στο όνομα μιας δήθεν «φυσικής τάξης».
Η συζήτηση, όμως, δεν αφορά ιδεολογικές φαντασιώσεις. Αφορά παιδιά. Αφορά την ασφάλεια, τη σταθερότητα και το πραγματικό τους συμφέρον. Και σε αυτά τα ζητήματα, ο θόρυβος δεν είναι απλώς άχρηστος. Είναι επικίνδυνος.


